ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στις 29 Φεβρουαρίου 1956, έντεκα μήνες μετά την έναρξη του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ συναντάται με τον Βρετανό κυβερνήτη της Κύπρου Τζον Χάρντινγκ. Οι συνομιλίες τους θα καταλήξουν σε αδιέξοδο. Την ίδια ημέρα ανακοινώνεται η θανατική καταδίκη δύο νεαρών Κύπριων αγωνιστών.

Δέκα ημέρες αργότερα (9 Μαρτίου), ο Μακάριος επρόκειτο να μεταβεί στην Αθήνα, για συνομιλίες με τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή. Γνώριζε ότι υπήρχε περίπτωση να συλληφθεί στη διαδρομή από την Αρχιεπισκοπή έως το αεροδρόμιο Λευκωσίας, αλλά και τα σενάρια για πιθανή εξορία του. Στη βάση αυτών των σεναρίων βρισκόταν η πεποίθηση του αποικιακού καθεστώτος ότι ο εκτοπισμός του θα διευκόλυνε την εξεύρεση «μετριοπαθών συνομιλητών».

Οταν ο Αρχιεπίσκοπος έφτασε στο αεροδρόμιο, οδηγήθηκε σε ένα βρετανικό στρατιωτικό αεροπλάνο, όπου του γνωστοποιήθηκε το διάταγμα της απέλασής του. Στο ίδιο αεροπλάνο θα οδηγηθούν ο μητροπολίτης Κυρηνείας Κυπριανός, ο γραμματέας της ίδιας μητρόπολης Πολύκαρπος Ιωαννίδης και ο ιερέας της Φανερωμένης Λευκωσίας Σταύρος Παπαγαθαγγέλου.

Το αεροπλάνο θα μεταφέρει τους τέσσερις εξόριστους στη Μομπάσα της Κένυας. Εκεί θα επιβιβαστούν σε φρεγάτα του βρετανικού ναυτικού, η οποία θα τους μεταφέρει στις Σεϋχέλλες. Μια εξοχική έπαυλη, περιβαλλόμενη από τροπική βλάστηση θα γίνει ο τόπος κράτησής τους.

Ο Μακάριος και οι συνεξόριστοί του θα παραμείνουν στην έπαυλη Σαν Σουσί έως τις 28 Μαρτίου 1957. Τότε θα αφεθεί ελεύθερος, με τον όρο να μην επιστρέψει στην Κύπρο. Στις 17 Απριλίου έφτασε στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε. Στην Κύπρο επέστρεψε την 1η Μαρτίου 1959 – μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Στην Αθήνα τον υποδέχθηκε μια παλλόμενη ανθρωποθάλασσα. «Και ήτο, όλον αυτό το απροσμέτρητον πλήθος, μαζί με τους επανελθόντας από την εξορίαν και μαζί με την κρατικήν και πολιτικήν εκπροσώπησιν, η σεισμικής εντάσεως έκφρασις της πίστεως προς το δίκαιον του αγώνος, της ακλονήτου αποφάσεως όπως μη εγκαταληφθή κατ’ ουδένα τρόπο και υπό ουδένα πρόσχημα, ο τελικός σκοπός, που είναι η άσκησις του δικαιώματος αυτοδιαθέσεως του υπό στυγνήν και αδιανόητον διά την εποχήν μας δουλείαν κυπριακού λαού» (Η «Καθημερινή», 18/4/1957).


«[...] Η παρουσία του ήρκεσε διά να δονηθή η ατμόσφαιρα με την μυριόστομον κραυγήν “Ελευθερία-Κύπρος-Ενωσις”. Και ο αντίλαλος της ιαχής [...] έφτασε έως τας Αθήνας και [...] ξεχύθηκε μέσα κι έξω από την Ελλάδα».
Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ