ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις αρχές του 1974, και ενώ η χούντα Ιωαννίδη είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, το Λονδίνο κλυδωνιζόταν από την οικονομική κρίση και τις συνέπειές της, όπως η επιβολή περιορισμών στη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος για εμπορικούς σκοπούς.

Η διαβόητη «εβδομάδα τριών ημερών» καθιερώθηκε από τη συντηρητική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Εντουαρντ Χιθ ως απάντηση στις συνεχόμενες απεργίες των Βρετανών ανθρακωρύχων, οι οποίοι διεκδικούσαν αυξήσεις μισθών πάνω από τον (καλπάζοντα τότε) πληθωρισμό. Ενδεικτικό της κάκιστης οικονομικής κατάστασης της χώρας ήταν το εμπορικό έλλειμμα 383 εκατ. στερλινών, καθώς και το γεγονός ότι οι τιμές των μετοχών στο χρηματιστήριο του Λονδίνου βρίσκονταν 50% χαμηλότερα σε σχέση με δύο χρόνια πριν, ενώ εννέα στους δέκα Βρετανούς συμφωνούσαν ότι τα πράγματα πήγαιναν πολύ άσχημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κλίμα μεταφερόταν γλαφυρά ακόμη και στις σελίδες των ελληνικών εφημερίδων, που συμπεριλάμβαναν άρθρα με τίτλους όπως «Ζοφερό το μέλλον της Αγγλίας» και «Ο βρετανικός λέων ασθενεί ανεπανόρθωτα;».

Ευρύτερη, σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης

Τα προβλήματα, ωστόσο, που αντιμετώπιζε η Βρετανία στον απόηχο της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης δεν ήταν μόνον οικονομικά, αλλά περιλάμβαναν και πολιτικές προεκτάσεις, όχι άσχετες με τα τεκταινόμενα εν Ελλάδι: δεν ήταν λίγοι, για παράδειγμα, στους δημοσιογραφικούς κύκλους εκείνοι (συμπεριλαμβανομένου και του διευθυντή έκδοσης των Financial Times) που πίστευαν ότι υπήρχε σημαντική πιθανότητα να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Βρετανίας ένα δεξιό αυταρχικό καθεστώς, ενώ κάποιοι (όπως η ηγεσία του επιχειρηματικού ομίλου στον οποίο ανήκαν οι Financial Times) έφταναν και μέχρι το σημείο να υποστηρίζουν ότι η μόνη λύση ήταν «να βγουν τα τανκς στους δρόμους».

Το γεγονός ότι, σε όλο τον κόσμο, η Βρετανία είχε γίνει συνώνυμο της βιομηχανικής αναταραχής και της οικονομικής κατάρρευσης, οδηγούσε τους συντηρητικούς κύκλους της χώρας στο συμπέρασμα ότι η απόλυτη πολιτική και κοινωνική κατάρρευση ήταν προ των πυλών.


O νικητής και των δύο εκλογικών αναμετρήσεων του 1974 Χάρολντ Ουίλσον των Εργατικών. ASSOCIATED PRESS

Σε μια έκρηξη αστάθειας, ακόμη και το δεξί χέρι του Χιθ, ο σερ Ουίλιαμ Αρμστρονγκ, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τη ρητορική της χούντας, κάνοντας λόγο για «τον φοίνικα που θα αναγεννηθεί από τις στάχτες του» και μιλώντας σε υπουργούς για την ανάγκη αντίστασης σε ένα πιθανό κομμουνιστικό πραξικόπημα.
Ενδεικτικό της υστερίας που κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος της πολιτικής σκηνής είναι το γεγονός ότι και κορυφαία στελέχη των Εργατικών με τη σειρά τους ήταν πεπεισμένα πως η κυβέρνηση δεν θα δίσταζε να προβεί σε στρατιωτικό πραξικόπημα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, εξάλλου, ότι αυτή η περίοδος της σύγχρονης Βρετανίας περιγραφόταν, ήδη από εκείνα τα χρόνια, με τα πιο μελανά χρώματα, φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να χαρακτηριστεί «Βαϊμάρη της Βρετανίας».

Η πραγματική αξία των γεγονότων της δεκαετίας του 1970, ωστόσο, είναι ότι απέδειξε με τον πλέον γλαφυρό τρόπο ότι μια παλιά, σταθερή, δήθεν υποδειγματική δημοκρατία μπορεί να περάσει μια σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης.

Προεκλογική περίοδος με ακραία ρητορική

Δεδομένου ότι οι εκλογές του Φεβρουαρίου του 1974 διεξήχθησαν μέσα σε περιβάλλον οικονομικής κρίσης (για πρώτη φορά στη Βρετανία μετά την παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929), οι Συντηρητικοί διεξήγαγαν μια επιθετική προεκλογική καμπάνια, κατηγορώντας την αντιπολίτευση για εξτρεμισμό και απειλώντας ότι μια ενδεχόμενη νίκη των Εργατικών θα οδηγούσε σε τεράστια εθνική καταστροφή. Ο Χιθ χρησιμοποίησε το σλόγκαν «Ποιος κυβερνά τη Βρετανία;» για να καταδείξει το μέγεθος του προβλήματος, αλλά και με σκοπό να πάρει με το μέρος του την κοινή γνώμη – στρατηγική που φαινόταν να αποφέρει καρπούς, δεδομένου ότι όλες οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις έδειχναν τους Συντηρητικούς μπροστά κατά 2 με 5 ποσοστιαίες μονάδες.


O ηττημένος Εντουαρντ Χιθ των Συντηρητικών ενώ υπογράφει την ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ δύο χρόνια νωρίτερα. ASSOCIATED PRESS

Το εκλογικό μανιφέστο των Εργατικών δεν ήταν λιγότερο ασαφές, αλλά εξέφραζε καθαρά τη δέσμευση του κόμματος για επαναδιαπραγμάτευση των όρων εισόδου της Βρετανίας στην ΕΟΚ, καθώς και τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το θέμα (το οποίο, ωστόσο, δεν απασχολούσε ιδιαίτερα το ευρύ κοινό). Οι εκλογές είχαν ευρωπαϊκή χροιά παρά ταύτα, καθώς πρώτη φορά στήθηκαν κάλπες με τη Βρετανία στην ΕΟΚ, αλλά και επειδή προξένησε μεγάλη ένταση μία (ακόμη) δήλωση του «εκρηκτικού» (αλλά και εξαιρετικά δημοφιλούς) πολιτικού των Συντηρητικών Ινοκ Πάουελ. Ο Πάουελ, ο οποίος λίγα χρόνια πριν με έναν «φιλιππικό» κατά των μεταναστών, είχε καταστρέψει τις ελπίδες του να γίνει πρωθυπουργός της Βρετανίας, αυτή τη φορά δήλωσε ότι το διακύβευμα ήταν αν η Βρετανία «θα παραμείνει μια δημοκρατική χώρα ή θα μετατραπεί σε μια επαρχία του νέου ευρωπαϊκού υπερ-κράτους», στηρίζοντας παράλληλα, εμμέσως πλην σαφώς, το κόμμα των Εργατικών.
Κοντολογίς, και όπως ειπώθηκε λίγους μήνες αργότερα, οι εκλογές έμοιαζαν περισσότερο με διαγωνισμό αντιδημοτικότητας ανάμεσα σε δύο, κατά γενική ομολογία, ανίκανους να επιλύσουν τα φλέγοντα ζητήματα διεκδικητές.

Κυβέρνηση Εργατικών και νέες κάλπες

Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των ΜΜΕ αντιτάχθηκε σθεναρά στις απεργίες της (φαινομενικά τουλάχιστον) πανίσχυρης Εθνικής Ενωσης Ανθρακωρύχων, και μολονότι έλαβαν τις περισσότερες ψήφους, οι Τόρηδες έχασαν (λόγω της ιδιαιτερότητας του βρετανικού εκλογικού συστήματος) την πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Οταν δε οι προσπάθειες συνεννόησης με τους Φιλελεύθερους και το Ενωτικό Κόμμα του Ολστερ απέβησαν άκαρπες, οι Εργατικοί σχημάτισαν την πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση μειοψηφίας στη Βρετανία. Η κυβέρνηση του Χάρολντ Ουίλσον ικανοποίησε αμέσως τα αιτήματα των ανθρακωρύχων, αυξάνοντας κατά 35% τους μισθούς τους, αλλά και εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο εργασιακή ειρήνη για δέκα χρόνια – μέχρι δηλαδή το 1984 οπότε και πραγματοποιήθηκε η εμβληματική αντιπαράθεση με την τότε πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ.


Ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Μπάτερσι του Λονδίνου την περίοδο της απεργίας των ανθρακωρύχων, που οδήγησε τον πρωθυπουργό Χιθ στην καθιέρωση της εβδομάδας των τριών εργάσιμων ημερών. ASSOCIATED PRESS

Παρά τη σχετική επιτυχία της νέας κυβέρνησης, ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές ότι θα ακολουθούσαν σύντομα νέες εκλογές με ζητούμενο τον σχηματισμό κυβέρνησης πλειοψηφίας. Ως εκ τούτου, και όπως καυστικά σημείωνε ο Economist, οι Εργατικοί είχαν έναν πρωταρχικό στόχο στην οικονομική τους πολιτική: να επιστρέψουν στην εξουσία με μεγαλύτερο ποσοστό στις επόμενες εκλογές.

Οι Εργατικοί εκμεταλλεύτηκαν το πλεονέκτημα που απέκτησαν λόγω της αποκατάστασης της τάξης και της σταθερότητας, και κέρδισαν (με οριακή πλειοψηφία) τις επαναληπτικές εκλογές που διεξήχθησαν τον Οκτώβριο. Οι δεύτερες εκλογές του 1974 έλαβαν χώρα σε πολύ πιο ήπιο κλίμα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, στην αποτελεσματική διακυβέρνηση του Ουίλσον προερχόταν από το εσωτερικό του κόμματός του, το οποίο είχε πραγματοποιήσει σημαντική στροφή προς τα αριστερά. Η αυξανόμενη αδυναμία του άλλοτε πανίσχυρου πρωθυπουργού αντικατοπτριζόταν στο εκλογικό μανιφέστο των Εργατικών που δεν είχε καμία σχέση με αυτό που επιθυμούσε ο ίδιος.

Στο μέτωπο την Συντηρητικών, το αποτέλεσμα των εκλογών αντιμετωπίστηκε ως απόλυτη καταστροφή, με μεγαλύτερο πλήγμα τη φυγή του πυρήνα των πιο εύπορων ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης (κυρίως προς τους Φιλελεύθερους). Ο Χιθ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση τον Ιανουάριο του 1975, ανοίγοντας τον δρόμο για την άνοδο της «Σιδηράς Κυρίας», πρώτα στην ηγεσία των Τόρηδων, και λίγο αργότερα στην πρωθυπουργία. Η διακυβέρνηση Χιθ έμεινε στην ιστορία ως απολύτως αποτυχημένη, καθώς αντί να καταφέρει να αναζωογονήσει τη βρετανική βιομηχανία όπως είχε υποσχεθεί, η χώρα κατέστη ο «ασθενής της Ευρώπης». Αποδείχθηκε γρήγορα, ωστόσο, ότι ο Χιθ είχε δίκιο ως προς τους κινδύνους του πληθωρισμού και τις απαραίτητες αλλαγές στις βιομηχανικές σχέσεις, θέματα στα οποία το βρετανικό εκλογικό σώμα επέλεξε να εθελοτυφλεί και να προτιμήσει τις φαινομενικά ευκολότερες λύσεις του Ουίλσον.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι η επιστροφή του Ουίλσον στην πρωθυπουργία (δέκα χρόνια μετά την αρχή της πρώτης του θητείας) έγινε σε μια εποχή κατά την οποία οι Βρετανοί (παρά την οικονομική κρίση) είχαν αρκετά υψηλότερους δείκτες ευημερίας σε σχέση με το 1964: ενδεικτικά, τουλάχιστον τα μισά νοικοκυριά είχαν τώρα κεντρική θέρμανση, τηλεφωνική γραμμή και αυτοκίνητο, ενώ ελάχιστα ήταν τα βρετανικά σπίτια χωρίς ψυγείο, τηλεόραση και πλυντήριο ρούχων, και όλο και περισσότεροι οι Βρετανοί που επισκέπτονταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες για διακοπές και εστιατόρια διεθνούς κουζίνας στις γειτονιές τους.

* Ο κ. Αλέξανδρος Ναυπλιώτης είναι διδάκτωρ Διεθνούς Ιστορίας του London School of Economics and Political Science.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ