Στις αρχές του καλοκαιριού έκανα μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου. Έφυγα. Από τη δουλειά, το σπίτι, την πόλη, τη χώρα μου. Έγινα αυτό που, κακόηχα, η αλλοδαπή ονομάζει expatriate. Ευρωπαίος μεν, αλλά σε μιαν άλλη Ευρώπη.
Οι φίλοι μου με οικτίρουν γι’ αυτά που δεν μου χρησίμευσαν ποτέ και σε τίποτα και που «θα χάσω»: τη νυχτερινή ζωή, την ασύδοτη ελευθερία, τη δυνατότητα να παρακάμπτω τους κανόνες. Κάποιοι, σαν παντογνώστες γιατροί που ορίζουν ανάλγητα το προσδόκιμο των ασθενών τους, μου δίνουν και προσδόκιμο επιβίωσης χωρίς καν να το ζητήσω: «Σ’ ένα χρόνο θα ζητάς να επιστρέψεις. Το κλίμα, οι άνθρωποι, εμείς οι Έλληνες είμαστε άλλο, μπλα μπλα μπλα...»

Σχεδόν ντρέπομαι να τους πω ότι ζω στον Παράδεισο. Από τη μία δεν είναι του χαρακτήρος μου να σπάω φούσκες. Δεν είμαι Μεσσίας κανενός, δεν επιδίωξα να σώσω κανέναν από τις αυταπάτες του. Ψέματα, το έκανα όταν ήμουν μικρότερος. Μέχρι που έμαθα ότι είναι μάταιο, δαπανηρό, οχληρό και ανεπιθύμητο. Επίσης, κανείς τους δεν μπήκε στον κόπο να με ρωτήσει. Πραγματικά να με ρωτήσει, για να πάρει μιαν απάντηση μακριά από τη στερεοτυπική αντίληψη που έχει για την ουτοπία του. Αν το έκαναν, θα τους απαντούσα: Μετακόμισα στον Παράδεισο. Τουλάχιστον των σκύλων!

Στην πόλη όπου ζω τώρα έχει πάρκα. Ελεύθερα, ατελείωτα, καταπράσινα πάρκα. Όπου οι άνθρωποι κάνουν τα πάντα: ερωτεύονται, τσιμπολογάνε, παίζουν, χαλαρώνουν, μαζί με τα σκυλιά τους. Όπου όλοι -εντάξει, πολλοί- έχουν σκυλιά. Όλων των ειδών. Ημίαιμα, με πεντιγκρί, λιλιπούτεια, μεσαία, τεράστια, κουτάβια, υπερήλικα, υπερδραστήρια, οκνηρά, διαφορετικά όσο δεν φαντάζεσαι, αλλά με κάτι κοινό: άψογα κοινωνικοποιημένα. Και ευτυχισμένα.

Τις προάλλες, σε μία από τις όχι και τόσο σπάνιες λιακάδες, στο πάρκο δίπλα στο σπίτι μου μέτρησα τριάντα, μέχρι που βαρέθηκα να μετράω. Ένα ήταν δεμένο με λουρί. Τα υπόλοιπα κυκλοφορούσαν ελεύθερα, αλληλοσυστήνονταν με τον τρόπο που μόνο ένα ισορροπημένο σκυλί γνωρίζει, έπαιζαν για λίγο και επέστρεφαν στο αφεντικό τους.

Δεν πέτυχα ούτε ένα δύστροπο ζώο. Δεν συνάντησα ούτε ένα αφεντικό να τρομάζει στη θέα ενός ξένου σκυλιού που πλησιάζει καλπάζοντας το δικό του. Ρώτησα. Μου απάντησε ένας νέος φίλος με δύο λαμπραντόρ: «Δεν είναι ακριβώς “υποχρεωτική” η βασική υπακοή. Αλλά θεωρείται μεγάλη αμέλεια να μην εκπαιδεύσεις τον σκύλο σου, τουλάχιστον στα θεμελιώδη». Να μην τρομάζει, να μην εξαγριώνεται από την παρουσία άλλων σκύλων, να ακούει το αφεντικό του, να έχει τρόπους.

Αυτό που δεν είδα είναι αδέσποτα. Ούτε σκύλους. Ούτε γάτες. Έμαθα ότι τα πρόστιμα της εγκατάλειψης είναι εξοντωτικά, αλλά σπάνια επιβάλλονται. Οι άνθρωποι δεν παίρνουν ζώα αν δεν είναι σίγουροι ότι μπορούν. Δεν είναι μια έμπνευση της στιγμής, είναι μια υπολογισμένη κίνηση ζωής. Όπως πρέπει να είναι.

Αυτό είναι Παράδεισος για μένα. Εντάξει, ένα κομμάτι του. Για κάποιον ίσως είναι αμελητέο. Για μένα είναι εξασφάλιση ψυχικής ισορροπίας και -σιγά μη δεν τολμήσω να το πω- ευτυχίας.

Και σε αυτόν τον Παράδεισο, προς το παρόν τουλάχιστον και με τις τωρινές συνθήκες, δεν μπορώ να πάρω σκύλο! Λόγω δουλειάς, ωραρίου, ταξιδιών. Να ένας στόχος για το κοντινό μέλλον. Αλλά μέχρι τότε, κάθε πρωί βγαίνω έξω και διασχίζω το πάρκο σε έναν Παράδεισο που δεν μπορεί να περιμένει. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ