ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γαλλία

Εξερεύνηση στην οροσειρά Cévennes με ένα Citroën 2CV.

Το 1878, ο συγγραφέας και ταξιδιωτικός συγγραφέας Robert Louis Stevenson διέσχισε την οροσειρά Cévennes, ένα από τα πιο άγρια και αραιοκατοικημένα μέρη της Γαλλίας. Για παρέα είχε ένα αργοκίνητο γαϊδουράκι, που το έλεγαν Modestine. Τον φετινό Μάιο, η γυναίκα μου κι εγώ διασχίσαμε τα βουνά Cévennes, που εξακολουθούν να είναι άγρια και αραιοκατοικημένα, όπως την εποχή του Stevenson. Για παρέα είχαμε ένα αργοκίνητο Citroën 2CV. O Stevenson περιέγραφε τη Modestine ως απείθαρχη, κυκλοθυμική, αλλά και μικρή, οικονομική, σκληραγωγημένη. Η περιγραφή ταιριάζει απόλυτα και στο Citroën μας, ένα αυτοκίνητο στο χρώμα του δυόσμου, που είχε σχήμα ομπρέλας, καθίσματα με σκελετό από σωλήνα, ηλιοροφή από καραβόπανο, ένα παλιό μονάκτινο τιμόνι που έτριζε και προβολείς που μου θύμιζαν τα μάτια ενός χαρούμενου σκυλιού, που ανυπομονεί να πάει βόλτα. O θορυβώδης δικύλινδρος κινητήρας του μπορούσε, με ούριο άνεμο, να πιάσει άνετα τα 95 χλμ./ώρα στον αυτοκινητόδρομο.      

Στα βουνά Cévennes όμως δεν υπάρχουν αυτοκινητόδρομοι, κάτι το οποίο, φαντάζομαι, ότι είναι λογικό εφόσον μιλάμε για ένα τοπίο με βαθιά φαράγγια, στενές κοιλάδες, ανεμοδαρμένα οροπέδια και γρανιτένια βουνά ύψους 1.500 μ. Το γεγονός ότι όλα αυτά τα καταπληκτικά φυσικά αξιοθέατα βρίσκονται συγκεντρωμένα σε ένα εθνικό πάρκο 932 τ.χλμ., μόλις τρεισήμισι ώρες από τη Λιόν, με έπεισε ότι τα Cévennes (τα οποία παρεμπιπτόντως δεν γνώριζα, παρότι ταξιδεύω χρόνια στη Γαλλία και παρά το γεγονός ότι ανήκουν στην UNESCO) είναι ιδανικός προορισμός για ένα road trip μιας εβδομάδας με τη σύντροφό μου, Michele. Και γιατί, είπα μέσα μου, να μην το κάνουμε με ένα Deux Chevaux (σ.σ. σημαίνει «δύο ίπποι»), όπως είναι γνωστό το «αμάξι του λαού» της μεταπολεμικής Γαλλίας. Ένα όχημα για το οποίο ο Βρετανός συντάκτης αυτοκινήτου L. J. K. Setright είχε πει ότι είναι ο μινιμαλισμός προσωποποιημένος. Το να κάνω road trip με ένα βίντατζ 2CV ήταν όνειρο για μένα, κι έτσι, όταν έμαθα ότι υπάρχει το Drivy.com (κάτι σαν airbnb για αυτοκίνητα), πήρα την απόφαση. Έψαξα και βρήκα ότι υπήρχε στη Λιόν ο ιδιοκτήτης ενός πλήρως αποκατεστημένου 2CV-6 Club του 1976, που θα μου το νοίκιαζε προς 63 ευρώ την ημέρα, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλισης και της 24ωρης οδικής βοήθειας.

Φτάνοντας στη Λιόν, η Michele κι εγώ περάσαμε από το σπίτι του. Ήταν ένας γλυκομίλητος συνταξιούχος, με τον οποίο καθίσαμε για λίγο στο καθιστικό και ύστερα υπογράψαμε τα χαρτιά, κάναμε ένα πεντάλεπτο test drive και φύγαμε. Προηγουμένως, μου είχε δώσει τη «Βίβλο», όπως την αποκαλούσε, δηλαδή ένα ογκώδες ντοσιέ με πληροφορίες για το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται στο 2CV. Όπως βέβαια συμβαίνει με πολλά ταξίδια που βασίζονται περισσότερο στην επιθυμία παρά στον προγραμματισμό, έτσι και το δικό μας υποβλήθηκε σε δοκιμασίες, ήδη από την πρώτη μέρα της πενθήμερης εκδρομής. Κυρίως όταν έπεφτε το σκοτάδι. Τότε ήταν η στιγμή που πραγματικά φάνηκε η αδυναμία εκτέλεσης του φιλόδοξου σχεδίου μου.


Σε μία από τις στάσεις που αναγκάστηκαν να κάνουν, προκειμένου να ξεκουραστεί το Citroën και να πάρει πάλι μπροστά, η βροχή έπεφτε πυκνή.    


Είχα παρκάρει το αυτοκίνητο σε μια γωνιά όλο λάσπες και είχα σβήσει τη μηχανή, για να ξεκουραστώ ένα λεπτό (τα χέρια μου πονούσαν από το μηχανικό τιμόνι και τον πεισματάρικο λεβιέ ταχυτήτων). Ψάχναμε την καλύτερη διαδρομή στον χάρτη για να γυρίσουμε πίσω στο ξενοδοχείο, το οποίο βρισκόταν λίγο έξω από το χωριό Anduze. Αυτή ήταν η καταλληλότερη στιγμή –όπως θα μας διαβεβαίωνε κάθε σεναριογράφος ταινιών τρόμου– για να μην ανάψει το αμάξι. Η μηχανή αρνούνταν να συνεργαστεί, κι έτσι αποφάσισα να πάρω τηλέφωνο την οδική βοήθεια. Δεν είχα σήμα. Δαγκώθηκα και κοίταξα τη Michele, μήπως εκείνη είχε καμιά καλή ιδέα που θα μας έβγαζε από τη δύσκολη κατάσταση, αλλά η απάντησή της ήταν να με κοιτάξει πίσω με ερωτηματικό βλέμμα, δαγκώνοντας κι αυτή τα χείλη της. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να καταφύγω στο μέρος όπου καταφεύγει κανείς σε στιγμές ανάγκης: στη «Βίβλο». Η μυρωδιά βενζίνης ήταν δείγμα υπερχείλισης, και αυτό που έπρεπε να κάνουμε ήταν να αφήσουμε το αμάξι να ξεκουραστεί «για λίγο». Είχαμε μια μικρή διαφωνία για το πόσο είναι το «λίγο» και τελικά αποφασίσαμε να περιμένουμε δέκα λεπτά, στη διάρκεια των οποίων δεν μιλούσαμε, απλώς ακούγαμε τη βροχή να πέφτει στην οροφή του αυτοκινήτου. Με το πέρας του δεκαλέπτου, πήρα βαθιά ανάσα και γύρισα το κλειδί. Η μηχανή άναψε. Η... προφητεία της «Βίβλου» είχε βγει αληθινή.   

Στα όρια

Το επόμενο πρωί, η ατμόσφαιρα ήταν ξηρή και τα σύννεφα κινούνταν τόσο γρήγορα, που αισθανόμουν ότι έβλεπα ταινία σε fast-forward. Το τοπίο που ξεπρόβαλλε μέσα από την τρομακτική σκοτεινιά της περασμένης νύχτας ήταν όσο όμορφο το είχα ονειρευτεί: πίσω από τους πρόποδες του βουνού ορθώνονταν οι απόκρημνοι ηλιόλουστοι ορεινοί όγκοι, με την ομίχλη να παρεισφρέει ανάμεσά τους και τον φρέσκο αέρα να την απομακρύνει αργά αργά. Το υπέροχο αυτό θέαμα δεν κατάφερε να με κάνει να ξεχάσω την απερίσκεπτη απόφασή μου να ξεκινήσουμε ένα road trip με ένα απαρχαιωμένο όχημα στα δύσβατα Cévennes. Παρ’ όλα αυτά, βοήθησε στο να ελαφρύνει η διάθεσή μας, έτσι ώστε η Michele κι εγώ να χαχανίσουμε στη διάρκεια του πρωινού κοιτώντας κάτι Γάλλους τουρίστες φορτωμένους με ακριβό πεζοπορικό εξοπλισμό, που ήταν σαν να είχαν ξεπηδήσει από διαφημιστικό για την Παταγονία. Το πιθανότερο είναι ότι περπατούσαν κατά μήκος του μονοπατιού Chemin de Stevenson, μιας δημοφιλούς διαδρομής 273 χλμ., που ακολουθεί τα βήματα του διάσημου συγγραφέα και της γαϊδούρας του.


Ταξιδιώτες κατά μήκος του Chemin de Stevenson, του δημοφιλούς μονοπατιού των 273 χλμ. που ενέπνευσε τον Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον να γράψει το βιβλίο «Ταξιδεύοντας στη Cévennes με γαϊδούρι». 


Τα βράδια, πριν κοιμηθώ, διάβαζα το χρονικό του ταξιδιού του Stevenson με τον –καθ’ όλα περιγραφικό– τίτλο «Ταξιδεύοντας στη Cévennes με γαϊδούρι» (Travels with a Donkey in the Cévennes), και ίσως αυτό να με επηρέασε, γιατί παρατήρησα ότι αντιμετώπιζα όλο και περισσότερο το κυκλοθυμικό 2CV μας σαν ζωντανό ον. Όταν σηκωνόμουν, η πρώτη μου σκέψη ήταν να ανοίξω το παράθυρο για να δω αν ο πρασινόχρωμος φίλος μας αντιμετώπισε καμιά δυσκολία στη διάρκεια της νύχτας και, προτού ξεκινήσουμε, άγγιζα με αγάπη το ταμπλό καθώς άκουγα τη μηχανή να παίρνει μπροστά κροταλίζοντας. Για την ακρίβεια, όσο περισσότερο μαθαίναμε τις ιδιορρυθμίες του αυτοκινήτου, τόσο πιο πολύ έμοιαζε, στα μάτια μας, με τη Modestine. Ο Stevenson αφιέρωσε πολλές σελίδες περιγράφοντας πόσο δυσκολεύτηκε να κάνει το γαϊδούρι να περπατήσει γρηγορότερα. «Προς Θεού, όμως, δεν πρέπει να συμπεριφερθώ σκληρά σε αυτό το αθώο πλάσμα. Θα ακολουθώ υπομονετικά τον ρυθμό της», έγραφε. Στην πορεία, βέβαια, κατέληξε να μαστιγώνει το ζώο, για να «λιώσει» από τύψεις αργότερα.  

Τις επόμενες ημέρες, καθώς περνούσαμε μέσα από τα υψίπεδα και τις ρεματιές των Cévennes, φοβόμουν ότι πίεζα το «υποζύγιό» μας πέρα από τα λειτουργικά του όρια. Το Citroën αγκομαχούσε στις απότομες ανηφόρες και κατηφόρες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πίσω μας μια ουρά από εκνευρισμένους οδηγούς, που δεν μπορούσαν να μας προσπεράσουν στον στενό, στριφογυριστό δρόμο. Μία στο τόσο το αμάξι έβγαζε μυρωδιές και ήχους, την πηγή των οποίων δεν μπορούσα να εντοπίσω επακριβώς. Να ήταν ο συμπλέκτης; Τα φρένα; Η μηχανή; Σε κάθε περίπτωση, το Citroën δεν μας απογοήτευσε, πηγαίνοντάς μας με ασφάλεια κάθε βράδυ στον προορισμό μας.

Αλλαγή σχεδίων

Στο τελευταίο μέρος της διαδρομής κατευθυνθήκαμε προς τα όμορφα υψίπεδα της Causse Méjean και το Gorges du Tarn, ένα εντυπωσιακό ελικοειδές φαράγγι με ψηλά καρστικά τείχη από τη μία πλευρά και ένα χαμηλό πέτρινο παραπέτο από την άλλη. Είναι ένα από τα αγαπημένα φαράγγια των Γάλλων δικυκλιστών, οι οποίοι –όπως και οι πεζοπόροι– ήταν ντυμένοι με ακριβό, φαντεζί εξοπλισμό και μας προσπερνούσαν με τις φωνακλάδικες μηχανές τους καθώς πλησιάζαμε στο χωριό Sainte Enimie, όπου θα μέναμε το τελευταίο μας βράδυ.


Το vintage Citroën 2CV ταξιδεύει στις ορεινές περιοχές του Causse Méjean, στη Cévennes της νότιας Γαλλίας.


Στη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματος σε ένα πανδοχείο στο κέντρο της πόλης, πάνω από δύο πιάτα με ψητό αρνί, η Michele κι εγώ πήραμε μια απόφαση: θα δίναμε στο 2CV ρεπό για την υπόλοιπη ημέρα. Το είχαμε ήδη πιέσει αρκετά και δεν θέλαμε να προκαλέσουμε την τύχη μας. Έτσι, ήπιαμε το κρασί μας με την ησυχία μας και κάναμε βόλτες αρχικά πλάι στα κρυστάλλινα νερά του ποταμού Tarn και έπειτα στα κατάφυτα υψώματα πάνω από το χωριό. Σταματούσαμε μόνο για να θαυμάσουμε τα άφθονα αγριολούλουδα και γενικά την ομορφιά της φύσης, που τείνει να χάνεται από τα μάτια σου όταν ταξιδεύεις με αυτοκίνητο, ακόμα κι αν είναι τόσο αργό όσο το Deux Cheveaux. Το σχέδιο ήταν το επόμενο πρωί να οδηγήσουμε έως τη Λιόν, να παραδώσουμε το αυτοκίνητο στον ιδιοκτήτη του και μετά να πάρουμε το τρένο για το Παρίσι, από όπου θα επιβιβαζόμασταν στο αεροπλάνο για να γυρίσουμε στο σπίτι μας.    

Ξυπνήσαμε χαράματα και ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου (ένας αστείος άντρας γύρω στα εξήντα, ονόματι Monsieur Lopez) μας βοήθησε να φορτώσουμε τις βαλίτσες μας. Όταν το αυτοκίνητο δεν πήρε μπροστά, η Michele κι εγώ δεν ανησυχήσαμε. Του δώσαμε το καθιερωμένο του δεκάλεπτο, σκεπτόμενοι ότι αυτή η μικρή καθυστέρηση δεν θα επηρεάσει το πρόγραμμά μας. Όταν πέρασαν τα δέκα λεπτά και είδαμε ότι η μηχανή δεν άναβε, κοιταχτήκαμε δαγκώνοντας τα χείλη μας. Όταν απέτυχα να εντοπίσω τον ιδιοκτήτη και μου είπαν από την οδική βοήθεια του Drivy ότι θα προσπαθούσαν να βρουν το κοντινότερο συνεργείο και θα επικοινωνούσαν το συντομότερο μαζί μου, ο Monsieur Lopez γέλασε, διαβεβαιώνοντάς με ότι θα έπρεπε να περιμένουμε πολύ, καθώς ήταν Κυριακή και οι μηχανικοί της περιοχής είτε κοιμούνταν είτε ετοιμάζονταν να πάνε στη λειτουργία. Όταν ένας περαστικός προθυμοποιήθηκε να σπρώξει το αμάξι έτσι ώστε να πάρει μπροστά, ανακαλύψαμε ότι στο συγκεκριμένο μοντέλο του 2CV αυτό δεν γίνεται. Κι όταν, τέλος, ο ίδιος άγνωστος αποπειράθηκε χωρίς επιτυχία να βάλει μπροστά το αμάξι με καλώδια από το δικό του βίντατζ αυτοκίνητο –ένα Renault 4 στο χρώμα του κερασιού, που έδειχνε πολύ ταιριαστό δίπλα στο Citroën μας–, κατέληξα σε ένα δυσάρεστο συμπέρασμα: θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε το 2CV και να αναθεωρήσουμε τα σχέδιά μας.

Μετά από μια τετράωρη διαδρομή με το λεωφορείο και ένα απίστευτα αργό ταξίδι με το τρένο, η Michele κι εγώ καθόμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλο, σε ένα μπιστρό στο 10ο διαμέρισμα του Παρισιού, και απολαμβάναμε δύο ποτήρια κρασί Morgon. Είχαμε καταφέρει να πάρουμε μερική επιστροφή χρημάτων για τα εισιτήρια τρένου Λιόν-Παρίσι και είχα επιτέλους εντοπίσει τον ιδιοκτήτη του 2CV, που μας ζήτησε συγγνώμη για τη φασαρία και μας είπε να μην ανησυχούμε. Θα κανόνιζε εκείνος να πάει ένας φίλος του να πάρει πίσω το αμάξι (όπως έμαθα εκ των υστέρων, το πρόβλημα οφειλόταν στην υπερθέρμανση του πολλαπλασιαστή, ένα «κλασικό πρόβλημα», όπως μου είπε).

H Michele έδειξε να ανακουφίζεται όταν της είπα ότι το 2CV θα επιστρέψει σύντομα στη Λιόν σώο και αβλαβές. «Αισθάνθηκα τόσο άσχημα που το αφήσαμε», μου είπε και η φωνή της έκρυβε συγκίνηση. Ήταν σαν να μιλούσε για ένα παιδί ή για ένα αγαπημένο κατοικίδιο ζώο. Όπως ο Stevenson, που φανέρωσε ανάλογο συναισθηματισμό όταν πούλησε το γαϊδουράκι και επιβιβάστηκε σε ένα λεωφορείο για να επιστρέψει στο σπίτι του. «Μόνο όταν κάθισα στη θέση μου, δίπλα στον οδηγό, κατάλαβα ότι πενθούσα», έγραφε. «Μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι μισούσα τη Modestine. Αλλά τώρα την είχα χάσει». 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ