Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Η ονοματοδοσία και η βάπτιση

Κύριε διευθυντά
Διάβασα στο κυριακάτικο φύλλο της 27ης Οκτωβρίου σελ. 3 στην Οικονομική «Καθημερινή», ότι «...Αλλωστε, οι φορολογικές αρχές θα μπορούν να έχουν πρόσβαση στα πλήρη στοιχεία που ζητούνται για την έκδοση του αριθμού φορολογικού μητρώου: επώνυμο τέκνου, όνομα πατρός και μητρός, ημερομηνία γέννησης και διεύθυνση κατοικίας.

Το μόνο που θα λείπει θα είναι το όνομα του παιδιού, αν και κρίνεται ότι αυτό μπορεί να συμπληρώνεται ως πληροφορία μετά τη βάφτιση»(!!) (τα θαυμαστικά δικά μου).

Ως δημόσιος υπάλληλος, με πολυετή ενασχόληση σε ληξιαρχικά θέματα, οφείλω να επισημάνω  ότι νομικά η βάπτιση και η ονοματοδοσία δεν έχουν καμία σχέση η μία με την άλλη (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 26 του Ν. 344/1976 και όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1438/1984). Με την ονοματοδοσία οι γονείς δίνουν όνομα στο παιδί τους.

Με τη βάπτιση, δηλώνουν το θρήσκευμα (δόγμα). Η βάπτιση δεν σημαίνει και ονοματοδοσία.

Ευαγγελος Βαμβακινος, Δημόσιος υπάλληλος

Η προφυλάκιση του Γ. Παπαντωνίου

Πριν από λίγες εβδομάδες, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο παρέτεινε για έξι μήνες ακόμη την προσωρινή κράτηση του Γιάννου Παπαντωνίου. Εξάντλησε έτσι το ανώτατο όριο των 18 μηνών που προβλέπει το Σύνταγμα. Και τούτο, όχι επειδή τον θεώρησε ύποπτο φυγής, αλλά με τη σκέψη ότι «αν αφεθεί ελεύθερος» έως την επικείμενη  δίκη του, «είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα». Ποια εγκλήματα; Να διακινήσει και άλλα χρηματικά ποσά, μέσω «μη εισέτι γνωστών λογαριασμών που ήδη διαθέτει» στο εξωτερικό. Κάτι που  ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά.

Η δικαστική αντιμετώπιση του Γιάννου Παπαντωνίου είναι τόσο ακραία, που, δικαιοπολιτικά, επιβάλλει τις ακόλουθες παρατηρήσεις. Σπεύδω ευθύς εξ αρχής να διευκρινίσω ότι, αγνοώντας τη δικογραφία,  δεν αναφέρομαι στις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται (νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και απιστία περί την υπηρεσία), αλλά μόνο στη συνεχιζόμενη προφυλάκισή του:

Θυμίζω, εν πρώτοις, ότι,  σύμφωνα με τον νόμο, για την επιβολή της προσωρινής κράτησης δεν αρκεί κάποιος να κατηγορείται για σοβαρό έγκλημα. Θα πρέπει, επιπλέον, να συντρέχει «κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων» και ο κατηγορούμενος να μην είναι «ύποπτος φυγής».

Η διατύπωση του σχετικού άρθρου του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) είναι χαρακτηριστική: ο κανόνας είναι, τέτοιες περιπτώσεις να αντιμετωπίζονται με την επιβολή περιοριστικών όρων (όπως π.χ. η καταβολή εγγύησης, η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, ή η προσέλευση στο αστυνομικό τμήμα σε τακτά χρονικά διαστήματα). Και τούτο μόνον εφόσον αυτοί «είναι απολύτως αναγκαίοι» (άρθρο 282 παρ. 2 ΚΠΔ). Και αν οι όροι αυτοί δεν επαρκούν, τότε μόνο να μπορεί να επιβληθεί «κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση». Από εκεί και πέρα, αν το μέτρο του κατ’ οίκον περιορισμού κριθεί ανεπαρκές, «τότε μόνον εκδίδεται ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης» (άρθρο 282 παρ. 3 ΚΠΔ).

Εξίσου σαφής είναι ο νόμος και  για τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης: όπως προβλέπει το άρθρο 292 παρ. 2 ΚΠΔ, η προσωρινή κράτηση για το ίδιο έγκλημα  «δεν μπορεί να υπερβεί το έτος». Και ότι, «σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις», το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μπορεί να  την παρατείνει για έξι το πολύ ακόμη μήνες, «με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα».

Το ίδιο το Σύνταγμα, εξάλλου, ορίζει ότι, για τα κακουργήματα, το ανώτατο όριο του ενός έτους μπορεί να παραταθεί για άλλους έξι μήνες, μόνο «σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις» (άρθρο 6 παρ. 3).

Το συμπέρασμα που συνάγεται από τα ανωτέρω είναι σαφές: το μέτρο της προσωρινής κράτησης, δηλαδή της φυλάκισης ενός προσώπου που η ενοχή του δεν έχει ακόμη αποδειχθεί, είναι τόσο απάνθρωπο και θα μπορούσε να οδηγήσει σε τόσο μεγάλες αυθαιρεσίες, που θα πρέπει να επιβάλλεται με εξαιρετική φειδώ. Και τούτο επικουρικά προς τους άλλους περιοριστικούς όρους. Μπορεί δε να παραταθεί έως το ανώτατο όριο των 18 μηνών, μόνον αν συντρέχουν οι «εντελώς εξαιρετικές» προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος.

Ποια είναι η θεμελιώδης εγγύηση ότι, στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, οι αρμόδιοι δικαστές σεβάσθηκαν αυτόν τον επικουρικό και οριακό χαρακτήρα του μέτρου της προφυλάκισης; Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι μία: η αιτιολογία της σχετικής απόφασης. Από αυτήν θα κριθεί αν η προσωρινή κράτηση δικαιολογείται κάθε φορά από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ή όχι.

Διαβάζοντας την πρόταση του εισαγγελέα  προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών για την παράταση της προσωρινής κράτησης του Γιάννου Παπαντωνίου, δεν πείσθηκα. Οχι τόσο γιατί οι εκατοντάδες κινήσεις λογαριασμών, που με copy-paste αντέγραψε από παλαιότερα έγγραφα της δικογραφίας (24 σελίδες επί συνόλου 40), δεν είναι ακριβείς, όσο διότι πουθενά δεν εξηγεί γιατί μόνον αν παραμείνει έγκλειστος στον Κορυδαλλό θα αποτραπεί η περαιτέρω κίνηση των ίδιων ή και άλλων λογαριασμών του (αν υποτεθεί ότι υπάρχουν). Λες και, αν το ήθελε, ο Παπαντωνίου δεν θα μπορούσε να κινεί τους λογαριασμούς αυτούς μέσω τρίτων, μέσα από τη φυλακή. Πολύ περισσότερο που η σύζυγός του, επίσης κατηγορούμενη στην ίδια υπόθεση, έχει από καιρό αφεθεί ελεύθερη και θα μπορούσε κάλλιστα να εκτελεί τις εντολές του.

Κοντολογίς, από τη στιγμή που το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ομοφώνως ότι ο Γιάννος Παπαντωνίου δεν είναι ύποπτος φυγής, και ότι το μόνο έγκλημα που θα μπορούσε να διαπράξει, αποφυλακιζόμενος, είναι να κινήσει τους ανωτέρω λογαριασμούς του, πιστεύω ότι η παράταση της προσωρινής κράτησής του είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Και ότι η σχετική απόφαση εκφράζει ένα εκδικητικό πνεύμα, αντίθετο προς τον νομικό μας πολιτισμό.

Προ έτους, όταν ο Γιάννος Παπαντωνίου προφυλακίσθηκε, οι συμμαθητές του δεν περιορισθήκαμε να αναφερθούμε στο σπουδαίο έργο που είχε επιτελέσει  ως ο μακροβιότερος υπουργός Οικονομικών  από τη Μεταπολίτευση του 1974. Θυμίσαμε, επιπλέον, ότι, όπως κάθε κατηγορούμενος, έχει το τεκμήριο αθωότητας έως ότου καταδικασθεί.  Ταυτόχρονα εκφράζαμε και την εμπιστοσύνη μας προς την ελληνική Δικαιοσύνη.

Στη δικαίωση αυτής της προσδοκίας προσβλέπουμε.

Ν.Κ. Αλιβιζατος, Ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αλλού εγκύπτω κι αλλού ενσκήπτω

Κύριε διευθυντά
Αραιά και πού διαβάζουμε ή ακούμε σε  μέσα ενημέρωσης ότι π.χ. «η κυβέρνηση πρέπει να ενσκήψει» σε κάποιο πρόβλημα (αυθαίρετο το παράδειγμα). Προφανώς αυτοί που χρησιμοποιούν το ρήμα δεν γνωρίζουν ότι «ενσκήπτω» σημαίνει πέφτω πάνω σε κάτι, συνήθως με απειλητική διάθεση ή κακό αποτέλεσμα («ενέσκηψε καταιγίδα»). Συγχέουν έτσι το «ενσκήπτω» με το «εγκύπτω», δηλ. σκύβω με ενδιαφέρον. Λίγη προσοχή λοιπόν: το επιθυμητό από την κυβέρνηση και τον κάθε αρμόδιο φορέα ή πρόσωπο είναι να εγκύπτει και όχι να ενσκήπτει πάνω στα προβλήματα του κράτους ή της κοινωνίας. Εναλλακτικά, μπορεί και απλώς να σκύβει, αρκεί να κάνει καλά τη δουλειά και να μη δίνει αφορμές για να θίγεται το γλωσσικό μας αισθητήριο.

Αντωνης Παπαγιαννης, Ιατρός, Θεσσαλονίκη

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ