ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ*

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος: Κορυφαία μορφή στη μελέτη της σύγχρονης Ιστορίας

ΕΛΛΑΔΑ

O Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (1938-2019) διακρίθηκε για την ευρύτητα του έργου του και το ήθος του ως δασκάλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938, γιος του κορυφαίου δημοσιογράφου Δημητρίου Σβολόπουλου και της Αλεξάνδρας Σκαλιέρη-Σβολοπούλου. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στην Πολιτική Επιστήμη στη Γαλλία (Στρασβούργο και Παρίσι). Υπηρέτησε ως καθηγητής της Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ (1981-1989) και ως καθηγητής της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1990-2005). Εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 2003.

Υπήρξε ένας από τους επιστήμονες που συγκρότησαν τον κλάδο της σύγχρονης Ιστορίας στην Ελλάδα. Η συμβολή του σε αυτόν τον τομέα υπήρξε καθοριστική.

Μετά τις μεταπτυχιακές του σπουδές, υποστήριξε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1974, τη διδακτορική του διατριβή σχετικά με την πολιτική δράση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην αυτόνομη Κρήτη το 1901-1906 – η πρώτη διατριβή για θέμα του ελληνικού 20ού αιώνα που υποστηρίχθηκε σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Η ενασχόλησή του με τον Βενιζέλο είχε ήδη ξεκινήσει από το 1962-1965, όταν ταξινόμησε το αρχείο του Κρητικού πολιτικού στο Μουσείο Μπενάκη. Συνεχίστηκε με τη δημοσίευση πέντε βιβλίων και πολυάριθμων μελετών που ανέλυσαν την εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου – τις στρατηγικές επιλογές και κατευθύνσεις, τις σχέσεις με τους γειτονικούς λαούς και την Ευρώπη, στην περίοδο 1912-1932.

Εχοντας ήδη μελετήσει τον έναν μεγάλο ηγέτη του ελληνικού 20ού αιώνα, δεν δίστασε να στραφεί στην έρευνα και για τον άλλον, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το 1983, με δική του παρότρυνση, οι Κωνσταντίνος Τσάτσος, Κωνσταντίνος Τρυπάνης και ο ίδιος πρότειναν στον Καραμανλή τη συγκρότηση του ομώνυμου ιδρύματος που θα στέγαζε το αρχείο του. Ο Σβολόπουλος διηύθυνε το Ιδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής από το 1990. Υπό τη γενική επιμέλεια του Σβολόπουλου, πραγματοποιήθηκε η έκδοση του δωδεκάτομου έργου «Κωνσταντίνος Καραμανλής: Αρχείο, γεγονότα και κείμενα», που παρουσιάστηκε το 1997. Το έργο αυτό κατέστησε, για πρώτη φορά, άμεσα διαθέσιμο ένα τεράστιο υλικό και έδωσε καθοριστική ώθηση στη μελέτη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η ενασχόληση του Σβολόπουλου με την ιστορία του Καραμανλή απέφερε ακόμη δύο έργα. Πρώτον, τη σύγκληση, από το Ιδρυμα Καραμανλή, του μεγάλου συνεδρίου στην 100ή επέτειο από τη γέννησή του, το 2007· και τη βιογραφία του Καραμανλή που συνέγραψε ο ίδιος και δημοσιεύθηκε το 2012.

Είχε μεσολαβήσει ακόμη ένας μεγάλος κύκλος επιστημονικής δράσης, το 1981-90, όταν ο Σβολόπουλος διηύθυνε το Ιδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), στη Θεσσαλονίκη. Από τη θέση αυτή, σε μια εποχή κατά την οποία είχαν αρχίσει να αποκαθίστανται οι σχέσεις μεταξύ των βαλκανικών λαών που είχαν διαρραγεί κατά την πρώτη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου (πρωτοπόρος σε τούτο η Association Internationale d’ Etudes du Sud-est Européen), ο Σβολόπουλος ανέπτυξε μια τεράστια δραστηριότητα. Στη δεκαετία εκείνη, το ΙΜΧΑ και η δυναμική επιστημονική κοινότητα του ΑΠΘ διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην αποκατάσταση των επιστημονικών/πνευματικών δεσμών με τις βαλκανικές χώρες· πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμα διεθνή συνέδρια, δημοσιεύθηκαν πάνω από 40 τόμοι πρακτικών, συλλογικά έργα και μονογραφίες. To ίδιο το ΙΜΧΑ, υπό τη διεύθυνση του Σβολόπουλου, απέκτησε νέα στέγη που του επέτρεψε να επεκτείνει τη δράση του.

Υπήρχαν κάποιοι ακόμη τομείς που προσείλκυαν μόνιμα το έντονο ενδιαφέρον του. Ο ένας ήταν ο αγώνας της ανεξαρτησίας, για τον οποίο δημοσίευσε πολλές μελέτες και τρία βιβλία («Κατακτώντας την Ανεξαρτησία», «Προμαχώντας στο Μεσολόγγι» και τη δημοσίευση της αλληλογραφίας του Αλέξανδρου Υψηλάντη, από κοινού με τον μεγάλο Ρώσο επιστήμονα Γριγκόρι Αρς). Είναι πραγματικά σπάνιο, ειδικά στις ημέρες μας, να έχει εκτείνει ένας επιστήμονας τη μελέτη του από τον Ρήγα ώς το τέλος του 20ού αιώνα. Σε αυτά τα έργα του, ο Σβολόπουλος τόνιζε διαρκώς την αγωνιώδη αναζήτηση, εξαρχής, του ελληνικού εθνικού κινήματος, για τις αρχές του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας, όπως είχαν αυτές αποτυπωθεί στις διακηρύξεις της Γαλλικής Επανάστασης, στις οποίες άλλωστε βασίστηκε και η Ελληνική.

Ενας άλλος άξονας ήταν ο πόλεμος του 1940-41 και η Εθνική Αντίσταση. Ο Σβολόπουλος αναδείκνυε τον ρόλο της Ελλάδας στην πρωτοπορία του πανανθρώπινου αγώνα εναντίον του φασισμού και επέμενε πάντοτε στην ψύχραιμη, επιστημονική και ουσιαστική αποτίμηση της πολεμικής προσπάθειας της χώρας και του έθνους, πέρα από τις εσωτερικές εντάσεις που ακολούθησαν. Αλλωστε, το τελευταίο βιβλίο του, δημοσιευμένο το 2016, ήταν αυτό που επί χρόνια σχεδίαζε να γράψει – «1940: Οι τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου», μια αποτύπωση των εξελίξεων εκείνων των δραματικών ημερών, ώρα με την ώρα, από την Αθήνα έως τις πρωτεύουσες των μεγάλων δυνάμεων. Τέλος, o ευρύτερος ελληνισμός, ειδικά της Κωνσταντινούπολης και της Κύπρου, αποτέλεσε ακόμη έναν άξονα της μελέτης του. Η έμφυτη ευγένεια, η εξωστρέφεια, η αγωνία του να είναι γενναιόδωρος, όσο και δίκαιος, προς τους ανθρώπους και ειδικά τους νέους, αλλά και το λεπτό χιούμορ, χαρακτήρισαν τον Σβολόπουλο στο προσωπικό επίπεδο. Η δυναμική παρουσία, δίπλα του, της συζύγου του, Κατερίνας Χέλμη, ήταν βασικός πυλώνας της ζωής του.

Η ηγετική λειτουργία του στα ελληνικά γράμματα εδραζόταν σε θεμελιώδεις αρχές από τις οποίες δεν απέκλινε. Η προσήλωση στην επιστημονική μέθοδο, στην αξιοκρατία, στη δημοκρατία, στον φιλελευθερισμό και στην Ευρώπη ήταν μια κοσμοθεωρητική επιλογή, που διαπέρασε το σύνολο της δράσης του. Πάνω από όλα, καθόρισε τη στάση του ως δασκάλου. Η επιμονή σε αυτό που αποκαλούσε «υπεύθυνη έρευνα» (δηλαδή τη στέρεα βασισμένη στις πηγές και στην επίπονη δουλειά), η αγωνιώδης αναζήτηση της αλήθειας, όσο και της εμπνευσμένης (συχνά τολμηρής) ερμηνείας, συνοδεύονταν πάντοτε από την αποθάρρυνση της ακρότητας, της βιασύνης και των μεγάλων λόγων· και, αντίστοιχα, από την ενθάρρυνση της ακρίβειας και της ψύχραιμης, προσεκτικής αποτίμησης. Πέρα από το τεράστιο έργο του, το ήθος του ως δασκάλου θα μείνει ως παρακαταθήκη στην κοινωνία και στην επιστημονική κοινότητα.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ