ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι παραθαλάσσιοι προορισμοί που αγάπησε ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας, λίγο πριν φτάσει στο απόγειο της δόξας του.

Πολύ πριν από το αλκοόλ και την κατάθλιψη, τις γεμάτες ναρκωτικά βραδιές στο κλαμπ Studio 54 της Νέας Υόρκης και την υπόσχεση για ένα προυστικό μυθιστόρημα που δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ, ο Τρούμαν Καπότε είχε ανακηρυχθεί ένας από τους πλέον υποσχόμενους νεαρούς συγγραφείς της Αμερικής. Το 1948 γνώρισε τον έτερο συγγραφέα και μετέπειτα σύντροφό του για 35 ολόκληρα χρόνια, Τζακ Ντάνφι. Για να τον κερδίσει, κατέστρωσε ένα σχέδιο: θα ταξίδευαν μαζί στην Ιταλία.

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΚΙΑ

Μετά από σύντομες στάσεις σε Βενετία, Φλωρεντία, Ρώμη και Νάπολη, οι δυο τους κατευθύνθηκαν προς την Ίσκια, ένα ηφαιστειογενές νησί στον Κόλπο της Νάπολης. Ταξίδεψαν με αλογάμαξα, με παιδιά να τρέχουν ξοπίσω τους, με κατσίκες να βελάζουν στο πέρασμά τους, και έφτασαν στο Forio, ένα μικρό τότε ψαροχώρι, στο οποίο έμειναν για σχεδόν τρεις μήνες. Το διάστημα που πέρασαν εκεί αποδείχτηκε κομβικό για τη ζωή τους: από τη μία ενίσχυσε τη νέα και ακόμα εύθραυστη σχέση τους και από την άλλη χάρισε στον Καπότε μια συνήθεια που θα του χρησίμευε στο μέλλον – να αποδρά στη Μεσόγειο, για να γράφει. Ήταν εδώ, στο Forio, και αργότερα αλλού στη Μεσόγειο που αφοσιώθηκε στη συγγραφή των μυθιστορημάτων «Καλοκαιρινό ταξίδι», «Η άρπα από χορτάρι» και του αριστουργηματικού «Εν ψυχρώ», το οποίο καθόρισε την αστυνομική λογοτεχνία.

«Ο Τζακ ήταν κατά πολύ μέρος της εξίσωσης. Ήθελε να ταξιδέψει και ο Καπότε ήθελε να τον ευχαριστήσει», λέει ο Τζέραλντ Κλαρκ, συγγραφέας της πλέον έγκυρης βιογραφίας «Καπότε: μια ζωή εν θερμώ». «Ο Τρούμαν, όμως, ταξίδευε και για τον ίδιο. Αν και προερχόταν από μια μικρή πόλη της Αλαμπάμα, λάτρευε τη Νέα Υόρκη, και μάλιστα τόσο πολύ, που του ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί στη συγγραφή, γιατί τον έβαζε σε συνεχείς πειρασμούς. Η Νέα Υόρκη ήταν ένα είδος εθισμού. Και ο Καπότε συνειδητοποίησε πως, αν ήθελε να γράψει –και αυτό ήταν το μόνο που ήθελε να κάνει–, θα έπρεπε αυτό να γίνει αλλού».

Και ενώ λοιπόν θα εξελισσόταν σε αδιαφιλονίκητη ηγετική φυσιογνωμία της λογοτεχνίας και της κοινωνικής ζωής στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1960 –το θρυλικό μπαλ μασκέ «Black and White Ball», που διοργάνωσε στο ξενοδοχείο Plaza του Μανχάταν το 1966, θα έμενε στην ιστορία ως το «πάρτι του αιώνα»–, ήξερε ότι μόνο σε μια αυτο-επιβεβλημένη εξορία θα μπορούσε να δημιουργήσει κάτι πραγματικά αξιόλογο. Ο χρόνος που πέρασε στις μικρές παραθαλάσσιες πόλεις και στα χωριά της νότιας Ιταλίας και της Ισπανίας τού επέτρεψε να παραγάγει έναν μεγάλο όγκο έργου, συμβατό με την υπερμεγέθη φιλοδοξία του.


Το όνομα του Καπότε στο βιβλίο επισκεπτών του ξενώνα Pensione Di Lustro, στο Forio. (Φωτογραφία: Susan Wright/The New York Times)


Πέρυσι την άνοιξη και το καλοκαίρι, αποφάσισα να αναζητήσω αυτά τα ειδυλλιακά μέρη, με την ελπίδα να κάνω μια αναδρομή στις ημέρες δόξας του χρυσού παιδιού από το μακρινό παρελθόν. Ένα δροσερό πρωινό του περασμένου Μαΐου, επιβιβάστηκα σε ένα φεριμπότ στη Νάπολη, κοιτάζοντας τα κτίριά της με τα παστέλ χρώματα να δίνουν τη σκυτάλη στo εντυπωσιακό Κάπρι, που αχνοφαινόταν στον ορίζοντα. Μιάμιση ώρα αργότερα, αποβιβάστηκα στο Forio, στη δυτική ακτή της Ίσκια, και εντόπισα τον ξενώνα Pensione Di Lustro όπου έμενε το ζευγάρι, ακριβώς απέναντι από το μικρό λιμάνι με τους φοίνικες. «Είναι η πιο ευχάριστη πανσιόν στο Forio, και μάλιστα σε ενδιαφέρουσα τιμή», έγραφε ο Καπότε στο κείμενο του 1949 με τίτλο «Ischia». Έναντι περίπου 200 δολαρίων τον μήνα είχαν «δύο πελώρια δωμάτια με πατώματα από ζωγραφιστό πλακάκι», με θέα τη θάλασσα, και δύο γεύματα πέντε πιάτων ημερησίως. Η ευμάρεια της Ίσκια έχει αυξηθεί αισθητά με τα χρόνια, καθώς ο τουρισμός της ακμάζει χάρη στις ιαματικές της πηγές. Λίγα όμως έχουν αλλάξει στον ξενώνα Pensione Di Lustro, που, καινούργιος τότε, είχε φιλοξενήσει από την έναρξη της λειτουργίας του μόλις δέκα Αμερικανούς –ο Καπότε και ο Ντάνφι ήταν κατά σειρά ο ένατος και ο δέκατος–, ενώ για κάποιον καιρό έμεινε μαζί τους και ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Τενεσί Ουίλιαμς.

Το δωμάτιο Νο 3 του Καπότε ήταν πάνω κάτω όπως το είχε περιγράψει, μεγάλο και ψηλοτάβανο. Μπορούσα να τον φανταστώ να κοπιάζει εκεί μέσα γράφοντας το «Καλοκαιρινό ταξίδι», ένα ημιτελές μυθιστόρημα που αποφάσισε να ολοκληρώσει εκεί και το οποίο εκδόθηκε το 2005, μετά τον θάνατό του.

Στην κουζινίτσα με τα μπλε και άσπρα πλακάκια του δεκάκλινου ξενώνα βρήκα την Τζιοκόντα ντι Λούστρο, που στα 19 της –επί εποχής Καπότε και Ντάνφι– ήταν η μαγείρισσα και καμαριέρα τους, και η οποία στο κείμενο «Ischia» έχει σημαντική παρουσία. «Η Τζιοκόντα δεν μιλάει αγγλικά και τα ιταλικά μου είναι... τέλος πάντων. Όπως και να έχει, την εμπιστεύομαι», έγραφε ο Καπότε.

«Ήταν πολύ ενθουσιώδης και μέσα στη ζωντάνια», αφηγείται η Ντι Λούστρο στα ιταλικά, ενθυμούμενη ότι μαγείρευαν μαζί σε αυτή την κουζίνα. Γκριζομάλλα, αλλά καλοστεκούμενη παρά τα 88 της χρόνια, είναι σήμερα η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου μαζί με τις δύο κόρες της, Μαρία Τερέζα και Τζιουζεπίνα. Τα γεύματα των πέντε πιάτων έχουν εκλείψει, εκείνο όμως το βράδυ ευχαριστήθηκα ένα λουκούλλειο δείπνο, παρόμοιο με αυτό που θα απολάμβαναν ο Καπότε και ο Ντάνφι. Ξεκινούσε με ένα γευστικότατο ριζότο με τομάτα και μελιτζάνα και ολοκληρωνόταν με ένα παραδοσιακό τοπικό γλυκό, την pastiera – όλα μαγειρεμένα και σερβιρισμένα από την Ντι Λούστρο και τις μεσήλικες κόρες της. Όπως είχε παρατηρήσει και ο Καπότε, η τιμή, στα 70 ευρώ για διανυκτέρευση και δείπνο, ήταν άκρως «ενδιαφέρουσα».


Η πλατεία Duomo στην Ταορμίνα. (Φωτογραφία: Susan Wright/The New York Times)


Στην  Ίσκια ο Καπότε έκανε κάτι παραπάνω από το να εργάζεται και να τρώει καλά. Είχε μαγευτεί από την πρωτόγονη ομορφιά του νησιού, η γοητεία του οποίου, όπως έγραφε στο κείμενό του, βρίσκεται στους «ηφαιστειογενείς γκρεμούς του» με τα βράχια από κάτω, που μοιάζουν με «κοιμώμενους δεινόσαυρους».

Το διάστημα που έζησε στην Ίσκια, ο Καπότε καθιέρωσε ένα παραγωγικό καθημερινό πρόγραμμα, που είχε γίνει αντιληπτό από τον επιμελητή του στον εκδοτικό οίκο Random House, Ρόμπερτ Λίνσκοτ. Τον Απρίλιο του επόμενου χρόνου, ο Καπότε και ο Ντάνφι επέστρεψαν στην Ιταλία, αυτή τη φορά στην Ταορμίνα, στην ανατολική ακτή της Σικελίας. Όταν όμως ο Λίνσκοτ πήρε χαμπάρι ότι ο Καπότε ήθελε να φύγει από το νησί, του απαγόρευσε να το κάνει, αν προηγουμένως δεν του παρέδιδε ένα ολοκληρωμένο χειρόγραφο του βιβλίου.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΤΑΟΡΜΙΝΑ

Το χειρόγραφο εκείνο, με θέμα μια απίθανη παρέα απόκληρων που κρύβονται σε ένα δεντρόσπιτο στον βαθύ αμερικανικό νότο, το οποίο γράφτηκε εξ ολοκλήρου στην Ταορμίνα, εκδόθηκε το 1951 με τον τίτλο «Η άρπα από χορτάρι». Με μια προσεκτική ανάγνωση μπορεί να δει κανείς φευγαλέα στις σελίδες του βιβλίου την Ταορμίνα μέσα από τα μάτια του Τρούμαν Καπότε.

Σήμερα, το ιταλικό θέρετρο προσελκύει τόσο το διεθνές τζετ σετ όσο και ορδές τουριστών που ακολουθούν κατά πόδας τους ξεναγούς με τα σημαιάκια. Όμως η παραθαλάσσια πόλη στην οποία είχαν φτάσει ο Καπότε και ο Ντάνφι ήταν πολύ πιο ήσυχη εκείνα τα χρόνια, καθώς ανάρρωνε ακόμα από τις πληγές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.


Η οδός Umberto στην Ταορμίνα. (Φωτογραφία: Susan Wright/The New York Times)


Σε μια επίσκεψή μου τον περασμένο Ιούνιο βρήκα το μικρό κέντρο της Ταορμίνας γεμάτο κόσμο, ο οποίος όμως αραίωσε με το που βγήκα από την Porta Messina, την ιστορική βόρεια πύλη της πόλης. Περνώντας κάτω από δύο ακόμα πέτρινες αψίδες, βρήκα τη Villa Britannia, η νεαρή ιδιοκτήτρια της οποίας, Λουίζα Βιτόριο, διεκδικεί σημαντικό κομμάτι της λογοτεχνικής κληρονομιάς του Καπότε στην περιοχή: αρκετά μέλη της οικογένειάς της, συμπεριλαμβανομένου του πατέρα της, Νίνο Βιτόριο, συγκαταλέγονται στους γλαφυρούς χαρακτήρες του «Fontana Vecchia», το οποίο έγραψε ο Καπότε το 1951, και μάλιστα κατοικούν ακόμα στο ίδιο στενό.

Το κείμενο παίρνει το όνομά του από το σπίτι του Καπότε και του Ντάνφι στην Ταορμίνα, ένα τριανταφυλλί κτίριο διαγωνίως επάνω από τη Villa Britannia. Αν και η Fontana Vecchia είναι ιδιόκτητη (ανήκει εδώ και χρόνια στον εξάδελφο του Βιτόριο, Σαλβατόρε Γκαλεάνο) και δεν ανοίγει συνήθως για το κοινό, μου έκαναν μια ιδιαίτερη ξενάγηση. Με το που βγήκα στο μπαλκόνι της, το οποίο κρέμεται πάνω από την πλαγιά, αμέσως κατάλαβα: όπως ο Καπότε, νεαρό αγόρι ακόμα στην Αλαμπάμα, αναζητούσε συχνά καταφύγιο, παρέα με την παιδική του φίλη και μετέπειτα συγγραφέα Χάρπερ Λι, σε ένα δεντρόσπιτο στην πίσω αυλή του σπιτιού του –προφανής έμπνευση για το δεντρόσπιτο του μυθιστορήματος «Η άρπα από χορτάρι»–, έτσι και εδώ, ενδεχομένως, υπήρχε ακόμη μία έμπνευση, ένα αιωρούμενο καταφύγιο, μακριά από τις κοινωνικές επιταγές της ζωής του στο Μανχάταν.

ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ «ΕΝ ΨΥΧΡΩ»

Πίσω στη Νέα Υόρκη, επτά χρόνια μετά, και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1959, ο Καπότε έπεσε πάνω σε ένα άρθρο των The New York Times με τίτλο «Πλούσιος αγρότης, τρία μέλη της οικογένειάς του σφαγμένα». Με τη βοήθεια της παιδικής του φίλης, Χάρπερ, ο Καπότε πέρασε περίπου τρεις μήνες στις πεδιάδες του δυτικού Κάνσας, ερευνώντας μια υπόθεση που αρχικά προοριζόταν για ένα σχετικά σύντομο άρθρο στο περιοδικό The New Yorker. Όταν το άρθρο εξελίχθηκε τελικά σε ένα κείμενο που έμελλε να κυκλοφορήσει σε τέσσερα μέρη στο περιοδικό και να γίνει το «Εν ψυχρώ», το μη λογοτεχνικό του πεζογράφημα που έλαβε επαίνους για τις ατμοσφαιρικές και κινηματογραφικές του λεπτομέρειες, ο Καπότε διέσχισε για άλλη μία φορά τον Ατλαντικό. Με τον Ντάνφι στο πλευρό του και βαλίτσες γεμάτες με δακτυλογραφημένες σημειώσεις, έφτασε τον Απρίλιο του 1960 στην παραθαλάσσια πόλη Palamos, βόρεια της Βαρκελώνης.

Ένα αποπνικτικά ζεστό ηλιόλουστο πρωινό του Αυγούστου, συνάντησα εκεί τη Μαρία Άνγκελς Σολέ, ξεναγό στο Moυσείο Αλιείας (Museu de la Pesca), που τα περισσότερα καλοκαίρια διοργανώνει τη θεματική ξενάγηση «To Palamos του Τρούμαν Καπότε». Περπατήσαμε στον πολυσύχναστο πεζόδρομο Carrer Major, όπου μου έδειξε τα μαγαζιά στα οποία σύχναζε ο Aμερικανός συγγραφέας. Κοντά στο λιμάνι βρήκαμε την πλάκα στην οποία αναγραφόταν η τοποθεσία της πρώτης βίλας όπου διέμεινε, στη θέση της οποίας υπάρχει σήμερα μια πενταώροφη πολυκατοικία.

Δύο ακόμα από τα σπίτια του Καπότε έχουν χαθεί προ πολλού, μου είπε ο Γιοσέπ Κολομέρ, ο εδώ και χρόνια ιδιοκτήτης ενός από τα πιο παλιά ξενοδοχεία του Palamos, του Hotel Trias. Είχα κανονίσει να συναντήσω τον ίδιο και τη σύζυγό του, Άννα-Μαρία Καμούλερ, στο φουαγέ όπου ο Καπότε, όπως μου είπαν, συνήθιζε να περνάει τα πρωινά του διαβάζοντας τις εφημερίδες του και πίνοντας τζιν μαρτίνι.

Αν και το Palamos έχει πλέον αλλάξει πολύ, το Castell-Cap Roig –μια προστατευόμενη περιοχή μεγαλύτερη των 11 στρεμμάτων, με βράχια από κόκκινο γρανίτη, πανύψηλα πεύκα και ερημικά λιμανάκια– παραμένει σχεδόν το ίδιο. Ανάμεσα στα ελάχιστα σπίτια υπάρχει και μια βίλα, πάνω από τον κόλπο του Sanià, για την οποία ο Κολομέρ είχε μεσολαβήσει ώστε να τη νοικιάσει ο Καπότε την τελευταία άνοιξη και το τελευταίο καλοκαίρι που πέρασε στο Palamos.


Η βεράντα της σουίτας του Καπότε στη Villa Britannia, στην Ταορμίνα. (Φωτογραφία: Susan Wright/The New York Times)


Την επόμενη μέρα κατευθύνθηκα προς τα εκεί, με μόνη συντροφιά τον ήχο από τις πατημασιές μου πάνω στις ξερές πευκοβελόνες και το ασταμάτητο τραγούδι των τζιτζικιών κατά μήκος του μονοπατιού μέσα στο δάσος. Μετά από περίπου 20 λεπτά περπάτημα, τα πεύκα διαδέχτηκε ένα χωράφι με λεπτά κίτρινα και ροζ αγριολούλουδα. Τότε το είδα: το τελευταίο –και πιο μεγαλοπρεπές– σπίτι του Καπότε στη Μεσόγειο, μια κατάλευκη βίλα με μια πύλη σε χρώμα βαθύ πράσινο. Εδώ είχε εργαστεί σκληρά πάνω στο τρίτο, και μεγαλύτερο, μέρος του «Εν ψυχρώ» και είχε φιλοξενήσει, κατά καιρούς, διάσημους φίλους του, όπως η Γκλόρια Βάντερμπιλτ, της οποίας το γιοτ ήταν αγκυροβολημένο στον κόλπο. Το συγκεκριμένο πεζογράφημα θα ήταν πιο εκτενές και πιο σύνθετο από οτιδήποτε είχε μέχρι τότε αποτολμήσει ο Καπότε. Το να ερευνά ένα τόσο φρικιαστικό θέμα, να έρχεται τόσο κοντά συναισθηματικά στους δολοφόνους –και να παρακολουθεί τις εκτελέσεις τους– θα του στοίχιζε σε βάθος χρόνου ψυχολογικά.

Ο κόλπος της Sanià δεν είναι προσβάσιμος στο κοινό με τα πόδια, οπότε κατέβηκα από ένα απότομο πέτρινο μονοπάτι στον κόλπο Canyers, που βρίσκεται δίπλα στο ιδιωτικό καταφύγιο του Καπότε. Τα νερά εκεί ήταν τόσο καθαρά, που μπορούσα να διακρίνω μέχρι και τα όστρακα στα βράχια ενώ τσαλαβουτούσα. Κοιτώντας μακριά, στην απέραντη θάλασσα με τα γαλαζοπράσινα νερά, αισθάνθηκα μια απόλυτη γαλήνη και αταραξία, την ίδια που θα είχε αισθανθεί τότε και εκείνος. Σκεφτόταν μάλιστα να αγοράσει είτε την ισπανική βίλα είτε κάποιο άλλο σπίτι εκεί κοντά, αλλά τελικά υποχώρησε στην επιθυμία του Ντάνφι, λάτρη του σκι, που λαχταρούσε να γυρίσει στο Verbier της Ελβετίας, όπου είχαν περάσει αρκετούς χειμώνες. Αφού έφυγαν από την ισπανική ακτή το φθινόπωρο του 1962, δεν έζησαν ποτέ ξανά μαζί στη Μεσόγειο. Το 1966, το «Εν ψυχρώ» έγινε μπεστ σέλερ, σηματοδοτώντας το απόγειο της φήμης και της επιτυχίας του Καπότε, αλλά και την απαρχή της τελικής πτώσης του.

Πριν από όλα αυτά, όμως, είχε προλάβει να ζήσει τους απόκρημνους γκρεμούς, τις ερημικές παραλίες, τη θεσπέσια αίσθηση του παγωμένου θαλασσινού νερού στο καυτό από τον ήλιο δέρμα του και, πάνω από όλα, τον μεγάλο του έρωτα – τις μικρές αυτές ευλογίες που σκιαγραφούν την ιδιωτική ζωή ενός δημόσιου προσώπου στο άνθος της ηλικίας του.
 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ