ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος: Το έθνος, η Ευρώπη και οι επικίνδυνες ουτοπίες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

«Οι συγκαλυμμένοι ή απροκάλυπτοι οπαδοί των ολοκληρωτισμών του παρελθόντος, στη (νεο-)φασιστική ή (νεο-)κομμουνιστική εκδοχή τους, δεν βλέπω πώς μπορούν να συνεισφέρουν σε ένα διάλογο για την Ευρώπη στον οποίο συμμετέχουν μόνο για να τον υπονομεύσουν».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι εφικτός ένας άλλος κόσμος, δίχως έθνη-κράτη; Και με κοινωνίες δίχως εθνική συνείδηση; Αλήθεια, ποιoς θα έλεγε «όχι» σε έναν καντιανό κόσμο όπου όλοι μονοιασμένοι, ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής και πεποιθήσεων, και σε συνθήκες υλικής αφθονίας και ευημερίας θα είχαν ως βασικό σκοπό την ατομική τους ευτυχία, χωρίς αυτό να είναι εις βάρος κανενός; Ολες, όμως, οι ουτοπίες είναι όμορφες μέχρι να δοκιμαστούν από την ίδια την ιστορία, δηλαδή τις πραγματικές συνθήκες της ζωής. Ετσι κι αλλιώς, η ζωή των κοινωνιών πριν από τα εθνικά κράτη δεν ήταν καθόλου καλύτερη από σήμερα. Είτε επρόκειτο για αυτοκρατορικές εξουσίες είτε για βασίλεια, οι διαχωρισμοί (συνήθως θρησκευτικοί) ήταν καθοριστικής σημασίας για τη θέση των διαφόρων κοινοτήτων μέσα σε αυτά, οι δε κοινωνικές ανισότητες, στα φεουδαρχικά συστήματα ιδίως, κολοσσιαίες.

Σε αντίθεση με τον μεσαιωνικό κόσμο, τα εθνικά κράτη που άρχισαν να αναδύονται σταδιακά τον 19ο αιώνα έφεραν εξαρχής μαζί τους έναν πολιτικοκοινωνικό ριζοσπαστισμό: συνδέθηκαν με το δημοκρατικό όραμα, τα ατομικά δικαιώματα, και αργότερα τον 20ό αιώνα σε συνθήκες μαζικών δημοκρατιών, εξασφάλισαν τον κοινωνικό εξισωτισμό και την ανοδική κοινωνική κινητικότητα. Ακόμη και η ελληνική εθνική Επανάσταση του 1821 σε αυτές τις αξίες θεμελιώθηκε, αρχικά. Ετσι, ο καπιταλισμός, μέσα στις αδικίες που εξ ορισμού παράγει, μπόρεσε να τιθασευτεί από τα εθνικά κράτη χάρη στη δημοκρατική τους ωρίμανση. Τα τελευταία, κυρίως στον δυτικό κόσμο, μέσα από διαδοχικές φάσεις, βελτίωσαν με εντυπωσιακό τρόπο τη ζωή όλων, ανεξαρτήτως καταγωγής και φύλου: τους εκπαίδευσαν, τους παρείχαν το ασφαλές πλαίσιο για εργασία και δημιουργία, τους παραχώρησαν πλήθος δικαιωμάτων, σεβάστηκαν την ιδιωτικότητα και την περιουσία τους. Καμία άλλη μορφή κράτους στο παρελθόν (ούτε καν η μυθοποιημένη αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία που απέκλειε γυναίκες, δούλους κ.ά.) δεν κατάφερε ποτέ να φθάσει σε τέτοια επίπεδα κοινωνικής ισότητας.

Ενδιαμέσως βέβαια, τα έθνη έκαναν και εγκλήματα. Μια στρεβλή εκδοχή τους που δεν είχε τέτοιες δημοκρατικές ευαισθησίες, αντί να επιμείνει στην πολιτική παρακαταθήκη τής ελευθερίας και της ανεκτικότητας, επιχείρησε να επαναθεμελιωθεί σε φυλετικές και πολεμοχαρείς βάσεις, δηλαδή σε έναν ρατσιστικό και επιθετικό εθνικισμό που οδήγησε τη Γηραιά Ηπειρο ώς το 1945 σε έναν άνευ προηγουμένου όλεθρο, συνολικής διάρκειας 30 ετών. Ταυτόχρονα, η φιλελεύθερη δημοκρατία καλούνταν να δώσει μάχη και με τον άλλο ολοκληρωτισμό εξ ανατολών, που αμφισβητούσε την αξία της ελευθερίας στο όνομα επίσης υπέρτερων σκοπών, ενός επινοημένου «λαού» αυτή τη φορά. Ωστόσο, μετά τη λαίλαπα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, τα ευρωπαϊκά κράτη κυρίως στο δυτικό τμήμα της (και μετά το 1989, και όλα τα υπόλοιπα πλην της Ρωσίας), αντελήφθησαν ότι ο δρόμος της ειρηνικής συνεργασίας, της εμβάθυνσης της δημοκρατίας και της ανεκτικότητας ήταν ο μόνος που μπορούσε να προστατεύσει τους πληθυσμούς της Γηραιάς Ηπείρου από την αυτοκαταστροφή τους. Το προϊόν αυτής της παραδοχής ήταν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, που είναι ακόμη σε εξέλιξη άλλωστε, με επιτυχίες και αποτυχίες, αλλά σε κάθε περίπτωση βασισμένο σε αξίες που, όπως είδαμε, πρώτα τα νεότερα φιλελεύθερα δημοκρατικά εθνικά κράτη καλλιέργησαν. Από εκείνα άλλωστε συγκροτήθηκε, από πού αλλού θα αντλούσε το πρότυπό του;

Αυτή είναι η παράδοση που καλείται να υπερασπιστεί σήμερα η Ε.Ε., και αυτό δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο. Διότι οφείλει μεν να διασώσει προς όφελός της τα χαρακτηριστικά του φιλελεύθερου εθνικισμού, την ίδια στιγμή που έχει, ορθά, ως διακηρυγμένο σκοπό να αποδυναμώσει τα ίδια τα εθνικά κράτη, αφαιρώντας (εθελουσίως) τμήματα της εθνικής τους ανεξαρτησίας. Υπό αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, τους φόβους περί καλλιέργειας εθνικής συνείδησης τους βρίσκω υπερβολικούς, όταν δεν είναι πονηρών προθέσεων. Εφόσον πληροί τις φιλελεύθερες δημοκρατικές προϋποθέσεις, η εθνική συνείδηση είναι μαζί και ευρωπαϊκή συνείδηση, και τα εθνικά κράτη, όπως και το ευρωπαϊκό υπερ-κράτος, δεν έχουν παρά να ωθούν προς την καλλιέργεια της συνείδησης αυτής, στην πολλαπλότητά της βεβαίως. Εδώ εντάσσεται και η παράμετρος της μετανάστευσης. Χωρίς την προστασία τούτων των φιλελεύθερων αξιών (αυτό σημαίνει «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής») δεν απομένουν παρά μόνο δύο τρόποι υποδοχής και ενσωμάτωσης των ταλαιπωρημένων ανθρώπων που αναζητούν μια καλύτερη ζωή. Είτε ο ακροδεξιός ακτιβισμός που απειλεί με πογκρόμ, είτε ο αριστερίστικος που κρύβεται πίσω από μια αβαθή ηθικολογία, την ίδια ώρα που φτιάχνει «Μόριες» και άλλα κολαστήρια του ψευδοανθρωπισμού του. Φοβάμαι, τελικά, μήπως όλοι αυτοί απαιτούν ιδιοτελώς από την Ευρώπη να είναι «ανεκτική» ώστε να μην είναι καθόλου οι ίδιοι με τις ιδέες τους.

Το να διακηρύσσεις ότι θες την «Ευρώπη» χωρίς τη φιλελεύθερη εθνική της παρακαταθήκη είναι μια μεγάλη αντίφαση. Σημαίνει ότι στην πραγματικότητα δεν τη θες – όχι στ’ αλήθεια. Αυτός είναι ο λόγος που η όποια συζήτηση πρέπει να συμπεριλαμβάνει μόνο όσους πραγματικά ενδιαφέρονται για το μέλλον της. Οι συγκαλυμμένοι ή απροκάλυπτοι οπαδοί των ολοκληρωτισμών του παρελθόντος, στη (νεο-)φασιστική ή (νεο-)κομμουνιστική εκδοχή τους δεν βλέπω πώς μπορούν να συνεισφέρουν σε έναν διάλογο στον οποίο συμμετέχουν μόνο για να τον υπονομεύσουν. Είναι ομολογουμένως αστείο να μας δίνουν μαθήματα ευρωπαϊκότητας ο λεπενικός και ο ορμπανικός οπαδός ή ο θαυμαστής του παραδείγματος της Βενεζουέλας και μέχρι πρότινος δραχμιστής.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ