ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ο Ντενκτάς στο Νότο:
Η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά
εκδ. Ψηφίδες, Θεσσαλονίκη, 2019

Η Κύπρος παραμένει ο μεγάλος άγνωστος του ελληνόφωνου χώρου. Σαράντα πέντε χρόνια μετά το πραξικόπημα που έφερε την εισβολή και την de facto διχοτόμηση, η χώρα παραμένει σχεδόν θέμα ταμπού στην ελληνική βιβλιογραφία. Τολμώ να ισχυριστώ ότι, εξαιτίας της φύσης του ζητήματος (των παθών που αυτό διεγείρει, και της δαιδαλώδους πολυπλοκότητάς του) αλλά και της εντυπωσιακής έλλειψης εμπειρικών εργασιών στα ελληνικά, η άποψη που έχουμε «για την Κύπρο» (συνεκδοχή του «για το Κυπριακό») είναι συχνά όχι ιδιαίτερα ειδοποιημένη. Υφίστανται βέβαια οι μεταφρασμένες μελέτες Κυπρίων ή κυπριακής καταγωγής ερευνητών (Loizos, Παπαδάκης και άλλοι), αλλά λείπει μια εμπειρικά εμπεριστατωμένη κοινωνιολογία του Κυπριακού, και μάλιστα των πιο πρόσφατων πτυχών του.

Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει, σε εντυπωσιακά ικανοποιητικό βαθμό, το βιβλίο του Ελληνοκύπριου κοινωνιολόγου Γρηγόρη Ιωάννου, το πρώτο της κυπρολογικής σειράς «Ρότσος» (βράχος, στην κοινή ελληνική, σατιρικό όνομα για την Κύπρο), των νέων εκδόσεων Ψηφίδες, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Τη σειρά, από την οποία αναμένουμε τομές, επιμελείται εξάλλου ο κορυφαίος κοινωνιολόγος Ανδρέας Παναγιώτου. Το βιβλίο έχει προκλητικό τίτλο, καθότι πραγματεύεται γνωσιακές προκλήσεις: Πώς κάνουμε μια ιστορική κοινωνιολογία ενός θέματος που δεν ξεκινάει, βέβαια, το 1974, αλλά τουλάχιστον στις αρχές της δεκαετίας του ’50; Πώς περιοδολογούμε τις πολλαπλές συνθήκες τομής στον κυπριακό συμπυκνωμένο 20ό αιώνα με αναλυτικές αναφορές σε χρονιές-κλειδιά όπως το 1948, το 1958, το 1963-64, το 1983 (άγνωστα εν πολλοίς σημεία για το ελληνικό κοινό, αφού η καταχνιά του ’74 σκεπάζει τον δημόσιο περί Κύπρου λόγο); Και πώς ορίζουμε μια αναλυτική γραμμή που ξεκαθαρίζει το τι διαμείβεται στον 21ο αιώνα στο νησί – από το σχέδιο Ανάν (2004) ώς το Κραν-Μοντανά (2016) και τα παρόντα γεγονότα που σχετίζονται με την κυπριακή ΑΟΖ; Ο Ιωάννου, με τολμηρή γραφή, απαντά στη σειρά των παραπάνω ερωτημάτων με μια συγκεκριμένη αναλυτική αφήγηση, που μοιάζει δυστυχώς απολύτως πειστική. Το Κυπριακό δεν είναι ένα ζήτημα «εισβολής και κατοχής», κατά το διπλωματικό ελληνικό έθος ή έστω, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια πολύπλοκη και πολύπτυχη μακρά ιστορική συνθήκη που συγκροτείται από την εμπειρία της αποικιοκρατίας, της διεθνούς και περιφερειακής πολιτικής, των ενδοκοινοτικών πολιτικοπολιτισμικών τάσεων και βέβαια την πολιτική και πολιτειακή συμπόρευση των δύο μεγάλων κοινοτήτων του νησιού. Η προβληματική συμπόρευση αυτή, δείχνει ο συγγραφέας, χαρακτηρίστηκε από συνεχείς συγκρούσεις υποδαυλιζόμενες από την ιδιαιτερότητα του ε/κ αλλά και του τ/κ εθνικισμού, αλλά κι από παραδείγματα σύγκλισης και συνεννόησης, αρχικά σε ένα ενιαίο κράτος (1960-1964), έπειτα σε ένα καχεκτικό κράτος «της ανάγκης» (1964-1974) και, τελικά, με τη μεσολάβηση μιας βιωμένης πραγματικότητας σχεδόν απόλυτου διαχωρισμού που κράτησε μία γενιά (1975-2003), στην ευρωπαϊκή συνθήκη συνύπαρξης με ανοικτά φυλάκια στην πράσινη γραμμή (2003 - έως σήμερα).

Τρία κεφάλαια του βιβλίου (3-5), κι αυτό είναι μια πολύ σοβαρή του συμβολή, παρακολουθούν την πολιτική κουλτούρα αυτή στη συγχρονία της τελευταίας αυτής κατάστασης. Αυτά αναλύουν την «ανολοκλήρωτη προοπτική» του ανοίγματος των οδοφραγμάτων, τη δυσκολοχώνευτη πραγματικότητα που έφερε το ε/κ «ηχηρό Οχι» στο δημοψήφισμα του 2004, και τη δεκαετία 2007-2017 που χαρακτηρίστηκε από τις «κυπριακές συνομιλίες» και τη συμπίληση των τάσεων απορριπτισμού (δηλαδή, στην πράξη, κουλτούρας διχοτομισμού) και επανενωτισμού (δηλαδή, προσπαθειών επαναπροσέγγισης και λύσης).

Πολιτισμική συνθήκη

Η βασική αναλυτική κατηγορία που διέπει το βιβλίο είναι οι διαφορετικές τάσεις και εκφράσεις αυτού που ονομάζεται διχοτομισμός: της πολιτισμικής συνθήκης εκείνης που επιτρέπει, ανέχεται και ενίοτε υπόρρητα προτείνει τον διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων και, στην παρούσα κατάσταση, θα δεχόταν έμμεσα και κάποιας μορφής de jure διχοτόμησης της μεγαλονήσου. Η ανάλυση, αφού οργανώνεται το εμπειρικό υλικό στα προαναφερθέντα κεφάλαια, ολοκληρώνεται στα δύο τελευταία, που αφορούν τη διχοτομίζουσα –ή πάντως εθνικιστική– ροπή των ΜΜΕ, των εκπαιδευτικών θεσμών και των κυρίαρχων τμημάτων της ε/κ αστικής τάξης. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν επανενωτικές δυνάμεις σήμερα, και με αναφορά σε αυτές κλείνει το βιβλίο: απλά είναι περιορισμένες, και φαίνεται πως ισχυρές δυνάμεις στην ε/κ (αλλά και στην τ/κ) κοινότητα δεν επιθυμούν τη λύση. Η μονογραφία αυτή είναι απαραίτητη για όσους ενδιαφέρονται για το Κυπριακό και τους πολιτικούς πολιτισμούς που αυτό εμπνέει στο νησί.

Το γεγονός ότι δεν καταλήγει σε ευοίωνα συμπεράσματα νομίζω θλίβει και τον ίδιο τον συγγραφέα: ωστόσο αυτός κατέθεσε μια πειστική αναλυτική γραμμή για το Κυπριακό σήμερα.

* O κ. Θοδωρής Ρακόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οσλο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ