ΒΙΒΛΙΟ

Η πόλις εάλω

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΕΛΑΝΙΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ
Λιτανεία του χρόνου
εκδ. Κίχλη, σελ. 82


Μια πόλη μετά την άλωσή της. Ερείπια, συντρίμμια, αποκαΐδια, σκιές στο σκοτάδι, χαλάσματα και φαντάσματα. Η πρωτοεμφανιζόμενη Μελανία Δαμιανού αποκαλύπτει στις σελίδες ένα υπερχρονικό, εωσφορικό τοπίο, ένα απέραντο πεδίο μάχης, αποκύημα ενός αέναου πολέμου. Περιφερόμενη στην πόλη, που φλέγεται σε κάποια γωνιά του κόσμου, η Διαμανού περισυλλέγει σπαρακτικά στιγμιότυπα, στιγμές έσχατης απόγνωσης, ανθρώπων ρημαγμένων από την ακατονόμαστη θηριωδία. Δεν μαθαίνουμε ποτέ τα αίτια της σφαγής ούτε γνωρίζουμε οτιδήποτε για τους εχθρούς που τη διέπραξαν. Η αφήγηση, κερματισμένη στις εξιστορήσεις πολιορκημένων και πολιορκητών, εστιάζεται στη φρίκη του άλογου κακού, απέναντι στο οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη αποδεικνύεται πάντοτε ευπόρθητη.

Ο καθένας υπομένει τη δική του καταδίκη, καταδυόμενος σε ενδόμυχα βάραθρα, πορευόμενος ολομόναχος σε «έναν κόσμο αφώτιστο κι ανεξιχνίαστο». Ενας λιποτάκτης, που εγκατέλειψε τα όπλα του, φαντάζεται πως κρατά ένα ξίφος από πάγο, και καθώς αυτό λιώνει στο χέρι του, θυμάται πως είναι άοπλος. Περιπλανιέται στα ερείπια κουβαλώντας ένα σακούλι, όπου αποθησαυρίζει λείψανα της χαμένης ζωής, για να μην ξεχάσει τις όψεις των πραγμάτων. Μια αναγνώστρια, κρυμμένη από τον όλεθρο σε μια κατερειπωμένη βιβλιοθήκη, πολιορκημένη από τις στάχτες των βιβλίων, πασχίζει να διασώσει τη μνήμη του ελάχιστου. Πάνω στη σκόνη της πόλης γράφει θρυμματισμένες φράσεις, που σκορπίζονται στο φύσημα του ανέμου. Οι λέξεις της «ισχνό κεράκι», που φώτιζε «μια καταποντισμένη κιβωτό». Μια άλλη γυναίκα τριγυρνάει στα χαλάσματα τραγουδώντας, αντιπαλεύοντας με το θλιμμένο τραγούδι της τη νεκρική σιγή. Ενας άντρας ξυπνά από τη μελωδία της γυναικείας φωνής και ρίχνεται στο σκοτάδι, αποζητώντας την, παρακαλώντας την να συνεχίσει το τραγούδι. Οι δύο φωνές, βουλιαγμένες στη νύχτα, αντηχούν η μία μέσα στην άλλη. Ακολουθώντας την ηχώ του τραγουδιού, ο άντρας βημάτιζε μες στην ερημιά, που τον «σκέπαζε με το νεκρικό της σεντόνι»· «πάλευα να σκίσω το σάβανο, μα είχα ήδη στο στόμα τη γεύση του χώματος».

Ενας καλόγερος αντιδικεί με τον Θεό που απέσυρε το έλεός του. Κενός πλέον από πίστη, απευθύνεται στον Θεό της Δυστυχίας, του Πένθους, της Οδύνης, της Εγκατάλειψης, του Φόβου και του Θανάτου, και λίγο πριν γκρεμιστεί από τα τείχη, αγαλλιά που θα απαλλαγεί «από τη φριχτή αιχμαλωσία». Το σήμαντρο του μοναστηριού άπλωνε τον μεταλλικό του ήχο σε μια θανατερή, τεφρή επικράτεια, κυριαρχημένη από «την πιο σκληρή και άθραυστη σιωπή».

Η Δαμιανού ανασύρει από τα ερείπια εικόνες συγκλονιστικές, συμπυκνωμένου ζόφου. Ολόκληρη η πόλη είναι «ένας ξεχερσωμένος τάφος». Σε κάθε λασπωμένη της κόγχη πλαντάζουν από πόνο και παράπονο οι επιζώντες. Θαμμένος σε ένα λαγούμι, ένας άντρας ψάχνει κάποια ρωγμή ή ράγισμα ανάμεσα στις πέτρες και τα χώματα. Από κάπου μακριά διαισθάνεται ένα «λεπτό, σχεδόν ανεπαίσθητο νήμα αέρα», και όταν η ανάσα του, λυτρωμένη από τη λάσπη, πλημμυρίζει από αυτή την πνοή, συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να πάει πουθενά αλλού, παρά πίσω, βαθιά μέσα στο χώμα.

Ανάμεσα στις μαρτυρίες θυτών και θυμάτων παρεμβάλλονται ολιγόστιχες παράγραφοι, ποιητικές μινιατούρες, όπου η συγγραφέας μοιάζει να αποστάζει την οδύνη, διηθώντας την μέσα από λόγια σιβυλλικά, που εκδιπλώνονται σαν εφιαλτικές προφητείες. Ο ερεβώδης, βίαιος λυρισμός είναι το δεσπόζον στοιχείο της γραφής. Μολονότι στις συμβολικές νύξεις του λυρισμού εγκιβωτίζονται αλληγορίες, η γλώσσα παραμένει κρυπτική. Οι δεξιοτεχνικές αποκρύψεις της φειδωλής γραφής φλογίζουν την ένταση της εικονοποιίας. Χωρίς αμφιβολία, στο βιβλίο της Δαμιανού ξεχωρίζει ο λόγος, που σπαράζει στην προσπάθειά του να διαφυλάξει το ίχνος των πραγμάτων, να το διαρπάξει από το αδιαπέραστο σκοτάδι της λήθης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ