ΒΙΒΛΙΟ

Απεγνωσμένο παιχνίδι

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
Η αστυνόμος
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 240


Μια κόρη, η αστυνόμος του τίτλου, και ο πατέρας της, ένας ερωτομανής συγγραφέας, εφευρίσκουν τεχνάσματα για να γλιτώνουν από την πλήξη, τη μόνιμη πληγή της αληθινής ζωής. Στην ουσία συμμετέχουν, εν μέρει ερήμην τους, εν μέρει εν γνώσει τους, σε ένα σαδομαζοχιστικό παιχνίδι εξαπάτησης. Η κόρη, πλούσια σε αιματόβρεχτα περιστατικά του αστυνομικού δελτίου, προσφέρει στον πατέρα της την πρώτη ύλη για τα βιβλία του. Εκείνος, από την πλευρά του, αποζητά σε εφήμερους, γελοίους έρωτες την καύσιμη ύλη της έμπνευσής του. Και οι δύο επινοούν μυθεύματα για να τροφοδοτούν τον αιμάσσοντα δεσμό τους, που παλινδρομεί μεταξύ εμμονής και αποστροφής.

Ο Ανδρέας Μήτσου καταβυθίζεται με τεχνική δεξιοσύνη και αφηγηματική πρωτοτυπία στις απόκρυφες διαστάσεις της ερωτικής επιθυμίας, στις πιο σκληρές εκφάνσεις της. Στο πρόσφατο μυθιστόρημα διαμοιράζει τη νοσηρή δριμύτητα ενός κανιβαλικού ερωτικού αισθήματος ανάμεσα στην κόρη, στον πατέρα της, στη σύντροφό του και σε μια άλλη γυναίκα, στην οποία η αστυνόμος αναγνωρίζει την επόμενη ηρωίδα του πατέρα της. Η Νίκη, μια γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, αμόρφωτη και λαϊκή, κακοποιημένη από τον σύζυγό της, γίνεται το δόλωμα που ρίχνει η αστυνόμος στον συγγραφέα προκειμένου να τον τραβήξει από την «καθημερινή ευτέλεια», όπου τον σέρνει η σύντροφός του.

Το πιο αξιοπαρατήρητο στοιχείο του μυθιστορήματος είναι ότι αγνοούμε μέχρι τέλους ποιος διατηρεί τον έλεγχο του παιχνιδιού. Η κόρη εμπλέκει τον πατέρα της σε ένα στημένο παιχνίδι, βαθμιαία όμως συνειδητοποιεί ότι περισσεύει σε αυτό. Η Νίκη, πάλι, η ωραία του Αιγάλεω, το θύμα που γίνεται άθυρμα, καθυποτάσσει τον εραστή της μέχρι να τον οδηγήσει στην εκμηδένιση, στην απόλυτη ταπείνωση. Το ερωτικό της πάθος καταπνίγεται από την αιμοβορία της, αλλά τελικά η έκβαση για εκείνη δεν είναι διόλου νικητήρια. Ο συγγραφέας δείχνει ο πιο ευάλωτος, ανίσχυρος να επιβάλει στη ζωή τις συγγραφικές μεθοδεύσεις του. Η ατολμία του αντιμαχόταν τη συγγραφική εξουσία του. «Μικρές αποδεικνύονταν οι δυνατότητές μου για ένα τέτοιο παιχνίδι. Μεγαλύτερη η δειλία μου».

Την αναγνωστική προσοχή διεγείρει η δυσεξιχνίαστη ψυχοσύνθεση της κόρης, που αστυνομεύει εμμονικά τον πατέρα της, απολαμβάνοντας σαδιστικά το μαρτύριο στο οποίο τον υπέβαλε, παραμονεύοντας την ήττα του. Και η ίδια απορεί: «Τι φρικτό κόλλημα, μίσος και νοιάξιμο μαζί, ήτανε αυτό, μ’ ένα αντρικό πρότυπο παρωχημένο και τελειωμένο;» Ο πατέρας, από την άλλη, τον οποίο ο Μήτσου επιφορτίζει με αλγεινές, δύσκολες εκμυστηρεύσεις, αισθάνεται πως κρατιέται από μια ψιλή τρίχα πάνω από το βάραθρο της γελοιότητας. Κατακρημνιζόταν σε έναν μαύρο γκρεμό, τη σκοτεινιά του οποίου διακαώς λαχταρούσε. Αυτός ο άφευκτος γκρεμός διανοίγεται από «εκείνη τη ρωγμή που φέρεις μέσα σου», μια ρωγμή ισοβαθή με την άβυσσο. «Οταν πηδήσεις στον γκρεμό, τότε μόνο την αντικρίζεις την άβυσσο». Αδημονούσε να αποτολμήσει «το σάλτο στο κενό», διότι η βουτιά στον γκρεμό της γελοιότητας δεν εγκυμονεί μόνο τον αφανισμό, αλλά συχνά υπόσχεται την παραφορά της υπέρβασης, της απόδρασης από την πλήξη της προφυλαγμένης ζωής.

Ο Μήτσου είναι αναμφίβολα ένας συναρπαστικός ερωτογράφος, όπως επίσης ένας διανοούμενος συγγραφέας, με την έννοια ότι μεριμνά για τη νοηματική διαστρωμάτωση της μυθοπλασίας. Στο παρόν βιβλίο, κόρη και πατέρας, έρμαια της αγριότητας μιας αμφίπλευρης ανάκρισης, διατυπώνουν ενδιαφέρουσες σκέψεις για τις υπόγειες παγιδεύσεις που ενέχουν οι ερωτόληπτες ενορμήσεις, όταν όμως συζητούν μεταξύ τους, ακούγονται αφύσικα στομφώδεις. Χάρη στην αφηγηματική ικανότητά του, ο Μήτσου αντισταθμίζει το υπερθετικό ηχόχρωμα των διαλογικών μερών με εξαιρετικά κομμάτια στοχαστικής εμβάθυνσης και ψυχογραφικής λεπταισθησίας, πρωτεύοντα, άλλωστε, στοιχεία της γραφής του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ