Έξι νέοι οινοποιοί, με σπουδές και πάθος για τη δουλειά τους, μοιράζονται με το «Κ» τα όνειρά τους.

Χλόη Χατζηβαρύτη: Στροφή στη βιοδυναμική καλλιέργεια

Έχει ένα κρασί με το όνομά της. Το ροζέ Chloe βγήκε το 2015, ενώ εκείνη, μετά τις σπουδές στη Γαλλία, έκανε τη μεταπτυχιακή της εργασία στο Châteaux Margaux. «Μου τηλεφώνησε η μαμά, για να ρωτήσει αν με πειράζει να ονομάσουν το ροζέ “Chloe”, καθώς δεν έβρισκαν όνομα. Ίσως ήθελαν πια να γυρίσω», θυμάται η Χλόη Χατζηβαρύτη. Επέστρεψε στη Γουμένισσα το 2016 και έκανε στροφή στη βιοδυναμική καλλιέργεια, πειραματίστηκε με γηγενείς ζύμες και ελάχιστη παρέμβαση στα κρασιά. «Ξέρω πια ότι μου αρέσουν τα φυσικά κρασιά με αυθόρμητη ζύμωση, αφιλτράριστα και ακολλάριστα. Έτσι, το 2017 βγάλαμε τρεις ετικέτες. Το Απλό, Ασύρτικο ζυμωμένο σε βαρέλι, το Λιτό, Ξινόμαυρο δεξαμενής, και το Απέριττο, Ροδίτη με ζύμωση σε αμφορέα. Τώρα αλλάζουν οι ετικέτες αυτές και από τον περσινό τρύγο βγάζουμε και νέες: Τη Νegoska Carbonic, όπου ολόκληρα τσαμπιά Νεγκόσκα υπόκεινται σε καρμπονική εκχύλιση και μετά το κρασί μένει έξι μήνες με τις οινολάσπες. Το Μigma pet-nat, έναν φυσικό αφρώδη οίνο από Μοσχάτο Αλεξανδρείας, Μαλαγουζιά και Ξινόμαυρο και αρκετά ακόμα», λέει η οινοποιός. Ο πατέρας της, Βαγγέλης Χατζηβαρύτης, πίστεψε από την αρχή το project της κόρης του και είναι βοηθός της και συμπαραστάτης. Η Χλόη έχει πάθος με τη Νεγκόσκα, την ντόπια ποικιλία που συμμετέχει με το Ξινόμαυρο στην ΠΟΠ Γουμένισσα. Προσπαθεί να βρει την οινοποίηση που θα αναδείξει τα ποικιλιακά χαρακτηριστικά της. «Αξίζει να βγει από την αφάνεια», λέει. «Αντιμετωπίζω το πρόβλημα της χαμηλής οξύτητας με δύο τρύγους, νωρίς και αργά, και αφήνω το κρασί σε παλιά βαρέλια επταετίας χωρίς θείωση, φιλτράρισμα, κολλάρισμα. Ελπίζω, όταν βγει το 2020-21, να τρίβουμε τα μάτια μας». 

 


© Άρης Φωτιάδης

 

Νικολέτα Ταραλά: Στο οινοποιείο από την πρώτη μέρα 

Η Νικολέτα βρίσκεται στην πιο δημιουργική περίοδο της ζωής της. Μαζί με τον σύζυγο και τον αδελφό της έχουν αναλάβει εξ ολοκλήρου το οικογενειακό οινοποιείο, που από Έλινος μετονομάζεται σε Κτήμα Ταραλά. Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε το χαϊδεμένο της Aphrodite, το πρώτο ερυθρό αφρώδες από Ξινόμαυρο, για το οποίο είναι πολύ περήφανη. Ξεκίνησε από μια ιδέα του αδελφού της, που είχε ενθουσιαστεί με κάποια ερυθρά αφρώδη της Καλιφόρνια από Syrah, και το δούλεψαν με πολλή αγάπη με την οινολόγο Άρτεμη Τουλάκη. «Σπούδασα Πολιτικές Επιστήμες, αλλά είμαι στο οινοποιείο από το ξεκίνημα, το 2006. Πριν από τέσσερα χρόνια αλλάξαμε τις ετικέτες και η Νάουσσα εμφιαλώθηκε σε φιάλη Βουργουνδίας. Ήθελα όμως και μια Νάουσσα με λιγότερο βαρέλι, ευκολόπιοτη, αλλά με όλα τα ωραία χαρακτηριστικά του Ξινόμαυρου, που να βγαίνει σε δύο χρόνια από τον τρύγο. Έτσι θα έχουμε δύο ετικέτες Νάουσσα, την κλασική και τη φρεσκότερη. Όσο για το Μavro, που τώρα έχει πεντάμηνη ωρίμαση, θα είναι Ξινόμαυρο δεξαμενής», εξηγεί η οινοποιός. Τα κρασιά παράγονται από τους βιολογικούς αμπελώνες του κτήματος στις πλαγιές του Βερμίου. Την γκάμα του Ξινόμαυρου συμπληρώνει το ροζέ και το Blanc de Noir, που η Νικολέτα αγαπάει ιδιαίτερα. «Το Blanc de Noir πουλάει εύκολα στο εξωτερικό, όπου οι καταναλωτές έχουν κουραστεί από τα πολύ αρωματικά κρασιά. Χάνει μέρος των αρωμάτων του, αλλά το σώμα και οι λεπτές τανίνες του το καθιστούν υπέροχο κρασί φαγητού, που δύσκολα βρίσκεις αντίστοιχό του». 

 


© Άρης Φωτιάδης

 

Αλέξανδρος Ιωάννου: Επενδύοντας στον οινοτουρισμό

Πριν από ενάμιση χρόνο, ο Αλέξανδρος Ιωάννου (γιος του Σωτήρη Ιωάννου και της Τατιάνας Αβέρωφ) αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στο Μέτσοβο, για να αλλάξει ριζικά τη διαχείριση του κτήματος, του οινοποιείου και του ξενοδοχείου. Η δυναμικότητα και οι γνώσεις του από τις σπουδές του στη διοίκηση επιχειρήσεων έδωσαν νέα πνοή στο Κατώγι Αβέρωφ. «Επενδύουμε στον οινοτουρισμό! Είναι μεγάλο κεφάλαιο και βοηθάει το κρασί. Από το οινοποιείο περνάνε 20.000 επισκέπτες τον χρόνο. Όλοι αυτοί πρέπει να γίνονται πρεσβευτές του κρασιού μας. Βάλαμε το ξενοδοχείο στην υπηρεσία αυτού του σκοπού και δώσαμε βάση στο ελληνικό πρωινό με τοπικά προϊόντα, δικό μας ψωμί, μαρμελάδες, τυριά. Φτιάξαμε και λαχανόκηπο για να εξυπηρετεί το εστιατόριό μας και μαγειρεύουμε, έτσι ώστε να αναδεικνύουμε τα κρασιά μας», λέει ο Αλέξανδρος. Η ανάπτυξη των αμπελώνων και οι πειραματισμοί με νέες ποικιλίες έχουν ξεκινήσει. Παραδοσιακά, το Μέτσοβο είχε δώδεκα ποικιλίες. Χρειάζεται όμως έρευνα για την ταυτοποίησή τους και δουλειά στο αμπέλι. Ο Αλέξανδρος δεν κρύβει την αγάπη του για τη σειρά Rossiu di Munte και ιδίως το Γινιέτς. «Είμαι συναισθηματικά δεμένος μ’ αυτά τα αμπέλια. Τα πρώτα τα φύτεψε ο παππούς μου, Ευάγγελος Αβέρωφ, το 1950. Φυσικά λατρεύουμε το Κατώγι ερυθρό, ένα κρασί υψηλής ποιότητας και ίσως το πιο value for money της Ελλάδας. Αγαπώ και το Βλάχικο ως ποικιλία, πολύ ιδιαίτερη και με δυνατότητες». Το Κατώγι Αβέρωφ έκλεισε φέτος 60 χρόνια και βρίσκεται στα χέρια ενός ανθρώπου που έζησε την παράδοση και θέλει να συνεχίσει το όραμα του δημιουργού του.  

 


© Ευθύμης Παναγόπουλος 

 

Φοίβος Παπαστρατής: «Όλο το παιχνίδι είναι στο αμπέλι»

Ο Φοίβος Παπαστρατής, μόλις 24 ετών, είναι ο νεότερος της παρέας και ο μόνος που δεν έχει καμία οικογενειακή παράδοση και προϊστορία στην αμπελουργία και στο κρασί. «Η οικογένεια του πατέρα μου κατάγεται από την Εύβοια. Υπάρχει εκεί ένα οικογενειακό κτήμα με ένα σπίτι από το 1896, σε μια περιοχή κοντά στη Χαλκίδα, στον Μύτικα ή στα Αμπέλια, όπως τη λένε ακόμα οι ντόπιοι. Όπως καταλαβαίνετε, η περιοχή ήταν αμπελώνας! Κατά οικογενειακή παράδοση, ένα μέρος των καλοκαιρινών διακοπών ήταν πάντα στο κτήμα, που το μεγαλύτερο μέρος του είναι βέβαια αμπέλι». Ο Φοίβος αγάπησε το αμπέλι και τη διαδικασία της οινοποίησης, συμμετέχοντας στους τρύγους-γιορτές των γονιών του και στις πρότυπες πειραματικές οινοποιήσεις που έκαναν στο κτήμα για προσωπική και όχι εμπoρική χρήση. Έτσι μπήκε στο ΤΕΙ Οινολογίας και επέλεξε το κρασί ως επαγγελματική ενασχόληση. «Το κτήμα είναι φυτεμένο με Ασύρτικο και λευκό μικρόρωγο Μοσχάτο, μια ποικιλία στην οποία πιστεύω πολύ και θεωρώ ότι δίνει εξαιρετικά αποτελέσματα σε ξηρά κρασιά», λέει ο Φοίβος. «Αυτή τη στιγμή η μικρή ακόμα παραγωγή περιλαμβάνει δύο κρασιά δεξαμενής, το F Foivos Papastratis Assyrtiko-Muscat και την Παραλία, μια πολύ περιορισμένη ποσότητα από τις ίδιες ποικιλίες, όπου εφαρμόζονται ήπιες μορφές οινοποίησης και μακρόχρονη παραμονή στις οινολάσπες. Όλο το κτήμα καλλιεργείται βιολογικά, αλλά δεν είναι ακόμα πιστοποιημένο. Μου αρέσει η δουλειά στο αμπέλι, γιατί εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι. Σκέφτομαι να προχωρήσω κάνοντας μόνο λευκά κρασιά, και μάλιστα από τις συγκεκριμένες ποικιλίες, σε διάφορες εκφράσεις». 

 


© Ευθύμης Παναγόπουλος 

 

Βασίλης Λαφαζάνης: Η Πελοπόννησος στο ποτήρι του

Η Νεμέα είναι το δεύτερο σπίτι του και έχει ζήσει το Οινοποιείο Λαφαζάνη από πιτσιρικάς. Ήταν επόμενο, λοιπόν, για τον 25χρονο Βασίλη το Αγιωργίτικο να είναι η αγαπημένη του ποικιλία. «Είναι σαν το φαγητό της μαμάς σου, που πάντα είναι καλύτερο από κάθε άλλο», λέει γελώντας. «Αγαπώ τη Γεωμετρία, το φρέσκο μας Αγιωργίτικο χωρίς βαρέλι. Θέλω να δοκιμάσω την ποικιλία σε πολλά στιλ. Μέχρι και Amarone θέλω να φτιάξω, αλλά το Αγιωργίτικο έχει λεπτό φλοιό και δεν ξέρω αν θα πετύχει το πείραμα. Πάντως θα το προσπαθήσω». Ο Βασίλης Λαφαζάνης τελείωσε πέρυσι τις σπουδές Οινολογίας και από τον Οκτώβριο ανέλαβε επίσημα το οινοποιείο. Θεωρεί τυχερό τον εαυτό του που ο πατέρας του του έδινε πάντα ευκαιρίες και πρωτοβουλίες. Του αρέσει η αμπελουργία ακριβείας και η επιστήμη της οινολογίας. Φέτος θα δουλέψει για πρώτη φορά τη θερμοοινοποίηση, μια τεχνική όχι τόσο διαδεδομένη, ώστε να πάρει περισσότερο χρώμα και συστατικά από τη φλούδα των ερυθρών σταφυλιών. Η οικογένεια Λαφαζάνη έχει αναλάβει και το Οινοποιείο Νέστωρ στη Μεσσηνία. «Πήγα πρώτη φορά με τον πατέρα μου το 2013, για να κάνουμε έναν συνεργατικό τρύγο, και μου έκανε εντύπωση πόσο διαφορετικά ήταν τα κρασιά της Μεσσηνίας. Τότε είχα την ιδέα για τον Κώδικα, που την πραγματοποίησα στον τρύγο του 2014. Αγιωργίτικο, Τannat, Syrah από τη Νεμέα με Cabernet και Merlot από τη Μεσσηνία. Όλη η Πελοπόννησος στο ποτήρι μας. Τι πιο ωραίο;»  

 


© Άρης Φωτιάδης

 

Δημήτρης Γκιρλέμης: Κανοντας επάγγελμα την «τρέλα» του μπαμπά

«Κάναμε επάγγελμα το χόμπι του μπαμπά. Αλλά πώς να αντισταθείς σε έναν ενιαίο αμπελώνα 350 στρεμμάτων στα 550 μ. υψόμετρο;» λέει γελώντας ο Δημήτρης Γκιρλέμης. Μαζί με τον αδελφό του, Φανίκο, συνεχίζουν την «τρέλα» του πατέρα τους στο Πολυδένδρι Δομοκού. Αγωνίστηκαν σκληρά μέχρι να ενώσουν τα μικρά κομμάτια γης του αμπελώνα, που συμπληρώνεται από άλλα 30 στρέμματα πειραματικό και από μεγάλες εκτάσεις γύρω τους. «Ακολουθούμε ολοκληρωμένη διαχείριση και δεν θέλαμε δίπλα μας να υπάρχουν αγροτικές εκτάσεις που ραντίζονται. Η άγρια ζωή μέσα και γύρω από τα αμπέλια είναι εμφανής. Με εκπλήσσει η χάρη των αλεπούδων, που τρώνε μόνο λίγες ώριμες ρώγες χωρίς να καταστρέφουν το τσαμπί», λέει ο Δημήτρης. Από το 2010 ασχολείται με το οινοποιείο, το marketing και τις πωλήσεις. Στόχος του είναι να γίνει το κτήμα επισκέψιμο, να φτιαχτούν δύο τρεις ξενώνες και εστιατόριο. Από τις εννέα ποικιλίες που καλλιεργούν παράγονται ισάριθμες ετικέτες. Έχουν φυτέψει Μαυρούδι και Λημνιό, ποικιλίες που συναντάμε κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και Greco di Tufo, που εμφιαλώθηκε πρώτη φορά το 2018 σε 4.000 αριθμημένες φιάλες. «Έχουμε δυνατό αμπελώνα για κόκκινα κρασιά, με καλό αερισμό, δροσιά και άγονα εδάφη. Μου αρέσει το Λημνιό. Παράγουμε ροζέ από Λημνιό, αλλά θέλω να δω και την ερυθρή οινοποίησή του, χωρίς βαρέλι, με ζωντανό το φρούτο. Γενικά προτιμάμε τη φρεσκάδα στα κρασιά. Μόνο το Syrah περνάει 17 μήνες βαρέλι. Επίσης θέλουμε το κρασί να βγαίνει έτοιμο στην αγορά. Τώρα κυκλοφορεί το Ασύρτικο του ’16, ενώ το Μαυρούδι του ’15, χωρίς βαρέλι, βγήκε το ’17, παραμένοντας δύο χρόνια στη φιάλη», λέει ο νεαρός οινοποιός.   

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ