Οι ονειρικοί, μυστηριώδεις κόσμοι του Fotis Evans προβάλλονται σε βιτρίνες σε κάθε γωνιά του κόσμου: από τη Νέα Υόρκη έως το Παρίσι και το Λονδίνο και από το Ντουμπάι έως τη Σαγκάη και το Χονγκ Κονγκ. Ο διεθνώς καταξιωμένος Έλληνας σχεδιαστής, σταθερός συνεργάτης του Hermès τα τελευταία χρόνια, εικονογραφεί το θέμα με το οποίο υποδέχεται ο ιστορικός οίκος κάθε σεζόν, διατηρώντας ωστόσο μια ελευθερία στην προσέγγιση και μια ποιητικότητα, η οποία μοιάζει να διατρέχει σαν αόρατο νήμα όλες του τις δημιουργίες.

«Από πολύ μικρή ηλικία ήμουν περίεργος να μάθω από τι υλικά ήταν φτιαγμένος ο κόσμος. Διέλυα τηλεοράσεις και αποσυναρμολογούσα παλιά ξύλινα έπιπλα, δημιουργώντας στη συνέχεια δικά μου υβρίδια. Αυτό το στοιχείο του συνδυασμού πολλών και –με μια πρώτη ματιά– αταίριαστων υλικών χαρακτηρίζει ακόμα και σήμερα τη δουλειά μου». 

 

 

Τελειώνοντας το λύκειο το 2005, αφήνει τη Θεσσαλονίκη και μετακομίζει στη βρετανική πρωτεύουσα για να σπουδάσει Νομική. Φοιτά για δύο χρόνια και έπειτα κάνει αίτηση στο ίδιο πανεπιστήμιο για να αλλάξει αντικείμενο. Εγγράφεται στο Βιομηχανικό Σχέδιο, εμβαθύνοντας έτσι σε ένα πεδίο που τον ενθουσίαζε από παιδί. «Την εποχή που βρέθηκα στο Λονδίνο, υπήρχε μια απίστευτη εισροή δημιουργικού κόσμου. Όταν γνώρισα κάποιους από αυτούς και έχοντας ως δεδομένο ότι ποτέ δεν σταμάτησα ούτε τη ζωγραφική ούτε τις κατασκευές, άρχισα έντονα να αναρωτιέμαι τι δουλειά έχω με αστικούς κώδικες. Η Νομική μού φαινόταν βαρετή, μονότονη...» Λίγο πριν από την αποφοίτησή του, το βιβλιοπωλείο του Somerset House ζητά να δει έργα φοιτητών για κάποιο πολυμορφικό έπιπλο. Επιλέγουν το δικό του σχέδιο, το οποίο και υλοποιείται. Ο ενδιαφέρων σχεδιασμός της φορητής βιβλιοθήκης συζητήθηκε έντονα από τα media και άνοιξε τον δρόμο για μια συνεργασία με τον οίκο Hermès, καθώς τον αναζήτησαν για να αγοράσουν την ιδέα του.

Ανατρέχοντας στις πρώτες του δουλειές, ο εμπνευσμένος 32χρονος σχεδιαστής παρατηρεί πως επέλεγε περισσότερο φυσικά υλικά, όπως μάρμαρο, φυσικό ξύλο και γήινους χρωματικούς τόνους. «Όσο περισσότερο ταξιδεύω και “αποθηκεύω” στον νου μου εικόνες, τόσο πιο άνετα νιώθω να πειραματιστώ με το χρώμα. Επίσης, όσο μεγαλώνω, αισθάνομαι πιο σίγουρος. Η εκκίνηση ήταν αρκετά κλασική, όσο εξελίσσομαι, παίρνω περισσότερα αισθητικά ρίσκα».

Η αγάπη για τον Νταλί 

Στις κατασκευές του διακρίνει κανείς έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία. «Από μικρός αγαπούσα ιδιαίτερα τον Σαλβαντόρ Νταλί, για το μυστήριο που περιβάλλει τα έργα του. Ο κάθε θεατής αφήνεται ελεύθερος σε μια δική του ερμηνεία», επισημαίνει, διευκρινίζοντας, ωστόσο, πως ο σουρεαλισμός δεν είναι στοιχείο μόνο του δυτικού πολιτισμού, καθώς αυτή τη μη ορθολογική αντίληψη του κόσμου τη συναντά κανείς και σε έργα πολιτισμών της Ανατολής. Τα installations του βρίθουν, επίσης, αναφορών στην pop art, στον κινηματογράφο, στα κλασικά παραμύθια, στη street art. «Η έμπνευση μπορεί να προκύψει από οπουδήποτε: από μια γκραβούρα του 18ου αιώνα, ένα φθαρμένο κέντημα, ένα έπιπλο ροκοκό ή μια εικονογράφηση της Σταχτοπούτας. Γι’ αυτό και συλλέγω ό,τι μου κεντρίζει το ενδιαφέρον και κάνει το μάτι μου να “κολλάει”: mainstream περιοδικά, σπάνια βιβλία, vintage εικονογραφημένες εκδόσεις, έπιπλα, χειροτεχνίες». 

 

 

Η διαδικασία είναι απλή: Κολλάει τα αποκόμματα και τις φωτογραφίες από τα ταξίδια του σε ένα χαρτί και στη συνέχεια σκιτσάρει πάνω από το κολάζ. «Το τελικό αποτέλεσμα θυμίζει αρκετά τον τρόπο που ζούμε. Όταν περπατάμε, για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη, συναντάμε μνημεία από τη ρωμαϊκή εποχή, την οθωμανική κυριαρχία, νεοκλασικά κτίρια, αλλά και μεταμοντέρνα κτίσματα. Το ένα στιλ διαδέχεται το άλλο και όλα μαζί συμβάλλουν στη μαγική ατμόσφαιρα της πόλης», σημειώνει. Η δουλειά του, όσο και αν φλερτάρει με μια καλλιτεχνική δημιουργία, είναι εφήμερη. «Έχω συμβιβαστεί με αυτή τη συνθήκη και μάλιστα θεωρώ ότι με βοηθά να προχωρώ, να μη γίνομαι δέσμιος μιας εικόνας και ενός επιτυχημένου έργου. Οι περισσότερες δουλειές μου αφορούν τον κόσμο της μόδας. Η μόδα πεθαίνει κάθε σεζόν, αναπόφευκτα λοιπόν και η δική μου δημιουργία θα έχει την ίδια μοίρα». 

Αγαπημένο του υλικό αυτή την περίοδο είναι το γυαλί. «Αυτά τα έργα συνήθως είναι αναθέσεις από κάποιον ιδιώτη», εξηγεί, καθώς η ευθραυστότητα του υλικού δεν επιτρέπει την αξιοποίησή του σε μεγαλύτερα projects. «Με εξιτάρει η ιδέα τού να σχεδιάσω ένα μοναδικό κομμάτι. Ποτέ δεν με συγκίνησε η μαζική παραγωγή. Ο κόσμος μας δεν χρειάζεται κι άλλες καρέκλες. Ένα μοναδικό έπιπλο περνάει και ένα μήνυμα για το πώς πρέπει να αφήσουμε το αποτύπωμά μας σε αυτόν τον κόσμο», υποστηρίζει. Εκτός από τις βιτρίνες και τις προθήκες καταστημάτων, ομολογεί πως θα τον ενδιέφερε και η σκηνογραφία θεάτρου. «Εκεί ο σχεδιασμός πρέπει να συνδυάζει την υψηλή αισθητική με τη λειτουργικότητα, να εξυπηρετεί την πλοκή. Μου φαίνεται συναρπαστικό αυτό και πολύ κοντά σε ό,τι έχω σπουδάσει». ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ