Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεχνά ότι δεν ξεχνάμε

Κύριε διευθυντά
Αρνητική εντύπωση μου προκαλεί η στείρα, ιδεοληπτική και μεροληπτική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ σε θέματα εθνικής και κομβικής σημασίας όπως η ψήφος των αποδήμων, οι γεωτρήσεις για υδρογονάνθρακες –που ο ίδιος προώθησε– αλλά και σε άλλα ήσσονος σημασίας,  όπως οι πρόσφατες δηλώσεις του Ευκλ. Τσακαλώτου, σχετικών με τις απόψεις του Ν. Βούτση ως προς τη βιασύνη του ΣΥΡΙΖΑ στην ανάληψη της εξουσίας και την ανάγκη να διατηρηθεί υψηλή η τιμή του επιδοτούμενου πετρελαίου ως συμβολή στη μάχη υπέρ της... οικολογίας. Ειρήσθω εν παρόδω, ο Ευκλ. Τσακαλώτος –όπως και πολλοί σύντροφοί του– τελευταία ρέπει εκουσίως και συστηματικά προς τον λαϊκισμό και απεμπολεί συνειδητά κάθε έννοια του ευ αγωνίζεσθαι. Γενικά, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ από το 2014 και μετά, παρά την τετραετή παραμονή του στην εξουσία, μου θυμίζει δρομέα ταχύτητας μικρών αποστάσεων που σκέφτεται μόνο την ταχύτητα. Οπως ο ΣΥΡΙΖΑ,  που στον βωμό της γρήγορης ανέλιξής του στην εξουσία εξαργύρωσε με τον χειρότερο τρόπο τις όποιες καλές προθέσεις του. Αγνόησε την τεχνική του δρομέα μεγάλων αποστάσεων ο οποίος προετοιμάζεται μακροπρόθεσμα, σχεδιάζει τη στρατηγική του για να ολοκληρώσει επιτυχώς τη διαδρομή και σφυρηλατεί το ψυχικό του σθένος.

Ευτυχώς η υπεύθυνη πολιτική και η σωστή ψυχική ωρίμανση είναι άθλημα που αφορά τις  μέγιστες αποστάσεις.

Χρηστος Λαμπροπουλος, Πολιτικός Μηχανικός

Μερική απασχόληση ή πλήρης ανεργία;

Κύριε διευθυντά
Εξ αφορμής της πρόσφατης επίσκεψης του πρωθυπουργού στο υπουργείο Εργασίας, όπου ετέθη το θέμα της μερικής απασχόλησης (Μ.Α.) υπό την πλέον αρνητική μορφή της, θα προσπαθήσω εν συντομία να παρουσιάσω και τη θετική πλευρά.

Ο χώρος δεν επιτρέπει πληρέστερη ανάλυση των υπέρ ή κατά επιχειρημάτων (υπάρχει σχετική μελέτη μου στο υπουργείο Εργασίας), όμως είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η αρνητική αυτή στάση οφείλεται μάλλον σε παρεξήγηση και στην επιφυλακτική στάση των συνδικάτων διεθνώς. Δεν πρόκειται για αναγκαστική περικοπή των ωρών εργασίας που επιβάλλεται από την επιχείρηση για λόγους οικονομικούς (σύστημα βραχείας εργασίας, part-time work, Kurzarbeit). Το στοιχείο που διαφοροποιεί τη Μ.Α. είναι η σταθερή και οικειοθελής παροχή εργασίας με μειωμένο ωράριο. Η Μ.Α. δεν επιβάλλεται υποχρεωτικά σε πρόσωπα που επιθυμούν να εργαστούν με πλήρες ωράριο. Απευθύνεται μόνο σε όσους θα ήθελαν να εργαστούν λιγότερες ώρες, με ανάλογη φυσικά αμοιβή και ασφαλιστική κάλυψη.

Οι αρνητικές συνέπειες μπορούν να περιοριστούν ή να αρθούν με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, όπως η κατάλληλη προσαρμογή της νομοθεσίας, εργατικής και ασφαλιστικής, η οποία, συνάμα, θα άνοιγε τον δρόμο για την εισαγωγή στην αγορά εργασίας ευέλικτων συστημάτων: ελαστικά ωράρια, αποδέσμευση των ωρών λειτουργίας των καταστημάτων από τις ώρες εργασίας του προσωπικού, συνεχές ωράριο και προπάντων αλλαγή στον τρόπο αμοιβής με καθιέρωση του ωρομισθίου, που αποτελεί προϋπόθεση-κλειδί.

Πρόκειται ασφαλώς για δύσκολες αλλαγές λόγω της μακροχρόνιας πρακτικής και συνήθειας, που τις κάνει ακόμα πιο δύσκολες η φύση των επιμέρους συμφερόντων, τα οποία δεν είναι πάντοτε ταξικά (εργοδότες - εργαζόμενοι), αλλά και ενδοταξικά. Εχω τη γνώμη πως η κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει τα προβλήματα αυτά όταν μιλάει για απελευθέρωση της αγοράς εργασίας.

Τέλος, ένα κράτος δικαίου δεν πρέπει να ξεχνά και το εξής: Παράλληλα με την προσπάθεια για αυτόνομη αύξηση της απασχόλησης και το ξερίζωμα της ανεργίας, που εξαρτάται από παράγοντες κυρίως οικονομικούς (επενδύσεις), υπάρχει και το πρόβλημα της κατανομής του διαθέσιμου όγκου απασχόλησης πιο δίκαια μεταξύ των εργαζομένων. Πρόκειται για έναν ωραίο στόχο της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής, που προωθείται διεθνώς μέσω ευέλικτων θεσμών και συστημάτων, όπως είναι η μερική απασχόληση.

Ιωαννης Αθ. Μακρης, Πρ. διευθυντής υπ. Εργασίας, εργατικός σύμβουλος στην Πρεσβεία Βόννης, Καστέλλια Παρνασσίδος

Ενα συγχωροχάρτι είναι η περαίωση

Κύριε διευθυντά
Διάβασα (8/10/19) το άρθρο του καθηγητή Δ. Σπινέλλη («Ματώσαμε, αλλά δεν μάθαμε»), που με τεκμηριωμένο τρόπο αντιτίθεται σε πιθανή εφαρμογή του μέτρου της περαίωσης εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, και έκανα κάποιες σκέψεις.

Η περαίωση είναι μια μορφή «τακτοποίησης». Οπως κάθε τόσο ψηφίζονται αποφάσεις που επιτρέπουν να «τακτοποιήσεις» ένα αυθαίρετο κτίσμα, μια καταπάτηση δασικής έκτασης, τις δόσεις σου στο κράτος ή το ταμείο σου κ.λπ., έτσι και στην περίπτωση της εφορίας η περαίωση είναι ένα συγχωροχάρτι που το πληρώνει κανείς και διαγράφει προηγούμενες φορολογικές αμαρτίες, είτε υπήρξαν είτε όχι (διακρίσεις δεν γίνονται), που μπορεί να σου προσάψει ένας ενδεχόμενος έλεγχος.

Οπως όμως τα παπικά συγχωροχάρτια δεν καλλιεργούσαν ηθικές συνειδήσεις ούτε ενθάρρυναν τους αγοραστές τους να μην αμαρτάνουν, έτσι και οι κάθε είδους περαιώσεις, τακτοποιήσεις κ.λπ. υποθάλπουν την πεποίθηση ότι όλα διορθώνονται στον κατάλληλο χρόνο και με το κατάλληλο τίμημα.
Αυτό δεν δημιουργεί υπεύθυνους πολίτες αλλά συντηρεί μια νοοτροπία δουλοπαροίκων που κοιτάζουν πώς να τα μπαλώνουν με τα αφεντικά τους, κλέβοντας ταυτόχρονα από όπου μπορούν. Τέτοιο κράτος ονειρευόμαστε στ’ αλήθεια;

Αντωνης Παπαγιαννης, Ιατρός, Θεσσαλονίκη

Οι σταθερές αξίες της «Καθημερινής»

Κύριε διευθυντά
Η συμπλήρωση 100 χρόνων από την έκδοση της «Κ» αποτελεί ασφαλώς μια νότα παραμυθίας, σε μια απογοητευμένη Ελλάδα, παρά την αύρα αισιοδοξίας την οποίαν εκπέμπει η ανάληψη της εξουσίας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Στις δεκαετίες τις οποίες τυγχάνω αναγνώστης της, τη διακρίνει σοβαρότητα, αντικειμενικότητα και υψηλή αίσθηση ευθύνης. Ακόμα, μετριοπάθεια και τεκμηρίωση. Η κριτική της, σχεδόν πάντοτε, χωρίς υπερβολές και λαϊκισμούς.

Διαθέτει επίσης, ως επί το πλείστον, ένα ανθρώπινο δυναμικό που το χαρακτηρίζει ισχυρό ταλέντο και ουσιαστική μόρφωση και βρισκόταν, σχεδόν πάντα, στη σωστή όχθη της Ιστορίας.

Θα ήθελα όμως, ως εμμανής του παρελθόντος, να προσθέσω ότι ξεφυλλίζοντας στην Παπαχαραλάμπειο Βιβλιοθήκη της Ναυπάκτου την αθηναϊκή εφημερίδα «Αθηνά», βρήκα στο φύλλο της 1.12.1846 μια δεξίωση που παρέθεσαν οι Ελληνες έμποροι του Λονδίνου στον ηγέτη της συνταγματικής μεταβολής της 3.9.1843, στρατηγό Δημ. Καλλέργη.

Εις αυτήν ο δαιμόνιος Χιώτης μεγαλέμπορος Παντιάς Ράλλης, ανεφέρθη εις την πρόποσή του, «Υπέρ της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και της ελευθεροτυπίας». Ετσι κατά την ιδία εφημερίδα «ο λαλών ανέπτυξεν ευγλώττως το θέμα και απέδειξεν ότι ελευθερία αληθής και βεβαία δεν δύναται να υπάρξη όπου δεν συνοδεύεται με την ελευθεροτυπίαν και το ανεξάρτητον των Δικαστηρίων».

Είναι βεβαίως κάπως θλιβερό, τα ίδια αυτά θέματα να εξακολουθούν να ταλανίζουν τη χώρα, 170 χρόνια μετά, με υπαιτιότητα της προηγούμενης εξουσίας.

Αλλά έχω τη βεβαιότητα ότι ο Παντιάς Ράλλης, ο ευφυέστατος αυτός Χιώτης, ο οποίος με τα άλλα 4 αδέλφια του ίδρυσε μία από τις μεγαλύτερες, παγκοσμίως, εταιρείες του 19ου αιώνα, με 20.000 υπαλλήλους, εγκατεσπαρμένους σε όλα τα σημεία της υφηλίου, ασφαλώς θα ήταν σταθερός αναγνώστης της «Κ», γιατί θα ανεγνώριζε στις προδιαγραφές της αυτό που ο ίδιος εννοούσε ως «ελευθεροτυπία».

Αντωνης Ν. Βενετης, Μοναστηράκι Δωρίδος

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ