ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΝΤΑΣ*

Οι τρεις πτυχές του αντικαπνιστικού αγώνα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα πρόσφατα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για την απαγόρευση του καπνίσματος είναι επιβεβλημένα. Κάθε χρόνο χίλιοι Ελληνες μη καπνιστές πεθαίνουν εξαιτίας της έκθεσής τους στο παθητικό κάπνισμα σε κλειστούς χώρους. Ο αντικαπνιστικός, όμως, αγώνας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο σε μέτρα απαγόρευσης και καταστολής για την προστασία των μη καπνιστών.

Πολύ περισσότεροι είναι οι θάνατοι των καπνιστών εξαιτίας του τσιγάρου, που υπερβαίνουν ετησίως τις 16.000. Για την αντιμετώπιση της θανατηφόρας επιδημίας του καπνίσματος, ο αντικαπνιστικός αγώνας, εκτός από τις αναγκαίες απαγορεύσεις, πρέπει να περιλαμβάνει προγράμματα πρόληψης για την αποφυγή της έναρξης του καπνίσματος, ειδικά στους νέους, καθώς και προγράμματα για τη διακοπή του καπνίσματος για όσους θέλουν να το κόψουν.

Τέτοιου είδους οργανωμένα προγράμματα στη χώρα μας είναι εξαιρετικά περιορισμένα, με αποτέλεσμα να συνεχίζουμε να κατέχουμε από τις πρώτες θέσεις διεθνώς στη συχνότητα των καπνιστών.

Ο τομέας της Αγωγής Υγείας στα σχολεία είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Οι λίγες προσπάθειες που είχαν δρομολογηθεί τη δεκαετία του 1990 με τη θέσπιση των υπεύθυνων Αγωγής Υγείας σε κάθε εκπαιδευτική διεύθυνση έχουν ατονήσει. Οσες σχετικές δράσεις υφίστανται είναι σποραδικές, αποσπασματικές και εκτός του πλαισίου της σύγχρονης Στρατηγικής της Προαγωγής Υγείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, με την οποία επιχειρείται ολιστική και συστηματική προσέγγιση στα θέματα υγείας, εκεί όπου ζουν, εργάζονται και εκπαιδεύονται οι κάτοικοι κάθε περιοχής.

Η ίδια υστέρηση παρατηρείται και στις προσφερόμενες υπηρεσίες διακοπής του καπνίσματος. Ενώ έξι στους δέκα καπνιστές δηλώνουν ότι θέλουν να σταματήσουν να καπνίζουν (από αυτούς περίπου οι μισοί έχουν προσπαθήσει ανεπιτυχώς), οι υπηρεσίες και τα προγράμματα που προσφέρει το δημόσιο σύστημα υγείας δεν επαρκούν, ενώ η δημόσια και η ιδιωτική ασφάλιση υγείας δεν περιλαμβάνουν στις παροχές τους ανάλογα προγράμματα.

Στο ΕΣΥ λειτουργούν ιατρεία διακοπής καπνίσματος μόνο σε τριάντα νοσοκομεία (από τα 138), και από αυτά, τα περισσότερα υπολειτουργούν λόγω ελλιπούς στελέχωσης. Επίσης ο ΕΟΠΠΥ, τα αυτοδιαχειριζόμενα Ταμεία, αλλά και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες στα ατομικά ή ομαδικά συμβόλαια, περιορίζουν τα προγράμματα πρόληψης που παρέχουν μόνο σε διαγνωστικές εξετάσεις, δηλαδή στη δευτερογενή πρόληψη, παραγνωρίζοντας την πολύ μεγαλύτερη αξία που έχει η πρωτογενής πρόληψη, η οποία στοχεύει στην καταπολέμηση των παθογόνων παραγόντων, μεταξύ των οποίων τη μεγαλύτερη ευθύνη για την πρόωρη νοσηρότητα και θνησιμότητα στη χώρα μας κατέχει το κάπνισμα.

Ο πιο σημαντικός λόγος που συχνά επικαλούνται για την αδράνειά τους είναι το οικονομικό κόστος των σχετικών προγραμμάτων. Προφανώς, όμως, αγνοούν ή σκοπίμως παραγνωρίζουν ότι η πρόληψη όχι μόνο σώζει ζωές, αλλά μειώνει σημαντικά και το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Σταχυολογώντας από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία, αρκεί να αναφέρουμε ότι το υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ είχε εκτιμήσει το 2008 πως κάθε δολάριο που δαπανάται σε αντικαπνιστικά μέτρα στην πολιτεία της Καλιφόρνιας επιφέρει εξοικονόμηση περίπου τεσσάρων δολαρίων στο κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Πληθυσμιακό πρόγραμμα διακοπής του καπνίσματος στην Ταϊπέι οδήγησε σε διάστημα μιας δεκαπενταετίας στην εξοικονόμηση 215 εκατ. δολαρίων.

Στην Αυστραλία, εντατική αντικαπνιστική εκστρατεία διάρκειας έξι μηνών εκτιμήθηκε ότι θα μειώσει κατά 912 εκατ. δολάρια τις δαπάνες υγείας κατά τη διάρκεια της ζωής 190.000 πολιτών που θα διακόψουν το κάπνισμα.

Επειδή, όμως, τα οφέλη αυτά είναι μεσοπρόθεσμου ή μακροπρόθεσμου χρονικού ορίζοντα, πιθανόν να μην είναι αρκετά για να κινητοποιήσουν τους εκάστοτε διοικούντες το ΕΣΥ και τους ασφαλιστικούς φορείς, όπου σπανίζει η έννοια της συνέχειας στη διοίκηση.

Σήμερα, όμως, που το κόστος των σχετικών προγραμμάτων έχει μειωθεί σημαντικά με τη αξιοποίηση του Διαδικτύου και της κινητής τηλεφωνίας, η επίκληση του παράγοντα κόστους είναι χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Το γεγονός αυτό, αλλά και η ανάδειξη της πρόληψης σε βασική προτεραιότητα της πολιτικής υγείας της νέας κυβέρνησης, καθώς και η ενεργοποίηση της Αντικαπνιστικής Επιτροπής υπό τον καθηγητή Παναγιώτη Μπεχράκη, παρέχει τη δυνατότητα να ξεδιπλωθεί ο αντικαπνιστικός αγώνας και στις τρεις πτυχές του: προστασία των μη καπνιστών, πρόληψη της έναρξης του καπνίσματος, παροχή βοήθειας σε όσους θέλουν να το διακόψουν.

* Ο κ. Γιάννης Τούντας είναι καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ