ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Φίλιπ Ροθ έλεγε τα τελευταία –πολλά μάλλον– χρόνια της ζωής του ότι η λογοτεχνία (ακριβολογώντας: η μυθοπλασία) είναι ένας από τους «μεγάλους χαμένους σύγχρονους αγώνες». Ο Αμερικανός συγγραφέας αναφερόταν βέβαια κυρίως στην επικράτηση της οθόνης (από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση έως τον υπολογιστή και τώρα πια το έξυπνο κινητό) έναντι της γραπτής σελίδας. Φαίνεται όμως ότι η λογοτεχνία (και όχι μόνον η πεζογραφία αλλά και η ποίηση, το δοκίμιο, οι μελέτες – κάθε γραπτό κείμενο που προϋποθέτει μια σοβαρή μέριμνα και φροντίδα γλώσσας και δομής) δοκιμάζεται σκληρά από πολύ πιο παλιά. Ο Ουίλιαμ Μαρξ, στη μελέτη του με τον προβοκατόρικο τίτλο «Το μίσος για τη λογοτεχνία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, θίγει ακριβώς αυτό το χρονικό ή, αλλιώς, μια διαχρονική μανία καταστροφής που διατρέχει τον ανθρώπινο πολιτισμό έναντι του γραπτού, ευφάνταστου, λοξού, απαιτητικού λόγου. Και με τον τελευταίο να ανθίσταται με τρόπο μοναδικό εντέλει. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο του Μαρξ (δεν μπορείς να το κατατάξεις εύκολα σε κατηγορία, είναι ένα μάλλον υβριδικό δοκίμιο με άφθονη αφηγηματικότητα αλλά και προσωπικό ύφος) ασκεί μια ευγενή πολεμική, κυρίως όμως εκφράζει και μια βαθιά αγάπη. Την υπερασπίζεται και την προστατεύει αναδεικνύοντας όλους όσοι την έχουν καταδιώξει και απαξιώσει. Οι επιθέσεις αυτές προς τη λογοτεχνία συχνά ήρθαν από προβλέψιμες πηγές, π.χ., την πολιτική (θυμάστε έναν Ελληνα πολιτικό που ταύτιζε τους ποιητές με τους «λαπάδες»;) αλλά και από πιο απρόβλεπτες: πιο κραυγαλέο παράδειγμα εδώ, ο Πλάτων και οι εξόριστοι ποιητές από την ιδανική «Πολιτεία». Η ιδιαιτερότητα του θέματος μας ώθησε να το αναδείξουμε όχι με ένα κείμενο για το βιβλίο αλλά με δύο. Ακολουθούν παρακάτω.

Η.Μ.

Ο Πλάτων, ο Ομηρος και ο Ντ’ Αλαμπέρ
Της Εύης Μάλλιαρου

Μα, υπάρχουν λόγοι για να μισεί κάποιος τη λογοτεχνία; Ο Γάλλος συγγραφέας Ουίλιαμ Μαρξ, καθηγητής Συγκριτικής Φιλολογίας του College de France, στο πρωτότυπο δοκίμιό του παρουσιάζει μια άγνωστη πτυχή στην ιστορία της λογοτεχνίας. Φιλόλογοι, φιλόσοφοι, επιστήμονες, ιερείς και κυβερνώντες, φιγούρες ανορθόδοξες ή γκροτέσκες με κρυφές επιδιώξεις ή απωθημένα επαναλαμβάνουν εδώ και 2.500 χρόνια με ανεπαίσθητες παραλλαγές τις ίδιες κατηγορίες εναντίον της ύπαρξης των λογοτεχνικών κειμένων. Ο Μαρξ αναδεικνύει με λεπτή ειρωνεία αυτά τα παράδοξα, ευτράπελα «αντιλογοτεχνικά» επιχειρήματα διαιρώντας το βιβλίο του σε τέσσερις δίκες στο όνομα του κύρους, της αλήθειας, της ηθικής και της κοινωνίας.

Στους φιλοσοφικούς διαλόγους του Πλάτωνα ο ποιητής δεν είναι παρά ένας επικίνδυνος μάγος, «ιερός», «θαυμάσιος», «ευχάριστος». Τα πλήθη γητεύονται από τον ποιητή, ο οποίος δεν μπορεί όμως να ελέγξει αυτά που λέει, διότι η θεϊκή του έμπνευση αποκλίνει από την ενότητα και τη συνοχή της βασικής ιδιότητας του ανθρώπου, που είναι η λογική. Για τον ορθολογιστή Πλάτωνα ο Ομηρος δεν μπορεί να υπάρξει στην Πολιτεία του.

Η Εκκλησία, θέλοντας να αντικαταστήσει με τα ιερά της κείμενα την ειδωλολατρική ποίηση, της επιτίθεται διαμέσου των λογίων της. H λογοτεχνία δεν αμφισβητείται ως μέσο επίδειξης της παιδείας που κατέχουν οι πολιτικοί ή οι ρήτορες στην αρχαία Ρώμη και στον Μεσαίωνα. Εξάλλου, τα litterae ήταν τα «γράμματα», ταυτόσημα με την ποίηση, τη φιλοσοφία, το θέατρο και την ιστορία.

Το 1959, ο Σι Πι Σνόου, συγγραφέας βιβλίων για τα επιστημονικά επιτεύγματα, παρουσιάζει μια ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ με τίτλο «Οι δύο κουλτούρες». Εκεί εξαίρει την υπεροχή της έρευνας στις θετικές επιστήμες, υποβιβάζοντας ταυτόχρονα τη μελέτη των ανθρωπιστικών σπουδών. Αναφέρεται στον Γέιτς και στον Πάουντ, ποιητές του Μεσοπολέμου και εκφραστές της «παραδοσιακής κουλτούρας», κατηγορώντας τους για τη μη ευαισθητοποιημένη στις συνθήκες της νέας εποχής, απολιτίκ και «φασίζουσα» λογοτεχνία τους. Αν και γεμάτη ασάφειες, καταχρηστικές απλουστεύσεις και αναλήθειες, η ομιλία του Σνόου κατάφερε να επηρεάσει το κοινό.

Αντίθετα, πίσω στον 18ο αιώνα, ένας εκλεκτός επιστήμονας, ο εγκυκλοπαιδιστής φυσικομαθηματικός και φιλόσοφος Ντ’ Αλαμπέρ θα υπερασπιστεί την αξία της λογοτεχνίας δηλώνοντας ότι ο Πλάτωνας είναι ο ίδιος πρωτίστως ποιητής και όχι φιλόσοφος. Θέλοντας να δείξει τι εστί «αληθινή φιλοσοφία», ο Πλάτωνας διηγείται έναν φιλοσοφικό μύθο. Είναι η ιστορία του Ηρός του Παμφύλου, που περιγράφει τον Κάτω Κόσμο και τις ψυχές των ηρώων. Αυτό ακριβώς κάνει ο Ομηρος στην Οδύσσεια (ραψωδία λ), όταν περιγράφει την κατάβαση του Οδυσσέα στον Αδη, όπου συναντά τους νεκρούς, μητέρα και φίλους. Ο πρωτοπόρος Ντ’ Αλαμπέρ αποκαλεί τον Πλάτωνα αχάριστο που εξορίζει τον ποιητή. Ο φιλοσοφικός λόγος είναι ένα είδος διαφορετικής έκφρασης της ποίησης. Και η έμμετρη ποίηση δύναται να μετατραπεί σε πεζή. Η ματαιοσπουδία γίνεται το δριμύτερο κατηγορώ ενάντια στη λογοτεχνία. Τον 18ο αιώνα, ο κληρικός Τανγκί υιός τα βάζει με την εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας που από μικρό παιδί δέχτηκε από τον παθιασμένο με την κλασική παιδεία πατέρα του. Ο καταπιεσμένος Τανγκί φτάνει στο σημείο να αποκαλεί εμμονικά τους αρχαίους δασκάλους της ανθρωπότητας διεφθαρμένους και ανήθικους. Συγχρόνως, η αδελφή του Τανγκί, κυρία Ντασιέ, έχοντας μορφωθεί κάτω από την ίδια στέγη, αποκτά μεγάλη φήμη μεταφράζοντας σε πεζό λόγο την Ιλιάδα από τα αρχαία ελληνικά στα γαλλικά. Λίγο αργότερα, ο Ρουσό, πολέμιος της υποκρισίας και της έλλειψης συναισθημάτων στα γράμματα (ένα τυπικά αντιλογοτεχνικό επιχείρημα), εκκολάπτει στα γραπτά του τον ρομαντισμό και το μέλλον της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Συμπεραίνεται, λοιπόν, ότι η λογοτεχνία εξελίσσεται μέσω της πολεμικής που την αντιμάχεται.

Στις μέρες μας, τα κλασικά λογοτεχνικά έργα θα αποτελέσουν το έναυσμα για υποτιθέμενες κοινωνικές αδικίες. Για παράδειγμα, τι δουλειά έχει το μυθιστόρημα «Η πριγκίπισσα ντε Κλεβ» της Μαντάμ ντε Λαφαγιέτ, που αφορούσε την πνευματική ελίτ και την αριστοκρατία, στην εξεταστέα ύλη για την προαγωγή των δημοσίων υπαλλήλων της Γαλλίας; Ο Νικολά Σαρκοζί θα το θεωρήσει μειωτικό και επίπονο για έναν άνθρωπο που προσφέρει δημόσια υπηρεσία να γνωρίζει κάτι τόσο εξειδικευμένο. Ομως, η αισθητική της γραφής θα παραμείνει κτήμα της αέναης δημιουργικότητας του ανθρώπου και κοινή αναφορά του παγκόσμιου πολιτισμού.


WILLIAM MARX
Το μίσος για τη λογοτεχνία
μτφρ. Αντώνης Αθανασόπουλος
εκδ. Πόλις

Aπό την αχανή αρχική επικράτεια στη σταδιακή αποψίλωση 
Του Αλέξανδρου Ζωγραφάκη

«Εν αρχή ην ο λόγος [...]». Φανταστείτε μια αχανή επικράτεια που μέσα της ενδημούν όλες οι εκφάνσεις αυτής της δεξιότητας. Φανταστείτε ένα αδιατάρακτο και συνεχές σώμα λόγου που, σιγά σιγά, καθώς η νόηση και η διανόηση αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη συνείδηση του εαυτού τους, αρχίζει να αποψιλώνεται. Φιλοσοφία. Θετικές, ανθρωπιστικές, κοινωνικές επιστήμες. Κάθε πεδίο που εδραιώνεται, ή που τουλάχιστον αξιώνει διακριτότητα, αποσπάται και προσαρτά εδάφη που πρωτίστως ανήκαν σε αυτή την επικράτεια του λόγου που κάποτε δεν είχε καν όνομα ή, ονομαζόταν «ποίηση», και πολύ αργότερα «λογοτεχνία». Τι είναι όμως η λογοτεχνία; Η λογοτεχνία, θα μας πει ο Ουίλιαμ Μαρξ, είναι αυτό που μένει μέσα από αυτή τη διαρκή διαδικασία αποψίλωσης της αχανούς αυτής επικράτειας του λόγου από τη (δια)νόηση.

«Το Μίσος για τη Λογοτεχνία», η αντιλογοτεχνία, στην οποία επικεντρώνεται το συγκεκριμένο δοκίμιο, είναι το σώμα των κειμένων που εναντιώνονται στη λογοτεχνία. Η αντιλογοτεχνία αναλαμβάνει να ξεχωρίσει από το αδιατάρακτο και συνεχές σώμα του λόγου (γραπτό ή και προφορικό) αυτά που θέλει να καρπωθεί. Η λογοτεχνία λοιπόν ορίζεται αρνητικά· μέσα από αυτό το «δεν»: δεν είναι αλήθεια, δεν έχει κύρος, δεν είναι ηθική, δεν αρμόζει στην κοινωνία.

Το δοκίμιο του Ουίλιαμ Μαρξ δεν είναι μόνο μια κριτική παράθεση των βασικών επιχειρημάτων της αντιλογοτεχνίας που επιστρατεύθηκαν στην πορεία των αιώνων για να πολεμήσουν τη λογοτεχνία. Δεν είναι μόνο μια εξαιρετική προσπάθεια να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα του τρόπου με τον οποίο η λογοτεχνία ορίζεται τελικά μέσα από την αντιλογοτεχνία. Είναι και μια ματιά, σε πολλά σημεία διεισδυτική, στην ίδια την ιστορία της λογοτεχνίας. Από τα ομηρικά έπη, όπου ο ραψωδός στέκει στο επίπεδο του ιεροφάντη που αποκαλύπτει τις μεγαλύτερες αλήθειες, στα χρόνια του Πλάτωνα όπου στήνεται το διασημότερο δικαστήριο για την καταδίκη τού ποιητή, και, στη συνέχεια, στις αέναες μεταμορφώσεις αυτού του δικαστηρίου που, παρότι ανακυκλώνει σχεδόν τα ίδια επιχειρήματα, εξυπηρετεί σε κάθε εποχή και διαφορετική ατζέντα.

«Δεν υπάρχουν εννέα Μούσες επειδή εννέα είναι οι τέχνες. Το αντίστροφο ισχύει: υπάρχουν εννέα τέχνες επειδή εννέα είναι οι Μούσες» (σελ. 34), γράφει ο Μαρξ στην αρχή του κειμένου για να γίνει κατανοητό το μεταφυσικό γίγνεσθαι της εποχής των ομηρικών επών. Ο κόσμος στον οποίο έχει τις ρίζες του η δυτική λογοτεχνία είναι ένας κόσμος θαυμαστής ισορροπίας και σύμπνοιας ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θεϊκό. Είναι ένας κόσμος προπτωτικός (κάπως σαν την αχανή επικράτεια του λόγου που ανέφερα στην αρχή) όπου «η αλήθεια δεν είναι ξέχωρη από την ομορφιά, ούτε και η επιστήμη από την ποίηση και τη μουσική» (σ. 35). Ενας κόσμος όπου ο ποιητής αντλεί από το θείο τη δύναμη να διατυπώνει την αλήθεια, σχεδόν αδιαμεσολάβητα, χωρίς τον σκεπτικισμό που εμείς, στον έμπλεο φωτός νεωτερικό και μετανεωτερικό κόσμο, θεωρούμε πια δεδομένο. Το δικαστήριο της «Πολιτείας» τού Πλάτωνα, που με την καταδικαστική του απόφαση εξορίζει τον ποιητή από την πόλη δεν χαρακτηρίζεται μόνο για την αυστηρότητα της ποινής και την αδιαμφισβήτητη επιτυχία της, αλλά και για τη μεταφυσική τελεσιδικία της. Διαβάζοντας κάποιος τον Πλάτωνα σήμερα, θαρρεί ίσως ότι η απόφαση για την εξορία του ποιητή από την πόλη, τελικά, σε κάποια μεταγενέστερη εποχή ανακλήθηκε. Επειδή η ποίηση και η λογοτεχνία εν γένει απολαμβάνουν την ελευθερία που απολαμβάνουν σήμερα, θαρρεί ο αδαής ότι το δικαστήριο του Πλάτωνα απέτυχε στον σκοπό του. Τίποτα, όμως, δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Το πλατωνικό σχέδιο καταβαράθρωσε την ποίηση και τη μετεξέλιξή της, τη λογοτεχνία, που τελικά, απογυμνωμένη από κάθε ίχνος κύρους, αλήθειας, και ηθικής βαρύτητας, μεταμορφώθηκε σε πάρεργο, ενώ ο ίδιος ο ποιητής σε παρία. Αυτή είναι η ελευθερία που απολαμβάνει η λογοτεχνία σήμερα. Η λογοτεχνία που βρίσκει καταφύγιο μόνον εκεί όπου δεν έχουν αξιώσεις η φιλοσοφία και όλες οι επιστήμες, είτε θετικές, είτε ανθρωπιστικές, είτε κοινωνικές. Ο Μαρξ μέσα από τέσσερις δίκες: κύρος, αλήθεια, ηθική, κοινωνία, θα μας εκθέσει, εμπεριστατωμένα, σκανδαλιστικές λεπτομέρειες που, οργανικά, θα υποδείξουν το πέρασμα στο κίνημα του ρομαντισμού: την πρώτη σοβαρή απόπειρα λογοτεχνίας με εσωτερική συνοχή και «ηθική της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας» (σελ. 188). Ο Μαρξ, στην πορεία, θα ανασύρει στην επιφάνεια μεγάλους πολέμιους της λογοτεχνίας, όπως τον C. P. Snow με τη διάσημη διάλεξή του «Οι Δύο Κουλτούρες», τον Tanneguy Le Fèvre με το «Περί της Ματαιοσπουδίας της Ποίησης» (De futilitate poetices), θα αξιολογήσει τα επιχειρήματά τους και θα διερευνήσει και τα κίνητρά τους: οιδιπόδεια, προσωπικές έριδες, ομοφοβία, θα έρθουν στην επιφάνεια και θα στηλιτευθούν αρκούντως.

Ο Μαρξ αναγνωρίζει ότι ο μεγάλος όγκος της αντιλογοτεχνίας συνίσταται σε κείμενα που έχουν χαθεί ή, ακόμα πιο καίρια, που δεν γράφτηκαν ποτέ γιατί οι δημιουργοί τους σκόπιμα διέγνωσαν την ιδιομορφία σε αυτή την επίθεση στη λογοτεχνία: ότι και ο ίδιος ο αντιλογοτεχνικός λόγος δύναται να ενσωματωθεί στο σώμα της λογοτεχνίας και να αποτελέσει λογοτεχνία. Ο αχός του χρόνου, τελικά, είναι αυτός που σκεπάζει πάντα τη λογοτεχνική δημιουργία. Ο μεγάλος εχθρός της λογοτεχνίας, εκτός από την αντιλογοτεχνία, δεν είναι άλλος από το πέπλο σιωπής που πέφτει πάνω από τα μεγαλύτερα δημιουργήματα είτε της μιας, είτε της άλλης πλευράς. Για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε σίγουροι: η παρουσία αντιλογοτεχνίας υποδηλώνει πάντα την ύπαρξη λογοτεχνίας ικανής να σταθεί πάνω από την απλή ηδονή της ανάγνωσης και να διεκδικήσει, ενάντια σε όλες τις απόπειρες ακρωτηριασμού και περιθωριοποίησής της, αξιώσεις σε ένα έξω-θεωρητικό κομμάτι τού κύρους, της αλήθειας, και της ηθικής που, παραδόξως, αντί να βαίνει μειούμενο, διαρκώς μεγαλώνει και προσομοιώνει την αχανή επικράτεια της αρχής της. Ποιος ξέρει τελικά; Iσως ο λόγος να μην ήταν μόνο η αρχή, αλλά να είναι και το τέλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ