ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμπάργκο στα τουρκικά κρατικά ομόλογα προωθεί το Κογκρέσο

Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ επιδιώκει την επιβολή κυρώσεων σε περιουσιακά στοιχεία του Ταγίπ Ερντογάν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα από τα θύματα της τουρκικής επιχείρησης στη βόρεια Συρία ενδέχεται να είναι και η οικονομία της γειτονικής χώρας, που είχε αρχίσει να ανακάμπτει από τη βαθύτατη νομισματική κρίση και την ύφεση του περασμένου έτους. Ο λόγος δεν είναι τόσο οι οικονομικές κυρώσεις που επέβαλε η Ουάσιγκτον στην Αγκυρα στην αρχή της εβδομάδας, καθώς κατά γενική ομολογία είναι ήπιες. Ο κίνδυνος που θα μπορούσε να γονατίσει την τουρκική οικονομία θα ήταν ένα νέο κύμα κυρώσεων προπαντός στο τουρκικό χρέος ή ένας περαιτέρω κλονισμός της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών. 

Εως τώρα οι κυρώσεις της Ουάσιγκτον δεν έχουν πλήξει παρά μόνον το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης και τους τουρκικούς τίτλους. Στο μεταξύ, η εκεχειρία που συμφωνήθηκε μόλις τρεις ημέρες μετά την απόφαση για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων είχε άμεσο αντίκτυπο στους τουρκικούς τίτλους που ανέκαμψαν μετά την ελεύθερη πτώση των προηγούμενων ημερών. Οπως επισήμαναν οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές, οι κυρώσεις που ανακοινώθηκαν αργά το βράδυ της Δευτέρας, ασφαλώς δεν είναι το είδος των μέτρων που θα μπορούσαν να καταστρέψουν την τουρκική οικονομία. Δεν πρόκειται δηλαδή για υλοποίηση της απειλής που εξακόντισε την περασμένη εβδομάδα ο Ντόναλντ Τραμπ κατά της Αγκυρας. 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις οικονομικών αναλυτών, το εμπάργκο σε ορισμένους νυν και πρώην αξιωματούχους της τουρκικής κυβέρνησης και η αναστολή των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη διμερούς εμπορικής συμφωνίας αξίας 100 δισ. δολαρίων δεν πρόκειται να καταφέρουν καίριο πλήγμα στην τουρκική οικονομία. Ούτε καν ο διπλασιασμός των δασμών στις εισαγωγές τουρκικού χάλυβα από το 25% στο 50%. Οπως, όμως, τονίζουν οικονομικοί αναλυτές, μετά τη διακομματική συμφωνία που έχει επιτευχθεί στο αμερικανικό Κογκρέσο, ενδέχεται Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί να ασκήσουν πιέσεις για την επιβολή σκληρότερων οικονομικών κυρώσεων.

Σύμφωνα με πηγές του Bloomberg, μεταξύ άλλων εξετάζουν τον αποκλεισμό τουρκικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και του τουρκικού ενεργειακού τομέα και προπαντός μια απαγόρευση στις αμερικανικές επιχειρήσεις και τους Αμερικανούς επενδυτές να αγοράζουν χρέος της Τουρκίας.

Οπως επισημαίνει ο Τίμοθι Ας, στέλεχος της BlueBay Asset Management, στο Λονδίνο, στην περίπτωση που υπερψηφιστούν τέτοιου είδους μέτρα, το πλήγμα θα είναι ισχυρό καθώς «το εμπάργκο στα τουρκικά κρατικά ομόλογα μπορεί να σβήσει τα φώτα για την Τουρκία που πρέπει να αναχρηματοδοτεί κάθε χρόνο βραχυπρόθεσμο εξωτερικό χρέος ύψους 180 δισ. δολαρίων». Εξάλλου, πηγές του Reuters φέρουν τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ να επιδιώκει την επιβολή περαιτέρω κυρώσεων και μάλιστα σε περιουσιακά στοιχεία του ίδιου του Τούρκου προέδρου όπως και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων της κυβέρνησης Ερντογάν. 

«Σε περίπτωση ευρύτερων και σοβαρότερων κυρώσεων, μπορεί να αλλάξει πλήρως η οικονομική εικόνα της Τουρκίας», εκτιμά ο Ούρλιχ Λόιχτμαν, στέλεχος της γερμανικής τράπεζας Coimmerzbank στη Φρανκφούτη. Οπως τονίζει ο ίδιος, στην περίπτωση περαιτέρω κυρώσεων, είναι πιθανή μια νέα ύφεση καθώς «η τουρκική οικονομία παραμένει εύθραυστη μετά την κρίση του 2018». Την ίδια ακριβώς εκτίμηση εξέφρασε, άλλωστε, και το ΔΝΤ χαρακτηρίζοντας «εύθραυστη» την ανάκαμψη της τουρκικής οικονομίας. Το Reuters επισημαίνει ότι ο αντίκτυπος του πολέμου στην τουρκική οικονομία αναμένεται να αποθαρρύνει την περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής από την Τράπεζα της Τουρκίας, καθώς υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν ξανά τα ελλείμματα και το κόστος δανεισμού της γειτονικής χώρας. Θα είναι, άλλωστε, καίριο πλήγμα αν εξαιτίας των εχθροπραξιών στην Τουρκία μειωθεί ο τουρισμός που φέτος το καλοκαίρι στάθηκε καθοριστικός παράγοντας για να αρχίσει η ανάκαμψη της τουρκικής οικονομίας.

Ενισχύθηκαν μετοχές, λίρα και ομόλογα μετά την πενθήμερη εκεχειρία

Η μεγάλη υποχώρηση που σημείωσε μέσα στην εβδομάδα το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης δεν οφειλόταν μόνον στις οικονομικές κυρώσεις που ανακοίνωσε η Ουάσιγκτον αλλά και στην αγωγή που  υπέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ κατά μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Τουρκίας, την Halk Bankasi ή Halkbank.

Η είδηση οδήγησε σε μεγάλη πτώση τις μετοχές των τουρκικών τραπεζών αναγκάζοντας τελικά την τουρκική επιτροπή κεφαλαιαγοράς να αναστείλει τη διαπραγμάτευση των μετοχών επτά τραπεζών, μεταξύ των οποίων και της Halkbank. Το θέμα αφορά παλαιότερη υπόθεση που έχει καλλιεργήσει ένταση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Αγκυρα πλήττοντας την τουρκική οικονομία.

Οι αμερικανικές αρχές κατηγορούν την Halkbank ότι παραβίασε το εμπάργκο κατά της Τεχεράνης μεσολαβώντας για τη μεταβίβαση χρημάτων στο Ιράν.

Συγκεκριμένα την κατηγορεί ότι μεσολάβησε προς όφελος της Τεχεράνης διευκολύνοντας την πώληση ιρανικού πετρελαίου, ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου κατατέθηκαν σε δικούς της λογαριασμούς και ότι στη συνέχεια η τράπεζα μετήλθε διάφορων μηχανισμών με τους οποίους παρέκαμψε το εμπάργκο για να θέσει στη διάθεση των ιρανικών αρχών 20 δισ. δολάρια.

Την κατηγορεί επίσης ότι διευκόλυνε την αγορά τροφίμων και φαρμάκων από Ιρανούς πελάτες της. Μέχρι στιγμής, πάντως, ήταν περιορισμένος ο αντίκτυπος τόσο των οικονομικών κυρώσεων που ανακοίνωσε η Ουάσιγκτον όσο και της αγωγής κατά της Halkbank. Και αυτό κυρίως χάρη στην εκεχειρία πέντε ημερών που συμφώνησε η Αγκυρα.

Η πτώση των τουρκικών ομολόγων και των τουρκικών μετοχών όπως και της ίδιας της τουρκικής λίρας αντιστράφηκε άμεσα από την Πέμπτη και το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης σημείωνε κέρδη σχεδόν 4% μόλις έγινε γνωστή η συμφωνία για εκεχειρία. Οι αποδόσεις των πενταετών ομολόγων του τουρκικού δημοσίου υποχώρησαν κατά 160 μονάδες βάσης κάτω από το επίπεδο του 15% για πρώτη φορά έπειτα από μια εβδομάδα. Η τουρκική λίρα που, επίσης, ανέκαμψε όταν ανακοινώθηκε η εκεχειρία, εξακολουθεί πάντως να υφίσταται πιέσεις. Την Παρασκευή είχε ξανά μια αρκετά ασθενή ισοτιμία προς το δολάριο καθώς 5,7881 τουρκικές λίρες αντιστοιχούσαν σε ένα δολάριο. Υπενθυμίζεται ότι το τουρκικό νόμισμα, που το καλοκαίρι του περασμένου έτους είχε αποδυναμωθεί σε ανησυχητικό βαθμό εν μέρει και εξαιτίας κυρώσεων από την Ουάσιγκτον, σημείωσε τη χαμηλότερη ισοτιμία των τελευταίων τεσσάρων μηνών μόλις άρχισε η τουρκική εισβολή στη Συρία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ