ΒΙΒΛΙΟ

Σόλο μες στη νύχτα

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΛΑΝΔΡΑΚΗΣ
Patriot
εκδ. Πόλις, σελ. 84


Υστερα από έντεκα χρόνια στην Ελλάδα, ένας νεαρός Αλβανός βλέπει την τύχη να του χαμογελάει. Μια καλοκαιρινή μέρα, καθώς περιφέρεται στην Αθήνα παίζοντας κλαρίνο, τον πλησιάζει ένας συμπατριώτης του και του εξασφαλίζει δουλειά σε νυχτερινό κέντρο, με την προϋπόθεση ότι από Αγκίμ θα γίνει Γιάννης από τα Γιάννενα. Ο άρτι γεννηθείς Γιάννης βλέπει μέσα από τα σκοτάδια και τους καπνούς του ξενυχτάδικου να ανατέλλει μια καινούργια, ευκολότερη ζωή. Στην πίστα βρίσκει ένα στέρεο έδαφος, προφυλαγμένο τόσο από τη θηλιά της γενέτειρας όσο και από τον θυμό της μητριάς πατρίδας. Με το κλαρίνο να χορεύει στα χέρια του και το στέρνο του τανυσμένο από λαϊκά, ελληνικότατα τραγούδια του αβάσταχτου νταλκά, σολάρει, ενόσω πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα, όλα τα φώτα του μαγαζιού αστράφτουν μόνο για εκείνον. «Πέφτουν τα φώτα πάνω μου και τα ρουφάω όλα».

Στο πρώτο του βιβλίο ο Μιχάλης Μαλανδράκης (Χανιά, 1996) αποφεύγει τους υψηλούς τόνους. Αντιθέτως, ξεδιπλώνει μάλλον υποτονικά την περιπέτεια του πρωταγωνιστή, φροντίζοντας να αφήνει υπόνοιες για την ολέθρια έκβαση. Η φόρτιση της γραφής αντηχεί υπόκωφα. Η αφηγηματική συστολή αναστέλλεται στη γλώσσα, ιδίως όταν αυτή μεταγλωττίζει τον προφορικό λόγο. Ο Αγκίμ περιβάλλεται από φωνές σκληρές και βαριές σαν σφυριές, από το αναλφάβητο λεξιλόγιο αστέρων της πίστας, σεκλετισμένων και λουλουδούδων, και φυσικά από τις σκληριές μπράβων και μαφιόζων της νύχτας, που υπερασπίζουν σε κακά ελληνικά την τίγκα στην τεστοστερόνη ελληνικότητά τους. Οταν ο Αγκίμ μιλάει, υιοθετεί και αυτός το ιδιόλεκτο της μπουχτισμένης μαγκιάς, αν και φαίνεται να δυσκολεύεται στην εκφορά του. Οι στίχοι λαϊκών τραγουδιών, όπου ο σεβντάς ξεχειλίζει, με τη συμπαράσταση του κλαρίνου, παρεισφρέουν στην αφήγηση, ενισχύοντας το υβριδικό ηχόχρωμα της γλώσσας.

Αν η γλωσσική επεξεργασία είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νουβέλας, το ίδιο ισχύει για τον τίτλο. Ο Μαλανδράκης επιλέγει έναν πατριώτη, γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες, υποδηλώνοντας την αμφισημία της λέξης, αλλά και τον χαμαιλεοντισμό της ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Ο Αγκίμ είναι πατριώτης για τους Αλβανούς της νύχτας, που όμως τους βολεύει περισσότερο σαν Γιάννης. Οταν τον υποχρεώνουν να ξεχρεώσει με αίμα για την καλή, ελληνική του τύχη, ξαναγίνεται ο πατριώτης, τον οποίο σβερκώνουν μέχρι να του σπάσουν τον λαιμό. Ο Μαλανδράκης συστήνει εύστοχα τον Αγκίμ-Γιάννη σαν μια φιγούρα διχοτομημένη ανάμεσα σε αντικρουόμενα πατριωτικά καθήκοντα, ανάμεσα σε δύο πατρίδες που θέλουν να τον λιανίσουν.

Είναι προφανές ότι σε τέτοιες συνθήκες η νοσταλγία περιττεύει. Ο Αγκίμ δεν ονειρεύεται να σκορπάει το παραδάκι του στο Ελμπασάν. Οταν συλλογίζεται τη γενέτειρα, τη βλέπει ασάλευτη σε ένα αειθαλές καλοκαίρι, ενώ εκείνος παίζει κλαρίνο σε γαμήλια γλέντια. Ο,τι ήξερε για πατρίδα, ήταν τα πανηγύρια στους γάμους του χωριού.

Μόνο τα καλοκαίρια επέστρεφε εκεί. Κάθε άλλη επιστροφή θα ήταν ντροπή. Λίγο πριν από το τέλος, όταν πια βρίσκεται στο μη περαιτέρω, ο γενέθλιος τόπος αστράφτει ξανά στον νου του. Καλοκαίρι στην Αλβανία. Πανηγυριώτικη οχλοβοή, νιόπαντροι, ένας κυκλικός χορός κι εκείνος στη μέση να σολάρει. Η εικόνα εκρήγνυται στο μυαλό σαν θανάσιμη εκπυρσοκρότηση.

Επειδή ακριβώς ο Μαλανδράκης δεν επιφορτίζει την πρώτη του πεζογραφική εμφάνιση με υπερβολικές λογοτεχνικές αξιώσεις, καταφέρνει να τηρεί πάντοτε το μέτρο, γλωσσικά και μυθοπλαστικά. Η καταφανής, κάποτε αυτοπεριοριστική, σύνεση της γραφής και η προσπάθειά της να παραμερίσει κάθε είδους εξάρσεις και ξεσπάσματα μαρτυρούν αναπόφευκτα συγγραφική ατολμία. Ωστόσο, ένας τόσο νέος συγγραφέας έχει όλο τον χρόνο μπροστά του να δοκιμάσει τα όρια της τόλμης του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ