ΘΕΑΤΡΟ

Οταν η πρόβα καθορίζει την παράσταση

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Αρχικά οι ηθοποιοί παρουσιάζουν τα πρόσωπα που θα υποδυθούν. Η αφηγηματικότητα αντικαθιστά μέρος των διαλόγων. Μόνο που έτσι η αφήγηση γίνεται φλύαρη – γιατί κάποιος να μου δείξει με πλάγιο λόγο αυτό που συμβαίνει σε ευθύ;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Αν ορίζει κάτι τα μεγάλα έργα είναι η διαρκής ικανότητά τους να μας εκπλήσσουν. Να ανοίγουν, κάθε φορά που τα διαβάζουμε ή τα βλέπουμε στη σκηνή, πόρτες που παρέμεναν διακριτικά στο ημίφως. Και τότε νέες σχέσεις και ζητήματα προβάλλουν, που δένουν με τα έως τότε κύρια, όταν δεν τα επαναπροσδιορίζουν. Οπως ο «Γλάρος» του Αντον Τσέχοφ: υπέρτερο κάθε προσπάθειας απόδοσής του στη σκηνή, είναι ταυτόχρονα τόσο γενναιόδωρο έργο ώστε επιτρέπει σε παραστάσεις με ερμηνευτικές αδυναμίες να παραμένουν ενδιαφέρουσες.

Σε αυτές ανήκει η παράσταση του Γιάννη Παρασκευόπουλου, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου. Δύο βασικές δραματουργικές/σκηνοθετικές επιλογές του εκ Θεσσαλονίκης σκηνοθέτη δεν επιτρέπουν στην παράσταση, ως σύνολο, να φτάσει στο ύψος που αγγίζουν επιμέρους σημεία της. H πρώτη αφορά τον τρόπο που η πρόβα, η δημιουργική διαδικασία, καθορίζει τη δραματουργία. Οταν αρχίζει η παράσταση, οι ηθοποιοί εμφανίζονται καθισμένοι στη σειρά και παρουσιάζουν τα πρόσωπα που θα υποδυθούν. Η αφηγηματικότητα αντικαθιστά μέρος των διαλόγων: χρησιμοποιείται για να τονίσει κάποια σημεία τους ή για «δείξει» τη σχέση των προσώπων. Μόνο που έτσι η αφήγηση γίνεται φλύαρη – γιατί κάποιος να μου δείξει με πλάγιο λόγο αυτό που συμβαίνει σε ευθύ; Σε τι χρησιμεύει ο πολλαπλασιασμός της ίδιας πληροφορίας; Οσο προχωρεί η παράσταση και οι αφηγηματικές παρεμβολές υποχωρούν, γίνεται φανερό πόσο πιο δυνατή θα ήταν η παράσταση αν εμπιστευόταν την πρωτότυπη μορφή του έργου.

Η δεύτερη επιλογή που επηρεάζει αρνητικά τη σκηνική αφήγηση είναι η ηλικιακή σύνθεση των ηθοποιών. Αν εξαιρέσει κανείς τη Γιώτα Φέστα, που υποδύεται την ώριμη θεατρίνα Αρκάντινα, και τον Θανάση Μιχαηλίδη, που ερμηνεύει τον συνταξιούχο αδελφό της, τον Σόριν, οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι πολύ νέοι. Ο Γιώργος Βεργούλης, ο Αρτέμης Χαραλαμπίδης, ο Στέλιος Νίνης και η Ζωή Ιωαννίδη δεν μπορούν να ερμηνεύσουν πειστικά τον 40χρονο συγγραφέα Τριγκόριν, τον 55χρονο γιατρό Ντορν, τον μέσης ηλικίας διαχειριστή του κτήματος Σαμράγιεφ και τη γυναίκα του. Αν είναι ή μοιάζουν συνομήλικοι με τον Τρέπλιεφ (Γκαλ Ρομπίσα), τη Νίνα (Χρυσή Μπαχτσεβάνη), τη Μάσα (Εφη Γούση), τον Μεντβεντέγκο (Γιάννη Κοντό), η συμπεριφορά, οι αντιδράσεις και οι επιλογές των ηρώων, οι οποίες και τροφοδοτούν τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις τους, δεν είναι δραματουργικά πειστικές.

Εξηγούμαι: Από τη στιγμή που ο σύντροφος της Αρκάντινα, ο αναγνωρισμένος συγγραφέας Τριγκόριν (ο Γ. Βεργούλης), μοιάζει συνομήλικος με τον γιο της, τον επίδοξο συγγραφέα Τρέπλιεφ, χάνεται και η κόντρα της διαφορετικής γενιάς/καλλιτεχνικής άποψης αλλά και οι αρμοί του ερωτικού σχήματος. Πώς να πείσει η εξομολογητική σκηνή Αρκάντινας - Τριγκόριν στο τέλος της Γ΄ πράξης όταν ο εραστής θα μπορούσε να είναι γιος της; Επειτα η Νίνα ερωτεύεται τον ώριμο, επιτυχημένο, πρωτευουσιάνο συγγραφέα. Αν οι δύο ηθοποιοί είναι συνομήλικοι, η ορμή που ωθεί τη νεαρή να δοκιμάσει την τύχη της στη Μόσχα, μένει αστήρικτη, όπως και η εξέλιξη του τριγώνου που διαμορφώνεται. Θέλω να πω, κάθε στοιχείο των προσώπων κάτι εξυπηρετεί, κάτι εξηγεί, κάπου οδηγεί, που εδώ ακυρώνεται. Δεν καταργείς, χωρίς να πληρώσεις ακριβό τίμημα, τη σοφή δομή του πρωτοτύπου.

Με την ερμηνεία της Γιώτας Φέστα κάτι περίεργο συμβαίνει. Σαν να μη συμπαθεί, να μην αποδέχεται την εγωπαθή γυναίκα που υποδύεται, αυτήν τη μητέρα-τέρας που είναι η Αρκάντινα. Παίζοντας σχηματικά, ενίοτε και ειρωνικά, ως τύπο και όχι «ψυχολογικά», τον ρόλο της, αποδυναμώνει την αναγκαία αληθοφάνεια, που έχει ήδη πληγεί από τις ηλικιακές αστοχίες της διανομής και τις «αφηγηματικές» παρεμβολές.

Ωστόσο ο «Γλάρος» του Γιάννη Παρασκευόπουλου έχει αρετές διόλου ευκαταφρόνητες. Ετσι, η σκηνή στην Α΄ πράξη, της παράστασης που στήνει ο νεαρός εικονοκλάστης Τρέπλιεφ (εξαιρετικός ο Γκαλ Ρομπίσα) με «πρωταγωνίστρια» τη νεαρή αγαπημένη του, ήταν η καλύτερη απόδοση που έχω δει μέχρι σήμερα: μια εξέδρα, μπλε φως, καπνοί και η Νίνα, με ασημένια ολόσωμη φόρμα σαν ανώτερη μορφή ύπαρξης, να μονολογεί ενόσω ο Τρέπλιεφ σαν καφκικό έντομο, στα πόδια της εξέδρας αυτός, συμπληρώνει το προ-ανθρώπινο, συμπαντικής τάξης, αρχέγονο όραμα δημιουργίας και καταστροφής.

Η Χρυσή Μπαχτσεβάνη έδωσε μια διαφορετική της συνήθους πτυχή της Νίνας, όχι ευαίσθητη αλλά αφελή και επιπόλαιη, που μόνο μέσα από την οδύνη της αποτυχίας, και όταν πια καταρρέει, κατορθώνει να συλλάβει ποιητικά την ύπαρξη – ό,τι ακριβώς δεν της επέτρεψε να γίνει μεγάλη ηθοποιός.

Μεγάλη ηθοποιός, αντίθετα, μπορούσε να γίνει η Μάσα της Εφης Γούση, που φλέγεται ερήμην του περιβάλλοντός της, παλεύοντας να καταπνίξει ό,τι ακριβώς δίνει αξία, και ποίηση, στην ύπαρξή της: τον χωρίς ανταπόκριση έρωτά της για τον Τρέπλιεφ. Η ερμηνεία της Γούση συνταρασσόταν από διπλή αγωνία: της ύπαρξης μαζί και της έκφρασης. Εξοχη.

Κάπως έτσι, ένα δίδυμο φαινομενικά αντιθέτων διαμορφώνεται, που καταλήγει στο ίδιο σημείο, back to black, στην ερημιά του έρωτα, αφού οι δύο νεαρές αγαπούν άνδρες δεμένους με άλλη. Και όταν, σε διαφορετικές στιγμές, «πενθώντας για τη ζωή τους», η Νίνα/Χρ. Μπαχτσεβάνη και η Μάσα/Εφη Γούση τραγουδούν τους στίχους του «Βack to black» της  Εϊμι Γουάινχαουζ (στη θαυμάσια μουσική του Μάνου Μυλωνάκη το τραγούδι μόλις που αναγνωρίζεται), οι απηχήσεις και οι αντηχήσεις που προκαλεί εντός μας το έργο επιβεβαιώνουν την ανεκτίμητη αξία του.

Θαυμάσια αξιοποίησε τις δυνατότητες του σκηνικού χώρου ο Ρίτσαρντ Αντονι. Ενοποιώντας τον με τον χώρο υποδοχής, προσέδωσε όποτε χρειαζόταν καλοδεχούμενο βάθος. Τα δίπορτα ξύλινα παραβάν, αριστερά και δεξιά της σκηνής, πρόσφεραν καλόγουστες λύσεις και ταίριαξαν απόλυτα με το σκηνικό περιβάλλον. Σε συνδυασμό με τους φωτισμούς που σχεδίασε με γνώση κι έμπνευση ο Αλέκος Αναστασίου, το αισθητικό αποτέλεσμα βρισκόταν σε άμεσο διάλογο με τις καλές στιγμές και τις διακριτές δυνατότητες που είχε η παράσταση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ