ΜΑΝΟΛΗΣ ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ*

Στοχευμένα μέτρα ενίσχυσης των εξαγωγών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπάρχει, πλέον, ισχυρή διακομματική συναίνεση ότι η εξωστρέφεια της οικονομίας είναι αναγκαία για την επιστροφή στην ανάπτυξη. Οι ιδιαιτερότητες, όμως, του εξαγωγικού μας τομέα σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου. Θα επικεντρωθώ σε δύο από αυτές τις ιδιαιτερότητες και θα περιγράψω κάποιες πολιτικές που μπορούν να οδηγήσουν στην ενδυνάμωση των εξαγωγών.

Η πρώτη ιδιαιτερότητα είναι το μικρό μέγεθος των περισσότερων εξαγωγικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Ενώ σε παρόμοιες χώρες, όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία, οι μεγάλες επιχειρήσεις (με περισσότερους από 250 εργαζομένους) εξάγουν διπλάσιας αξίας αγαθά από ό,τι οι μικρές επιχειρήσεις (με λιγότερους από 50 εργαζομένους), στην Ελλάδα ισχύει το αντίστροφο: οι εξαγωγές αγαθών μικρών επιχειρήσεων υπερβαίνουν αυτές των μεγάλων (πλην πετρελαιοειδών).

Η σύνθεση των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων αντικατοπτρίζει μεν τη δομή της ελληνικής οικονομίας, αλλά δυσχεραίνει τη στροφή προς την εξωστρέφεια: οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες προκλήσεις στην προσπάθεια να εξάγουν. 

Σύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, οι σημαντικότερες δυσκολίες για τους μικρούς εξαγωγείς είναι η έλλειψη χρηματοδότησης και οι χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Για τη βελτίωση της χρηματοδότησης είναι σίγουρα απαραίτητη η επανεκκίνηση του τραπεζικού δανεισμού, γεγονός που προϋποθέτει την εκκαθάριση των κόκκινων δανείων, και η βελτίωση της στόχευσης των κρατικών κονδυλίων για τη διευκόλυνση των εξαγωγών, πολλά από τα οποία παραμένουν αχρησιμοποίητα. Επίσης, η επιστροφή του ΦΠΑ πρέπει να επιταχυνθεί, καθώς οι συνεχείς και εκτενείς καθυστερήσεις αποτελούν στην ουσία αναγκαστικό άτοκο δάνειο από τους εξαγωγείς προς την κυβέρνηση. Οσον αφορά τη γραφειοκρατία, αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί καίρια αν ξεκινήσει η λειτουργία της υπηρεσίας one-stop για τις εξαγωγές (Single Window ICT), η οποία συζητείται από το 2011, αλλά χωρίς αποτέλεσμα μέχρι σήμερα. Οι μικρές εξαγωγικές επιχειρήσεις έχουν επιδείξει μεγάλο δυναμισμό τα τελευταία 4-5 χρόνια σε αντίξοες συνθήκες και η μείωση των εμποδίων αυτών μπορεί να έχει πολύ θετική επίδραση στην εξαγωγική τους δραστηριότητα.

Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι οι εξαγωγές υπηρεσιών (ναυτιλία και τουρισμός κυρίως) αποτελούν το ήμισυ της συνολικής αξίας των εξαγωγών της Ελλάδας, έναντι 20%-30% στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Αντί για ένδειξη αδυναμίας, η μεγάλη συμμετοχή των υπηρεσιών θα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως συγκριτικό πλεονέκτημα και να αποτελέσει εφαλτήριο για την ανάπτυξη επιπλέον υπηρεσιών, συμπληρωματικών προς τις ήδη παρεχόμενες.

Για παράδειγμα, οι περισσότερες από τις υποστηρικτές υπηρεσίες της ναυτιλίας (νομικά, ασφαλιστικά, logistics) θα μπορούσαν να παράγονται εγχώρια, αντί να εισάγονται κατά το ήμισυ, όπως συμβαίνει σήμερα. Ο κλάδος του ιατρικού τουρισμού έχει μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης (η Τουρκία προσελκύει επτά φορές περισσότερους επισκέπτες). Τέλος, η διεθνοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που παρατηρείται στον υπόλοιπο κόσμο δεν έχει αγγίξει μέχρι στιγμής την Ελλάδα, παρά τη μεγάλη εξωστρέφεια των Ελλήνων ακαδημαϊκών. Αυτά τα τρία παραδείγματα αφορούν υπηρεσίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πολλές και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας. Για να πετύχουν όμως, απαιτούν σημαντικές αλλαγές και συνδυασμένες κινήσεις.

Με πολιτικές προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα, οι ιδιαιτερότητές μας μπορούν να αναδειχθούν σε εξαγωγικό πλεονέκτημα.

* Ο κ. Μανόλης Γαλενιανός είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ