ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακές χωρίς τον μπαμπά μου

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Αν οι μέρες της εβδομάδας ήταν νότες, τα Σαββατοκύριακα με τον πατέρα μου είχαν άλλο χρώμα. Όχι απαραίτητα πιο έντονο. Διαφορετικό όμως. Αν οι πέντε ήταν το φαγητό, οι δύο ήταν το γλυκό. Σίγουρα το αγαπημένο μου.

Κυριακή βράδυ, η εβδομάδα έκλεινε πάντα με γλυκιά μελαγχολία. Από το 1975 που ξεμπαρκάρισε ο πατέρας μου, νοίκιαζε εξοχικό στη Βούλα. Μέναμε εκεί και τα Σαββατοκύριακα του χειμώνα. Ο πατέρας μου είχε πάντα μπαξέ. Τις Κυριακές τα βράδια, λοιπόν, φεύγαμε από τη Βούλα και γυρίζαμε στην Καλλιθέα. Φεύγαμε από τα μαρούλια και γυρίζαμε στο τσιμέντο. Φεύγαμε από το χώμα και γυρίζαμε στην άσφαλτο. Φεύγαμε από το πράσινο και γυρίζαμε στο γκρι. Μέσα στο Ford της μάνας μου ο πατέρας μου ήταν πάντα συνοδηγός. Χέρι στο χερούλι, έβλεπε μπρος. Εγώ συνήθως δεν είχα κέφια, γιατί ξημέρωνε Δευτέρα και σχεδόν πάντα ήμουν αδιάβαστος. Και όμως, μια ματιά του πατέρα μου στο πίσω κάθισμα ήταν αρκετή για να τα γιατρέψει όλα. Λες και μου έκανε reset.

Κυριακές μεσημέρια, τρώγαμε οι τρεις μας το σπιτικό φαγητό της μάνας μου, που πάντα είχε κάτι από το μποστάνι του πατέρα. Ο πατέρας μου ήταν επί των ποτών. Νερό υπήρχε πάντα φρέσκο κι άφθονο στο τραπέζι. Ουζάκι το καλοκαίρι, μπίρα τον χειμώνα. 

Τις καλοκαιρινές Κυριακές, ο πατέρας μου έφτιαχνε πάντα τον δικό του, καπετανίσιο μεζέ. Αυτό που λένε τώρα «amuse-bouche» στα καλά εστιατόρια. Άλειφε με μαεστρία το ψωμί με κοπανιστή και πάνω έβαζε την ντομάτα. Πάντα από τον κήπο του. Ο ωραιότερος μεζές του κόσμου. Βλέπεις, ο μεζές του μπαμπά σου θα είναι πάντα ο ωραιότερος του κόσμου. Ο μπαμπάς πάντα έτρωγε το πρώτο ψωμάκι, και καλά για να δοκιμάσει. Πάντα έσκαγε στα γέλια όταν τον έπιανε στα πράσα η μαμά. Ο μπαμπάς το ’χε εύκολο το γέλιο.

Κυριακές, το σπίτι πάντα μύριζε εφημερίδα. Ο πατέρας μου ξύπναγε από νωρίς, λες για να προϋπαντήσει τον κούριερ που την έφερνε. Την παραλάμβανε λες κι ήταν από χρυσάφι. Ξάπλωνε στον αγαπημένο του καναπέ και την ξεκοκάλιζε. Δίπλα έπαιζε διακριτικά το αγαπημένο του τρανζιστοράκι. Μετά το διάβασμα έριχνε επιτόπου έναν υπνάκο εκεί στον καναπέ. Μικρός, που ήμουν βελζεβούλης, έστριβα χαρτοπετσέτα και του την έχωνα στο ρουθούνι, πάνω στον πιο γλυκό ύπνο. Πάντα πεταγόταν. Ποτέ δεν θύμωνε. Πάντα γελούσε.

Κυριακές, δεν πηγαίναμε συχνά με τα κορίτσια στους γονείς μου. Όταν όμως πηγαίναμε, λες και τις περίμενε ο ίδιος ο Θεός, να τους κάνει την πιο όμορφη αγκαλιά του κόσμου. Κι εκείνες τον αγκάλιαζαν όμως, σαν να ήταν Θεός. Άσπρο λιγοστό μαλλάκι, γαλανά ματάκια, ευγένεια και χαμόγελο όσο δεν πάει. Ούτε τον χόρταιναν ούτε τις χόρταινε. Βλέπεις, το παιδί του παιδιού σου είναι δυο φορές παιδί σου. Το ίδιο κι ο μπαμπάς του μπαμπά σου.

Η Κυριακή δεν ήταν η καλύτερή μου μέρα με τον μπαμπά μου. 

Βλέπεις, κάθε μέρα ήταν η καλύτερή μου μέρα με τον μπαμπά μου.

Τον πατέρα μου τον έχασα πέρυσι. Αναπάντεχα. Στα 89 του.

Έκτοτε, και οι επτά μέρες είναι ίδιες. Το ίδιο μονότονες. Το ίδιο μελαγχολικές.

Βλέπεις, τώρα κάθε μέρα είναι η χειρότερή μου μέρα. Τώρα που δεν έχω πια τον μπαμπά μου, να τον πειράζω. Να τον πειράζω κι εκείνος να μου γελάει. ■

 

* Ο Στέφανος Ξενάκης είναι επιχειρηματίας και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, με τίτλο «Κάπταιν», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ