ΕΛΛΑΔΑ

Η κατάληψη της Νομικής Σχολής

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Φοιτητές με πανό και συνθήματα στην ταράτσα της Νομικής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η ελληνική δεκαετία του ’60 χαρακτηρίστηκε από την είσοδο των μαζών στην πολιτική και τις έντονες διεκδικήσεις τους όσον αφορά τόσο δικαιώματα όσο και υλικά αιτήματα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη διαδικασία εκμοντερνισμού της κοινωνίας, εξέλιξη η οποία είχε καταστεί δυνατή χάρη στην αναπτυξιακή μεταμόρφωση της χώρας από τη δεκαετία του ’50 και μετά, τα κέρδη από την οποία, ωστόσο, δεν είχαν κατανεμηθεί δίκαια, ούτε σε κοινωνικό ούτε σε γεωγραφικό επίπεδο. Αυτή η υλική ανισοκατανομή, μαζί όμως και με την καταπιεστική επιτήρηση των πληθυσμών από το κράτος, για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους μετά τον Εμφύλιο, ήταν που θα αποτελούσε κατ’ ουσία τη βάση της ενίσχυσης της Κεντροαριστεράς εν γένει, υπό το πολιτικό όχημα τόσο της ΕΔΑ όσο και της Ενωσης Κέντρου. Και η έντονη πολιτική πόλωση από τον «Ανένδοτο» και μετά (1961), που συνοδεύθηκε από τη συνεχή (και ορισμένες φορές αιματηρή) κινητοποίηση των μαζών έως το 1967, θα δώσει την αφορμή για τη συγκρότηση μεγάλων συλλογικοτήτων όπως η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη ή κινημάτων ειρήνης όπως ο Σύνδεσμος Νέων Μπέρτραντ Ράσσελ, που ήταν συνδεδεμένα με τον χώρο της Αριστεράς. Eίναι η περίοδος της ανάδυσης ενός νέου συλλογικού υποκειμένου, εκείνου της «νεολαίας», η οποία θα πρωτοστατήσει στις κινητοποιήσεις για ζητήματα που ξεκινούσαν από το Κυπριακό κι έφθαναν μέχρι το άνοιγμα της εκπαίδευσης στις πλατύτερες μάζες (15% για την Παιδεία) ή τη διαφύλαξη του Συντάγματος (η γενιά του «1-1-4»).

Αντίδραση στη χούντα σε τρεις φάσεις

Η αντίσταση ή αντίδραση στην απριλιανή δικτατορία του 1967 μπορεί να εξεταστεί σε τρεις φάσεις: Την πρώτη μέχρι το 1969, που αφορά τη δράση παράνομων οργανώσεων από στελέχη κατά βάση της προδικτατορικής Αριστεράς ή του Κέντρου. Τη δεύτερη μέχρι το 1971, που έχει να κάνει με νομότυπες συλλογικότητες του αστικού κόσμου που ασκούσαν την έμμεση κριτική τους μέσω πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Και την τρίτη, μετά το 1971 και ώς το 1973, που κυριαρχείται από το ανερχόμενο φοιτητικό κίνημα και την εμβληματική κινητοποίησή του στην πρώτη κατάληψη της Νομικής τον Φεβρουάριο του 1973. Ενδιαμέσως, βέβαια, θα δημιουργηθούν και αντιστασιακές οργανώσεις Ελλήνων εξόριστων ή φοιτητών του εξωτερικού, σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία ή στον αγγλοσαξπνικό κόσμο.

Μετά το πρώτο μούδιασμα από την επιβολή μιας χούντας μεσαίων αξιωματικών την οποία κανείς δεν υπολόγιζε, η γενιά των Λαμπράκηδων (με πρωταγωνιστές πρόσωπα όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γ. Μπότσης, ο Αρ. Μανωλάκος, ο Χρ. Μίσσιος κ.ά.) θα ήταν η πρώτη που θα συγκροτούσε, τον Μάιο του 1967, μια μεγάλη αντιστασιακή οργάνωση, το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο. Θα ακολουθούσε αμέσως η συγκρότηση και αρκετών άλλων, όπως η Δημοκρατική Αμυνα, η κεντρώα ΕΚΔΑ, καθώς και διαφόρων δημοκρατικών στρατιωτικών όπως εκείνη των Ελεύθερων Ελλήνων. Με δεδομένη την ελλιπή τεχνογνωσία των περισσότερων εξ αυτών να λειτουργήσουν σε συνθήκες παρανομίας, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του καθεστώτος θα κινητοποιούνταν με πολύ μεγάλη αποτελεσματικότητα, συλλαμβάνοντας τα μέλη τους και διαλύοντας τις οργανώσεις. Αλλωστε, η συμβολική έκρηξη βομβών και η ρίψη αντιχουντικών διακηρύξεων, που ήταν οι βασικές αντιστασιακές ενέργειες την πρώτη αυτή περίοδο, βοηθούσαν ίσως στην ανάταση του αντιστασιακού φρονήματος αλλά δεν μπορούσαν εξ αντικειμένου να αποδυναμώσουν το καθεστώς.

Οι νόμιμοι πολιτιστικοί σύλλογοι

Το ζητούμενο ήταν πώς θα μπορούσε η αντιστασιακή δράση να συναντηθεί με μεγαλύτερα ακροατήρια, οδηγώντας έτσι σε ευρύτερη απονομιμοποίηση της χούντας, η οποία μπορεί να μην έχαιρε μεγάλης υποστήριξης αλλά δεν έδειχνε να αμφισβητείται και ουσιαστικά. Αυτό θα γίνει εφικτό μόνο κατόπιν της σταδιακής άρσης των απαγορεύσεων του καθεστώτος μετά το 1969, με πρώτη την άρση της προληπτικής λογοκρισίας.

Η εξέλιξη αυτή θα δώσει κατ’ αρχάς τη δυνατότητα για το πέρασμα από την παράνομη στη νομότυπη αντιστασιακή δραστηριότητα. Τον δρόμο θα έχει ανοίξει αρχικά η αντιχουντική δήλωση του νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη, τον Μάρτιο του 1969, στη σύνταξη της οποίας μάλιστα τον είχε βοηθήσει και ο καθηγητής Ι. Πεσμαζόγλου.

Ο τελευταίος θα λάβει στα μέσα του 1970, μαζί με άλλες προσωπικότητες του αστικού κόσμου όπως οι Ρ. Ρούφος, Β. Τσουδερού, Γ. Κουμάντος Αν. Πεπονής κ.ά., την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση ενός πολιτιστικού συλλόγου, της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (ΕΜΕΠ) που είχε ως διακηρυγμένο σκοπό τη δημόσια παρέμβαση με συζητήσεις, εκδηλώσεις, εκδόσεις κ.λπ. πάνω σε μεγάλα πνευματικά ζητήματα της εποχής. Την ίδια ακριβώς λογική θα ακολουθούσε και ο σύλλογος Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων (ΕΚΙΝ) των Γ. Βερνίκου - Π. Κανελλάκη όπως και ο φιλόμουσος σύλλογος της ΠΑΝΑΡΜΟΝΙΑ των Τ. Καλογερόπουλου - Θ. Τσούρα - Δ. Βελισσαρίου.

Η σημαντικότερη παρακαταθήκη αυτών των πρωτοβουλιών –που ήταν συχνά άλλωστε συγκοινωνούντα δοχεία ως προς τα στελέχη και το κοινό που τους παρακολουθούσε– θα είναι η ιδεολογική, ταξική και διαγενεακή ευρυχωρία τους. Με άλλα λόγια, στο μικρό διάστημα που μπόρεσαν να λειτουργήσουν μέχρι τη διάλυσή τους από το καθεστώς το 1971, θα προλάβουν να φέρουν κοντά και να εκπαιδεύσουν ένα εγγράμματο κοινό που δήλωνε με αυτό τον έμμεσο αλλά ξεκάθαρο τρόπο την αντίδρασή του στη δικτατορία. Η δράση τους θα συνοδευτεί από μια εκδοτική έκρηξη, με το κοινό να έχει πλέον στη διάθεσή του πολλές νέες εκδόσεις κυρίως της μαρξιστικής γραμματείας που θα παίξουν και αυτές τον ρόλο τους στο αμφισβητησιακό κλίμα που εδραιωνόταν.

Σε αυτή τη συγκυρία είναι που θα εκδοθούν και τα περίφημα «18 Κείμενα» (Κέδρος), τα οποία συγκέντρωναν για πρώτη φορά μετά το 1967 τις παρεμβάσεις κορυφαίων διανοουμένων της χώρας, που δήλωναν κι αυτοί με τη σειρά τους εμμέσως την αντίθεσή τους στο καθεστώς.

Το μαζικό φοιτητικό κίνημα παίρνει τη σκυτάλη της αμφισβήτησης

Από εκεί και μετά τη σκυτάλη της αμφισβήτησης θα έπαιρναν οι φοιτητές, πρώτο μέλημα των οποίων ήταν η διενέργεια εκλογών στα πανεπιστήμια για τη συγκρότηση νόμιμων φοιτητικών συλλόγων. Τις πρωτοβουλίες θα έχουν εδώ πρωτίστως οι φοιτητές που ήταν ενταγμένοι στις (παράνομες) οργανώσεις της Αριστεράς, ενώ ουσιαστικό ρόλο θα παίξουν οι τοπικοί σύλλογοι των φοιτητών (Κρητών, Ηλείων κ.ά.) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αλλού, οι οποίοι δημιουργήθηκαν μεν τυπικά για την προώθηση αμιγώς σπουδαστικών αιτημάτων, θα αποτελέσουν όμως το πρόπλασμα για μεγαλύτερες και πιο πολιτικοποιημένες συλλογικότητες. Η ακαδημαϊκή χρονιά του 1972-73 θα ξεκινούσε λοιπόν με μεγάλες εντάσεις, καθώς οι πιο ριζοσπαστικοποιημένοι φοιτητές θα εμπλέκονταν διαρκώς σε βίαια επεισόδια με μέλη της εθνικιστικής ΕΚΟΦ ή με Ασφαλίτες που επιτηρούσαν τους χώρους των ΑΕΙ. Το συμβάν όμως που θα οδηγούσε στη φοιτητική έκρηξη θα ήταν η απόπειρα του καθεστώτος να διακόψει ξαφνικά την αναβολή σπουδών μερικών δεκάδων φοιτητών, από αρκετές σχολές των πανεπιστημίων της χώρας, με σκοπό να αποκεφαλίσει το κίνημα.

Η απάντηση σε αυτή την αυθαιρεσία θα ήταν η πρώτη κατάληψη του κτιρίου της Νομικής Σχολής στη Σόλωνος, στις 21-22 Φεβρουαρίου του 1973, από περίπου 4.000 φοιτητές, κυρίως της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής. Την οργανωτική ευθύνη θα την έχουν οι παράνομες φοιτητικές οργανώσεις των δύο ΚΚΕ, η Αντι-ΕΦΕΕ και ο «Ρήγας», οι οποίες θα φροντίσουν να αποκλείσουν τους αριστεριστές από το εγχείρημα. Σκοπός ήταν η κατάληψη να αποτελέσει μεν μια πρώτη εμβληματική «έξοδο» του φοιτητικού κινήματος στην κοινωνία, με συνθήματα ακόμη και κατά της δικτατορίας (από την ταράτσα του κτιρίου), αλλά με τρόπο ελεγχόμενο ο οποίος θα βοηθούσε πρωτίστως στην αυτοσυγκρότηση του κινήματος και δεν θα οδηγούσε σε μετωπική σύγκρουση.

Ετσι, ήδη από την πρώτη νύχτα της κατάληψης, το μεγάλο ερώτημα ήταν με τι τρόπο θα γινόταν αναίμακτα η εκκένωση του κτιρίου από τους καταληψίες, με δεδομένο ότι γύρω από το κτίριο είχαν συγκεντρωθεί αστυνομικές δυνάμεις αλλά και μυστικοί της Ασφάλειας. Επειτα από διαπραγματεύσεις με τον πρύτανη Κ. Τούντα –που διαμεσολαβούσε στον Παττακό– θα αποφασιστεί η μεγάλη έξοδος στις 22 Φεβρουαρίου, η οποία θα εξελιχθεί σε συλλαλητήριο στο Σύνταγμα με συμμετοχή πλήθους κόσμου. Λίγες εβδομάδες αργότερα μάλιστα, στις 20 Μαρτίου, θα ακολουθούσε και δεύτερη κατάληψη της Νομικής, αν και από λιγότερους φοιτητές, η οποία αυτή τη φορά θα τελείωνε μέσα σε λίγες ώρες και με βίαιο τρόπο, εξαιτίας της άμεσης επέμβασης του καθεστώτος που δεν επιθυμούσε επανάληψη του δράματος. Οι καταλήψεις ωστόσο είχαν πετύχει τον στόχο τους: όχι μόνο είχαν καταφέρει να επαναφέρουν στα έδρανα όσους συμφοιτητές είχαν υποστεί τη διακοπή της αναβολής σπουδών τους αλλά, το κυριότερο, είχαν πετύχει να συγκροτήσουν πραγματικό φοιτητικό κίνημα, το οποίο δεν περιοριζόταν μόνο σε εκπαιδευτικά ζητήματα, αλλά είχε πολιτικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να αμφισβητεί ευθέως το καθεστώς. Στους επόμενους εννέα μήνες η σύγκρουση θα έφθανε στην κορύφωσή της, οδηγώντας όμως και σε μεγάλα διλήμματα το ίδιο το φοιτητικό κίνημα όπως και το ίδιο το καθεστώς.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ