ΔΗΜΗΤΡΗΣ Χ. ΠΑΞΙΝΟΣ*

Οι γυαλένιες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καλοκαίρι στη Λευκάδα. INTIME NEWS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καλοκαίρι στη Λευκάδα, μεγάλη η μέρα, μεγάλη και η αγωνία να τη γεμίζουμε ευχάριστα. Μπάνιο δεν μπορούσαμε να πάμε μόνοι, κι όταν βρισκόταν να μας φορτωθεί κάποιος μεγαλύτερος, όπως ο ξάδελφός μας Κώστας, το μετάνιωνε και δεν έβλεπε την ευκαιρία να μας ξεφορτωθεί. Ημασταν, λέει, πολύ ζωηροί και έπρεπε να αφιερώνει τον χρόνο του αποκλειστικά σε εμάς. Κι έτσι δεν είχε χρόνο, λέγαμε εμείς, να φλερτάρει πότε με τη μία, πότε με την άλλη. Ηταν γόης, εδώ που τα λέμε.

Και τώρα, τι κάνουμε. Ετσι, με τα σορτσάκια και τη φανελίτσα ξεκινούσαμε για τους αγρούς να κόψουμε τζίτζιφα και μελίκοκα. Πάντα με τον φόβο να μας δει κάποιος – «ε, μωρέ, γιατί κόβετε τα μελίκοκα;», τα οποία, σημειωτέον, δεν τους χρησίμευαν σε τίποτα. Γυρνούσαμε στην έδρα μας θριαμβευτές, με τα αποτελέσματα της εκστρατείας μας να είναι ορατά στην παραφουσκωμένη φανέλα μας. Γιατί εκεί αποθηκεύαμε όσα δεν μπορούσαμε να καταναλώσουμε με τη μία.

Γι’ αυτό δίναμε μεγαλύτερη σημασία μόνο στην πόλη και στα σοκάκια της, που τα ξέραμε με κάθε λεπτομέρεια. Δεν είχε απλωθεί τόσο η Λευκάδα και έτσι μας ήταν πιο βολικά. Ημασταν οι κατακτητές της. Κι όταν μπορούσαμε, παίζαμε πόλεμο με αυτοσχέδια ξύλινα όπλα. Στρατολόγηση μελών γινόταν βασικά από τις ενορίες. Κι όταν ήταν έτοιμη η ομάδα της ενορίας, επιτίθετο με αλαλαγμούς ινδιάνικους κατά της άλλης.

Η μάχη δεν κρατούσε πάνω από πέντε λεπτά και το λάφυρο συνήθως ήταν κανένα ξύλινο σπαθί ή κοντάρι, από τα άφθονα καλάμια που υπήρχαν ή από τις φοινικιές.

Σαν κατακτητές, όμως, των στενοσόκακων δεν ήμασταν ικανοποιημένοι. Πολύς ο αδιάθετος χρόνος. Ετσι, η μεγάλη μας ενασχόληση ήταν το παιχνίδι με τις μπάλες ή γκαζές, όπως τις έλεγαν στην Αθήνα, τις γυαλένιες, όπως τις προτιμούσαμε.

Ηταν διαφόρων χρωμάτων και μεγεθών, εξωτερικά και εσωτερικά, μικρές ή μεγαλύτερες, συνήθως ανόμοιες, τις οποίες τοποθετούσαμε σε μία γραμμή, και ο καθένας μας από μια απόσταση προσπαθούσε να τις πετύχει, να σημαδέψει τη «μάνα», που ήταν πρώτη στη σειρά.

Αν ο στόχος ήταν πετυχημένος, έπαιρνες όλες τις μπίλιες που βάζαμε όλοι αναλογικά και με τη σειρά. Εγώ τις είχα σε μια πάνινη σακούλα και μου άρεσε πολύ να τις μαζεύω. Είτε μέσω του παιχνιδιού, είτε μέσω ανταλλαγής, είτε μέσω αγοράς. Τις δείχναμε και τις καμαρώναμε. Αψογα σχεδιασμένες και διαφορετικής υφής, αποτελούσαν τη βασική μας ενασχόληση.

Γυρνούσαμε τα σοκάκια κι όπου γινόταν παιχνίδι, το σύνηθες, λαμβάναμε μέρος. Οι πολεμικές αναμετρήσεις ήταν σε ανακωχή και κυκλοφορούσες χωρίς τον φόβο της αιχμαλωσίας.

Το ίδιο περίπου συνέβαινε με τις φιγούρες, που συνήθως από τη μία πλευρά ήταν τα κράτη με την αναγραφή της πρωτεύουσας, της έκτασης, του πληθυσμού της, της κύριας παραγωγής προϊόντων κ.λπ. και η άλλη πλευρά ήταν κενή.

Ετσι μάθαμε και τη γεωγραφία για όλες τις ξένες χώρες, που κατά το πλείστον αγνοούσαμε. Μαζευόμασταν κι όποιος πήγαινε πιο κοντά στη γραμμή που χαράζαμε, ξεκινούσε πρώτος το τίναγμα των χαρτιών, λέγοντας αν προτιμάει τα κόκκινα (φιγούρα) ή το άσπρο. Κι όσα έπεφταν με το κόκκινο ή άσπρο πάνω, τα έπαιρνε. Και το ίδιο συνέβαινε συνέχεια. Ολοι σχεδόν λέγαμε «κόκκινα» και μόνο ο ξάδελφός μου ο Ντίνος έλεγε «άσπρα», κι όταν έπεφταν όλα κόκκινα μονολογούσε ζοχαδιασμένος «μωρέ, κάποιος με καταράστηκε».

Αλλο παιχνίδι, λίγο παράτολμο όμως, ήταν το κορώνα γράμματα, που οι συμμετέχοντες έβαζαν από ένα φράγκο ή τάλιρο, καθένας με τη σειρά τα έστριβε στον αέρα και ανάλογα με το τι έπεφτε, κέρδιζε ή έχανε. Αρχή του τζόγου, όπου οι κατεργάρηδες υπήρχαν και τότε που το στρίψιμο δεν ήταν κανονικό.

Αυτά και άλλα περισσότερα σκαρφιζόμασταν εκείνες τις μέρες τις καλοκαιριάτικες, μέχρι να μεγαλώσουμε και να συμμετέχουμε μόνοι μας στο μπάνιο, να βγαίνουμε και να ξεσκάμε.

* Ο κ. Δημήτρης Χ. Παξινός είναι πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ