«Αφού έδωσε φωνή στις διαμαρτυρίες των Ελλήνων για την κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις στερήσεις που επέφεραν πέντε χρόνια περικοπών δαπανών, ο Ελληνας πρωθυπουργός εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για μια νέα αρχή». Ετσι περιγράφει το προσωπικό του μηχανισμού στήριξης της Ε.Ε., του γνωστού ως ESM, την απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να υπογράψει τρίτο μνημόνιο στις 8 Ιουλίου του 2015. Σε βιβλίο με τίτλο «Διασφαλίζοντας το ευρώ σε εποχές κρίσης», στελέχη και συνεργάτες του ESM αφηγούνται τους πέντε ταραγμένους μήνες από την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις 25 Ιανουαρίου 2015 και μέχρι τη συνθηκολόγησή του με τους πιστωτές της Ελλάδας.

Παραθέτουν δηλώσεις του μετέπειτα υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου, πως «τους πρώτους έξι μήνες η ελληνική κυβέρνηση πίστευε πως η Ε.Ε. δεν θα μπορούσε να αγνοήσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και προσπάθησε να το εξηγήσει στους Ευρωπαίους».

Οπως επισημαίνουν, το πρώτο εξάμηνο του 2015 η Ελλάδα γύρισε την πλάτη στις δεσμεύσεις της. Στις 4 Φεβρουαρίου, μια εβδομάδα από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα ο Τσίπρας, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι τα ελληνικά ομόλογα δεν ήταν πλέον επιλέξιμα ως ενέχυρα ούτε για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ούτε για τα δάνεια που χορηγούσε η τράπεζα. Οι «συγκρούσεις μεταξύ προσωπικοτήτων» περιέπλεξαν τα διλήμματα της διαπραγμάτευσης, καθώς ο Τσίπρας επέλεξε για υπουργό Οικονομικών τον οικονομολόγο Γιάνη Βαρουφάκη. Απευθυνόμενος στους ομολόγους του στο Eurogroup, ο Βαρουφάκης τάχθηκε κατά των περικοπών δαπανών, υπέρ της αύξησης του βασικού μισθού και κατά των ιδιωτικοποιήσεων. Και ζήτησε ένα δάνειο-γέφυρα για λίγους μήνες. Η Ευρωζώνη είχε ήδη παρατείνει το πρόγραμμα της Ελλάδας κατά δύο μήνες και μόλις 10 ημέρες μετά την έναρξη των συνομιλιών το Eurogroup της παραχώρησε άλλους τέσσερις μήνες παράταση.

Ο Τσίπρας επιχείρησε να διαπραγματευτεί σε επίπεδο αρχηγών κρατών αλλά η τακτική του δεν απέδωσε, καθώς χώριζε χάσμα τα αιτήματα της Αθήνας από όσα ήταν διατεθειμένη να προσφέρει η Ευρωζώνη. Στο μεταξύ, οι αγορές αντιδρούσαν αρνητικά. Στα τέλη Μαρτίου η Fitch υποβάθμισε την Ελλάδα στη βαθμίδα CCC από B, λίγες εβδομάδες μετά ακολούθησε η Standard & Poor’s και λίγο αργότερα η Moody’s. Στις 8 Απριλίου 2015 ο Τσίπρας μετέβη στη Μόσχα για συνομιλίες με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά η προσπάθειά του απέβη άκαρπη.

Σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, που είχε διορισθεί διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος από την προηγούμενη κυβέρνηση, η ένταση ανάμεσα στον Βαρουφάκη και το Eurogroup, η φημολογία περί «Σχεδίου Β» και τα αιτήματα για δανειοδότηση από τη Ρωσία επιβάρυναν τις διαπραγματεύσεις, υπονόμευαν την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και επέτειναν την ανησυχία στις αγορές. Στα τέλη Απριλίου ο Ντάισελμπλουμ διαπίστωνε ακόμη χάσμα ανάμεσα στην Αθήνα και τους πιστωτές της. Οπως τόνισε «προεκλογικά η κυβέρνηση είχε δώσει εξωπραγματικές υποσχέσεις που δημιούργησαν προβλήματα όταν ανέλαβε την εξουσία».

Τον Απρίλιο ο Τσίπρας προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης και ανέθεσε στον Τσακαλώτο τη διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η νέα ομάδα τηρούσε ηπιότερους τόνους και οι συνομιλίες ήταν ευκολότερες, χωρίς ωστόσο να σημειωθεί πρόοδος.

Στο μεταξύ, είχε ήδη παρέλθει η μισή παράταση του ελληνικού προγράμματος. Τον Μάιο η Ελλάδα αναγκάστηκε να αντλήσει κεφάλαια από τον λογαριασμό της στο ΔΝΤ για να αποπληρώσει στο Ταμείο δόση ύψους 750 εκατ. ευρώ. Στις 4 Ιουνίου ενημέρωσε το Ταμείο ότι θα καθυστερούσε την επόμενη δόση ύψους 300 εκατ. ευρώ, ενώ οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές κατέρρεαν.

Για να δώσει διέξοδο, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ κάλεσε έκτακτη Σύνοδο Κορυφής στις 22 Ιουνίου 2015. Η Ελλάδα παρουσίασε νέες προτάσεις και αναμενόταν πως ο Τσίπρας, οι θεσμοί και οι υπουργοί Οικονομικών θα εκπονήσουν σχέδιο συμφωνίας πριν από την εκπνοή του δεύτερου προγράμματος στις 30 Ιουνίου.

Στην τακτική Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. όμως, οι ελληνικές προτάσεις δεν ικανοποιούσαν τους πιστωτές. Στις 26 Ιουνίου αποχώρησε η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα και το πρωί της 27ης Ιουνίου ο Τσίπρας ανακοίνωσε δημοψήφισμα ώστε να επιλέξει ο ελληνικός λαός αν θα δεχθεί ή θα απορρίψει τους όρους των δανειστών.

Είχαν μείνει τέσσερις ημέρες μέχρι την εκπνοή του δευτέρου προγράμματος, οπότε η Ελλάδα θα έχανε τα κεφάλαια που δεν είχε αντλήσει και την πρόσβαση σε άλλα οφέλη της Ευρωζώνης, όπως και τα κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα που είχε η ΕΚΤ. Στις 8 Ιουνίου η Αθήνα επιβάλλει capital controls και χάνει την προθεσμία για την πληρωμή δόσης στο ΔΝΤ, το Eurogroup εμμένει στις θέσεις του και οι Ελληνες δεν έχουν πρόσβαση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. «Τα capital controls δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σε μια νομισματική ένωση», σχολίασε ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, που τόνισε όμως πως «στην κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ελλάδα, δεν υπήρχε άλλη επιλογή».

Στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου οι Ελληνες έδειξαν την οργή τους καταψηφίζοντας με 61% τους όρους των πιστωτών. Αμέσως μετά, όμως, ο Τσίπρας προσέγγισε τους πιστωτές, ζήτησε από τον Βαρουφάκη να παραιτηθεί και τον αντικατέστησε με τον Τσακαλώτο. Στη διάρκεια της θητείας Βαρουφάκη είχαν φύγει από τις τράπεζες καταθέσεις ύψους 45 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα έπρεπε πια να γυρίσει σελίδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ