ΘΕΑΤΡΟ

Το ανάπτυγμα ενός αυτόφωτου δημιουργού

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Στον «Χορό της φωτιάς», που παίζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, όταν οι ηθοποιοί χορεύουν τη σερενίτσα, κυκλικό χορό από την περιοχή της Τραπεζούντας, με τα χέρια να ανεβοκατεβαίνουν σαν σπαθιά, κάτι δονείται μέσα μας. NDP/THOMAS DASKALAKIS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καθώς τρεις παραστάσεις του Αρη Μπινιάρη παίζονται αυτήν την περίοδο σε αθηναϊκά θέατρα («Ξύπνα Βασίλη» στο Εθνικό, «Υψωμα 731» στο Πορεία και η καινούργια δουλειά του, «Ο χορός της φωτιάς» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά), το κοινό έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει το ανάπτυγμα της πορείας ενός αυτόφωτου δημιουργού με προσωπική, ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος, σκηνική γλώσσα. Διαφορετικές, παρά τα κοινά στοιχεία τους, οι τρεις παραστάσεις εξηγούν γιατί ο Μπινιάρης μπόρεσε να σταθεί γερά στα πόδια του και να εξελιχθεί σε διακριτή μονάδα της σύγχρονης ελληνικής θεατρικής πράξης. Διότι όχι μόνο δεν απομακρύνθηκε από τον «ρομαντισμό» της Ανάγκης που τον ώθησε στη σκηνική δημιουργία και στις πρώτες, εκ των ενόντων φτιαγμένες, «χειρονομιακές», ροκ παραστάσεις του («Το θείο τραγί» και «Το ’21», 2011-2015) αλλά επεξέτεινε τον προβληματισμό του σε οικεία και μη θεατρικά είδη: στην αρχαία τραγωδία, με τους «Πέρσες» του ΘΟΚ στην Επίδαυρο και τις «Βάκχες» στη Στέγη, αλλά και στην ελληνική, εμπορική κωμωδία του ’60, το πιο ριψοκίνδυνο εγχείρημα της έως τώρα πορείας του, μια καθ’ όλα πρωτότυπη, απροσδόκητη και ευφάνταστη, σκηνική προσέγγιση του έργου του Ψαθά.

Από τον Φούρνο, το Gazarte, το Πορεία έως τους φεστιβαλικούς χώρους της Πειραιώς 260, το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και το Ηρώδειο, τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, το Δημοτικό Πειραιά, ο Αρης Μπινιάρης συνέχισε να μελετά τη λειτουργία του ρυθμού και της μουσικής στη σκηνική δραματουργία, αποκομίζοντας την ίδια στιγμή πολύτιμες γνώσεις για τη σκηνική πράξη σε σχέση με τον χώρο: ανάλογα με το είδος της σκηνής, τους μηχανισμούς του θεάτρου, τη χωρητικότητά του. Ως προς τη λειτουργία των φωτισμών στη σκηνική  δραματουργία, για παράδειγμα.

Είδα τον «Χορό της φωτιάς» και το «Υψωμα 731» με διαφορά λίγων ημερών, κι αυτό επέτρεψε να διαπιστώσω όχι μόνο την εξέλιξη στη σκηνική γλώσσα του αλλά και την ενεργή πίστη του σ’ όλα όσα τον οδήγησαν το 2011 στο «Θείο τραγί». Κι όταν δεν ξεχνάς, δεν χάνεσαι.

Ετσι στον μεν «Χορό της φωτιάς» διακρίνει κανείς στοιχεία από τις «Βάκχες» της Στέγης, ως προς την υψηλή αισθητική της παράστασης, την έξοχη φωτιστική δραματουργία (της Στέλλας Κάλτσου) και το δέσιμο των ηθοποιών με τρόπο που οι δύο πρωταγωνιστές, η Ιωάννα Παππά και ο Χρήστος Λούλης να μην ξεχωρίζουν από τους υπολοίπους του θιάσου (Δώρα Ξαγοράρη, Λεωνή Ξεροβάσιλα, Κώστας Σεβδαλής, Γρηγορία Μεθενίτη, Ελένη Μπούκλη, Κατερίνα Δημάτη, Μάνος Πετράκης, Νίκος Τσολερίδης και Ορέστης Χαλκιάς). Η σύζευξη της μουσικής του Φώτη Σιώτα με το σκηνικό ποίημα του Μπινιάρη, αποτελεί πρόταση για τη σχέση λόγου-ρυθμού-μουσικής και τη χορικότητα, καθώς η συλλογική αφήγηση «σωματοποιείται» μέσω του ρυθμού, οδηγώντας την κίνηση/χορό των ερμηνευτών/Χορού.

Με ρυθμική εκφώνηση, άλλοτε σαν πολυπρόσωπο σώμα κι άλλοτε ως μονάδες σε ζεύγη, οι ηθοποιοί αφηγούνται αφαιρετικά τη νεότερη ιστορία του ποντιακού ελληνισμού σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο αφορά τις εποχές που οι Ελληνες του Πόντου ευημερούσαν στην προγονική γη. Το δεύτερο μιλά για την αφύπνιση του εθνικισμού των Νεότουρκων, το τρίτο για τη γενοκτονία των χρόνων 1915-1923, το τέταρτο, το κλείσιμο του κύκλου, στη μητροπολιτική Ελλάδα πια, όπου κατέφυγαν όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν. Ο έρωτας, ο πόλεμος, ο κύκλος είναι έννοιες με καθοριστική σημασία στη δραματουργία του Μπινιάρη, που θα άξιζε να αναλυθούν περαιτέρω. Ο χώρος δεν επαρκεί. Θα πω μόνο ότι όταν, στο τέλος, οι ηθοποιοί χορεύουν τη Σερενίτσα, κυκλικό χορό από την περιοχή της Τραπεζούντας, γρήγορο, πολεμικό, με τα χέρια να ανεβοκατεβαίνουν σαν σπαθιά, κάτι δονείται μέσα μας. Δεν αφορά πια μόνο την οικογενειακή ιστορία πολλών εξ ημών, αλλά την Ιστορία της χώρας μας, που αντιμετωπίζει καινούργια δοκιμασία, αυτή τη φορά από χιλιάδες ανθρώπους που καταφτάνουν κυνηγημένοι από την Ασία και την Αφρική. Μόνο στο θέατρο μπορεί να συμβεί αυτό το θαύμα: η εθνική Ιστορία να αναδεικνύεται περήφανα ως στοιχείο ταυτότητας, ενώ λειτουργεί ταυτόχρονα σα μοχλός κατανόησης του ξένου και κυνηγημένου.

Τέσσερις μουσικοί στην άκρη της σκηνής (ο Μιχ. Βρέττας, ο Ν. Μαγνήσαλης, ο Ν. Παπαϊωάννου και ο Χρ. Καλιοντζίδης – βιολί, κρουστά, τσέλο και ποντιακή λύρα αντιστοίχως), βίντεο-προβολές που απεικονίζουν αφαιρετικά τη θάλασσα, τη γη, το Θηρίο που μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε μηχανές θανάτου, τα ανατολικών αναφορών, πλισέ κοστούμια της Ματίνας Μέγκλα (και τα κομμάτια υφάσματα που χρησιμοποιούνται στην πορεία της αφήγησης, με τα οποία τυλίγουν/ντύνουν/μεταμορφώνουν ο ένας ηθοποιός τον άλλον), συμβάλλουν στην επιτυχία της παράστασης.

Ηδη, από το «Θείο τραγί» που μέσω Γιάννη Σκαρίμπα οδήγησε στο «’21», η ελληνική Ιστορία απασχολεί σταθερά τον Μπινιάρη. Αυτός είναι ο συνδετικός κρίκος του «Χορού της φωτιάς» με το «Υψωμα 731». Εδώ σαν σύγχρονοι αοιδοί, ο Αρης Μπινιάρης και ο Κωνσταντίνος Σεβδαλής αφηγούνται την εαρινή επίθεση των Ιταλών τον Μάρτιο του 1941 εναντίον των πεινασμένων, ρακένδυτων Ελλήνων που φυλούσαν το στρατηγικής σημασίας Υψωμα 731 στα βουνά της Αλβανίας. Οι ανηλεείς βομβαρδισμοί (το Υψωμα έχασε αρκετά μέτρα ύψος έκτοτε) και οι αριθμητικά τριπλάσιες δυνάμεις των Ιταλών, δεν στάθηκαν αρκετά να κάμψουν τους αποφασισμένους για νίκη ή θάνατο Ελληνες στρατιώτες.

Πρόκειται για μοναδικό κατόρθωμα ανδρείας, επινοητικότητας, αυτοθυσίας μέσα σ’ ένα σκηνικό Αποκάλυψης, που οι δύο ερμηνευτές αποδίδουν σαν ροκ ορατόριο. Παλιοί συνεργάτες του Μπινιάρη, ο Βίκτωρ Κουλουμπής (μπάσο), ο Πάνος Σαρδέλης (τύμπανα) και ο  Χρήστος Γεωργόπουλος (κιθάρα), συνέθεσαν τα μουσικά θέματα και συνοδεύουν τη λεκτική αφήγηση ζωντανά επί σκηνής.

Πολλά θα μπορούσα να πω, αναλύοντας τη λιτή στα εκφραστικά μέσα αλλά τόσο πλούσια σε νοήματα, ιδέες, πάθος, 50λεπτη παράσταση. Θα αρκεστώ σ’ αυτό: είναι μια παράσταση που θα έπρεπε να δουν όλοι οι μαθητές των γυμνασίων και των λυκείων της χώρας. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ