ΚΟΣΜΟΣ

Ενισχύονται οι φωνές υπέρ της ενότητας στο Ισραήλ

DAVID M. HALBFINGER, ISABEL KERSHNER / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα αποτελέσματα μιας από τις πιο διχαστικές αναμετρήσεις στο Ισραήλ είχαν μία αντιφατική έκβαση: ενώ η χώρα παραμένει βαθιά διαιρεμένη, οι δυνάμεις της ενότητας κερδίζουν έδαφος. Ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος προσπάθησε να  εκμεταλλευθεί τη θρησκευτική, εθνική και ιδεολογική πόλωση, τερμάτισε οριακά δεύτερος μετά τον κεντρώο, πρώην επικεφαλής του στρατού, Μπένι Γκαντζ. Ο τελευταίος και ο πρώην υπουργός της κυβέρνησης του Νετανιάχου, Αβιγκντορ Λίμπερμαν, ο οποίος έχει αναδειχθεί σε ρυθμιστή των μετεκλογικών διεργασιών, έχουν ζητήσει τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, που θα περιθωριοποιεί τα ακραία στοιχεία της ισραηλινής πολιτικής σκηνής.

Αυτό σημαίνει ότι μετά τη συστέγαση της κυβέρνησης Νετανιάχου με την άκρα Δεξιά και τους υπερορθόδοξους Εβραίους, μία λιγότερο ακραία κυβέρνηση θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες και τα συμφέροντα μιας ευρείας πλειοψηφίας Ισραηλινών, πολλοί εκ των οποίων είναι υποστηρικτές ενός πιο λαϊκού χαρακτήρα του κράτους.

Την Πέμπτη, ο Νετανιάχου ένωσε τη φωνή του με εκείνη όσων ζητούν κυβέρνηση εθνικής ενότητας, πρόθυμος να συμπράξει με αντιπάλους, τους οποίους μέχρι πρότινος δαιμονοποιούσε. Εξήγησε, μάλιστα, ότι η συνεργασία αυτή είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η τρίτη αναμέτρηση σε ένα χρόνο. Για τον Νετανιάχου το μέλλον είναι αβέβαιο: καθώς απειλείται με παραπομπή στη Δικαιοσύνη για διαφθορά, θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει ασυλία από μια Βουλή, της οποίας δεν ηγείται. Οι προηγούμενες εκλογές τον Απρίλιο είχαν παρόμοια αποτελέσματα. Τότε, ο Νετανιάχου τερμάτισε με ένα μικρό πλεονέκτημα, αλλά απέτυχε να συγκροτήσει βιώσιμη κυβέρνηση με τους ακροδεξιούς, υπερορθόδοξους συμμάχους του, οδηγώντας στην επανάληψη της διαδικασίας την περασμένη Τρίτη.

Αυτή τη φορά ο Γκαντζ έχει το πάνω χέρι κι ενώ η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης δεν είναι καθόλου δεδομένη, είναι ήδη σαφές ότι θα υιοθετήσει μια διαφορετική προσέγγιση, ζητώντας ενότητα και συναίνεση. Επιπλέον, είναι ξεκάθαρο ότι όποια κι αν είναι η κυβέρνηση, οι Αραβες πολίτες θα έχουν μεγαλύτερη εκπροσώπηση και θα μιλούν με δυνατότερη φωνή σε περίπτωση που ένας Αραβας πολιτικός γίνει για πρώτη φορά ηγέτης της αντιπολίτευσης. Ούτε ο Νετανιάχου, ούτε ο Γκαντζ κέρδισαν αρκετές ψήφους για να κατακτήσουν την απαραίτητη πλειοψηφία στην ισραηλινή Βουλή. Η συμμαχία του Νετανιάχου φέρεται να κερδίζει 55 έδρες, έξι λιγότερες από την απαραίτητη πλειοψηφία. Το κεντροαριστερό στρατόπεδο του Γκαντζ, συμπεριλαμβανομένης και της υποστήριξης των Αράβων κατακτά 57 έδρες.

«428 πιθανά σενάρια» 

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει μια περίοδο ασάφειας και σκληρών διαπραγματεύσεων με όλα τα πιθανά και πολυάριθμα σενάρια να βρίσκονται στο τραπέζι. «Αυτή τη στιγμή έχουμε 428 πιθανά σενάρια», λέει ο Αβραάμ Ντίσκιν, βετεράνος πολιτικός επιστήμονας.

Είναι δύσκολο να ξεγράψει κανείς τον Νετανιάχου, αφού ο Γκαντζ δεν διαθέτει μία εναλλακτική για να τον αντικαταστήσει. Μοιάζει, όμως, εξαιρετικά πιθανό ότι ο δρόμος των διαβουλεύσεων οδηγεί σε κάποιου είδους συμβιβαστική κυβέρνηση των δύο κομμάτων, του ακροδεξιού Λικούντ και του κεντρώου Μπλε και Ασπρο. «Οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι σε κάποια βασικά ζητήματα υπάρχει βαθύς διχασμός στη χώρα», λέει ο Σλόμο Αβινερί, πολιτικός επιστήμονας στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο. «Υπάρχει, όμως, η αίσθηση ότι πρέπει να ξεπεράσουμε αυτού του είδους την αντιπαράθεση. Ολοι συνειδητοποιούν ότι υπάρχουν διαφωνίες. Το αποτέλεσμα, όμως, δείχνει μια δυσφορία για την απονομιμοποίηση του μισού Ισραήλ», συμπληρώνει. Σε μία σαφή ένδειξη ότι ο απερχόμενος Ισραηλινός πρωθυπουργός βρίσκεται σε δεινή θέση, ο Νετανιάχου ακύρωσε την εμφάνισή του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη την επόμενη εβδομάδα, επικαλούμενος τις πολιτικές εξελίξεις. 

Οποιαδήποτε υπόνοια ότι ο Νετανιάχου σκέφτεται να οδηγήσει τη χώρα σε μία τρίτη εκλογική αναμέτρηση, προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις. Για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Ισραήλ βρίσκεται σε προεκλογικό πυρετό σχεδόν ένα χρόνο, μία κατάσταση που μπορεί να είναι αποδεκτή στην Ιταλία ή στην Ισπανία, όχι όμως σε μία χώρα που οι εχθροί του βρίσκονται προ των πυλών και η απειλή πολέμου είναι πάντα υπαρκτή, επισημαίνει η Σιμρίτ Μεϊρ, αρθρογράφος της «Γεντιότ Αχρονότ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ