ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

O προηγούμενος αιώνας επεφύλασσε πλήθος εκκρεμοτήτων. Φαίνεται όμως ότι ο ίδιος έχει διευθετήσει περισσότερες από αυτές, φροντίζοντας να δημιουργήσει ήδη στο κατώφλι της νέας χιλιετίας μια δια-φορετική κατάσταση με όλες τις επακόλουθες κοινωνικές, πολιτικές και εθνο-πολιτισμικές αλλαγές. Παρά τη δημιουργία πολυπολιτισμικών κρατών, αποδείχθηκε, ειδικά στο εθνικό μωσαϊκό των Βαλκανίων, η προτίμηση αυτά να μεταμορφωθούν σε εθνικές κρατικές οντότητες που δεν θα λειτουργούσαν ως απλά υποσύνολα σε πολυεθνικά κράτη. Προτεραιότητα δόθηκε πάντα στα εθνικά χαρακτηριστικά και όχι σε κοινά οικονομικά συμφέροντα ή σε περιφερειακά αμυντικά σύμφωνα ή τυχόν άλλα παρόμοια χαρακτηριστικά. Η τάση αυτή, εξάλλου, υποστηρίχθηκε και από το δόγμα του Σάμιουελ Χάντιγκτον, που προδίκαζε την ανάπτυξη μελλοντικών συγκρούσεων με βάση τον διαχωρισμό σε διαφορετικές πολιτισμικές κοινότητες. «Αυτόπτης μάρτυρας», η Γιουγκοσλαβία των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών, οι οποίες από τη στιγμή της συνύπαρξής τους ως συστατικών στοιχείων ενός κράτους μέχρι το τραγικό τέλος της κοινής τους πορείας είχαν εθνικές διαφορές, που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν. Στο τέλος επικράτησε και στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιθυμία των εθνικών ομάδων να ζήσουν ανεξάρτητες στο πλαίσιο εθνικών κρατών. Το πολυεθνικό γιουγκοσλαβικό κράτος διαλύθηκε τελικά, με βάση τα εθνικά κριτήρια.

Απόσχιση αντί αποκέντρωσης

Πολλά ζητήματα της ιστορίας της πρώην Γιουγκοσλαβίας δεν έχουν ακόμη μελετηθεί επαρκώς. Σήμερα, εκατό χρόνια μετά τη δημιουργία του Βασιλείου της Σερβίας, Κροατίας και Σλοβενίας, τίθεται το ερώτημα εάν η Γιουγκοσλαβία ήταν καταδικασμένη να διαλυθεί. Επίσης, εάν το Σύνταγμα του 1974, ως ιστορικό ορόσημο που καταρτίστηκε 45 χρόνια πριν και που συχνά χαρακτηρίζεται και ως «ο νεκροθάφτης της Γιουγκοσλαβίας», ήταν μια προσπάθεια για διάσωση ή ένα αίτιο της διάλυσης του γιουγκοσλαβικού κράτους. Οι θεωρητικοί, οι πολιτικοί και οι ιδεολόγοι συχνά δίνουν μια βιαστική και οριστική απάντηση, ανακηρύσσοντας το περιβόητο αυτό έγγραφο ως τον κύριο λόγο για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και ως ένοχο για το «ανεπίλυτο εθνικό ζήτημα της Σερβίας». Ωστόσο, παρά την έντονη δημόσια συζήτηση για τη φύση του, το Σύνταγμα του 1974 δεν έγινε αντικείμενο σοβαρής και συστηματικής εξέτασης, βασισμένης σε επιχειρήματα που να αφορούν τον ιστορικό του ρόλο, αλλά και τους στόχους των δημιουργών του. Η λεγόμενη ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, όπως την ξέραμε μέχρι τα μέσα του 1991, βασιζόταν στη χαρισματική προσωπικότητα του στρατάρχη Τίτο, στην ενιαία έκφραση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και τις επιμέρους έξι κομματικές οργανώσεις, των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών, που απάρτιζαν τη χώρα. Επιπροσθέτως, σημαντικοί πυλώνες της χώρας ήταν ο ισχυρός ομοσπονδιακός γιουγκοσλαβικός στρατός και η ανθηρή οικονομία. Τόσο οι εθνικές όσο και οι πολιτισμικές διαφορές των εθνών που συναποτελούσαν τη Γιουγκοσλαβία προκαλούσαν διαμάχες και αναταραχές, αλλά τίποτα δεν φαινόταν ικανό να ανακόψει την αναπόδραστη πορεία στην οποία είχε μπει η ομοσπονδιακή ένωση των γιουγκοσλαβικών λαών.


20.10.1971, θερμός εναγκαλισμός Τίτο - Σαντάτ κατά την άφιξη του πρώτου στο Κάιρο. ASSOCIATED PRESS

Τα τελευταία χρόνια του Τίτο, όμως, χαρακτηρίστηκαν από ολοένα και αυξανόμενη εθνική ένταση και δυσαρέσκεια. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το 1974 καταρτίστηκε νέο Σύνταγμα της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΣΟΔΓ), το οποίο αποσκοπούσε να αμβλύνει τις διαφορές μεταξύ των δημοκρατιών, εκχωρώντας τους περισσότερη αυτονομία και περιορίζοντας περαιτέρω την κεντρική εξουσία. Το Σύνταγμα, αυξάνοντας τις αρμοδιότητες των ομόσπονδων δημοκρατιών, προσπάθησε να ικανοποιήσει τα εθνικά και άλλα συμφέροντα των επιμέρους εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης, το Σύνταγμα έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργηθούν ισχυρές εθνοφυλακές σε κάθε μία από τις ομόσπονδες δημοκρατίες, και στη συνέχεια ενθάρρυνε την απόκλιση μεταξύ των δημοκρατιών που οδήγησε τελικά στα δημοψηφίσματα για απόσχιση.

Πολλοί επιστήμονες ερμήνευσαν τις νέες συνταγματικές διατάξεις ως μέσο με το οποίο επιβλήθηκε στον σερβικό λαό μειονεκτική θέση σε σχέση με τους άλλους γιουγκοσλαβικούς λαούς. Από την άλλη πλευρά, οι προσεγγίσεις που αναγνωρίζουν στο Σύνταγμα του 1974 μια προσπάθεια να σταματήσει η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, υπογραμμίζουν ότι οι δημοκρατίες και τα έθνη που είχαν ενωθεί στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο ήταν σε τέτοιο βαθμό χειραφετημένα, έτσι ώστε να ήταν αναγκαία σημαντική αποκέντρωση για να αποφευχθεί η κατάρρευση της χώρας.

Τα μεγάλα προβλήματα διογκώνονται

Το γεγονός ότι οι πολιτικές ελίτ επέμεναν στη ριζοσπαστική αποκέντρωση μαρτυρεί ότι το κράτος ανέβαλε τη λύση των προβλημάτων που δεν μπορούσε να επιλύσει, πρώτα απ’ όλα στον οικονομικό τομέα. Στο Σύνταγμα του 1974, τα μέλη της ομοσπονδίας είχαν τα δικά τους νομικά συστήματα στην κορυφή των οποίων βρισκόταν το Σύνταγμα του καθενός, καθώς και η αρμοδιότητα για την οργάνωση της κρατικής εξουσίας σε επίπεδο ομόσπονδης δημοκρατίας – νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής. Αν και η αποκέντρωση φάνηκε να βελτιώνει τις «σοσιαλιστικές οικονομικές σχέσεις», οι συνταγματικές ρυθμίσεις δημιούργησαν εντάσεις μεταξύ της Βελιγραδίου και της επαρχίας, στη συνέχεια μεταξύ Σέρβων και Αλβανών στο Κοσσυφοπέδιο, καθώς και μεταξύ της Σερβίας και των άλλων δημοκρατιών. Η σύγκρουση ανάμεσα στους ρεφορμιστές και τους συντηρητικούς, που ήταν ένα από τα μόνιμα χαρακτηριστικά του αγώνα μέσα στην κομμουνιστική ελίτ, έθεσε υπό όρους τις συνταγματικές αυτές λύσεις.

Οι επικριτές του Συντάγματος του 1974 υποστήριξαν ότι η προτεινόμενη συνταγματική αλλαγή όχι μόνο άλλαζε ριζικά τον χαρακτήρα της κρατικής ένωσης των γιουγκοσλαβικών εθνών, αλλά και, στην πράξη, απέρριπτε την ιδέα μιας τέτοιας ένωσης, έτσι ώστε στην επόμενη φάση της αλλαγής να διευκολύνεται ο διαμελισμός της. Υπογράμμιζαν ότι η Γιουγκοσλαβία θα παρέμενε μόνο ένας γεωγραφικός όρος, βάσει του οποίου, «κάτω από τη μάσκα της ανάπτυξης της ισότητας μεταξύ των εθνών», καθιερώνονται αρκετά ανεξάρτητα, ακόμη και αμοιβαία αντίθετα εθνικά κράτη.


Κάτω, το ζεύγος Τίτο και το ζεύγος Νίξον στον Λευκό Οίκο, 30 Οκτωβρίου 1971. ASSOCIATED PRESS

Οι πιο έντονα εθνικιστικού χαρακτήρα αντιρρήσεις ισχυρίζονταν ότι το Σύνταγμα αυτό αντιπροσώπευε ένα είδος αντιγράφου του «φεντεραλισμού» που επινόησαν Κροάτες διανοούμενοι, έχοντας ως βάση το αυστροουγγρικό μοντέλο κατά την περίοδο της δημιουργίας του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το κεντρικό Κοινοβούλιο της ΣΟΔΓ ακόμη και το αμυντικό σύστημα διαμορφώθηκε εξ ολοκλήρου βάσει εκείνου του προτύπου. Ετσι, ουσιαστικά θα πραγματοποιούντο οι ιδέες περί δημιουργίας «μιας συμβατικής κοινότητας μεταξύ των ανεξάρτητων κρατών».

Οι αιχμηρές επιθέσεις στο Σύνταγμα του 1974 ήταν και «το προϊόν της παραδοσιακής τάσης των συντηρητικών δυνάμεων στη Σερβία, με σκοπό η έννοια του κράτους να βασίζεται στην έννοια της δύναμης που θα επιβάλει την ευτυχία και τον τρόπο ζωής σε μια χώρα». Ωστόσο, σε εθνικά μεικτά κράτη, καθώς και σε χώρες με μεγάλες διαφορές στην οικονομική ανάπτυξη των διαφορετικών περιφερειών, η ισχύς είναι πολύ επικίνδυνο μέγεθος ως συνεκτικό στοιχείο. Μπορεί να λειτουργήσει για λίγο, αλλά όταν οι εντάσεις και οι αντιφάσεις φτάσουν σε ένα ορισμένο όριο, η ισχύς μπορεί μόνο να καθυστερήσει αλλά όχι να αποτρέψει την έκρηξη. Οι κομμουνιστές το συνειδητοποίησαν και αποφάσισαν να προσπαθήσουν να σώσουν τη Γιουγκοσλαβία, προσφέροντάς της κάποια ανακούφιση από τις εσωτερικές δυνάμεις. Το αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας αυτής ήταν το Σύνταγμα του 1974. Ωστόσο, η όλη ιδέα εξακολουθούσε να βασίζεται σε μια πολιτική διαιτησία, του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο είχε το πλήρες μονοπώλιο της εξουσίας. Αποδεικνύεται ότι η αποκέντρωση του κράτους σε μια τέτοια κατάσταση ισοδυναμούσε με τον κατακερματισμό του.

Το Σύνταγμα της ΣΟΔΓ του 1974 αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες προς το τέλος της γιουγκοσλαβικής πολιτείας. Ηταν μια έκφραση της εξέλιξης του γιουγκοσλαβικού συνταγματικού συστήματος, το οποίο με τη σειρά του ήταν μόνο μια έκφραση των δυναμικών του γιουγκοσλαβικού πολιτικού σκηνικού που οφείλονταν στην ενίσχυση της δημοκρατίας, των επαρχιακών ελίτ, αλλά και στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση.


Η λεγόμενη «δυτική πύλη» (Πύργος Γκένεξ) στο Νέο Βελιγράδι, δείγμα του αρχιτεκτονικού μοντερνισμού της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας, κατασκευάστηκε το 1977.

Το ίδιο το Σύνταγμα δεν μπορούσε να σώσει τη χώρα ή να την καταστρέψει. Τη διαδικασία αυτή μπορούσαν να τη ολοκληρώσουν μόνο οι δυνάμεις εκείνες που ενσωματώνονται στις κορυφές των κυβερνητικών κύκλων. Η απροθυμία τους για σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις, εκδημοκρατισμό και συμβιβασμό οδήγησε τελικά στην κατάρρευση του γιουγκοσλαβικού κράτους, που επιταχύνθηκε, αλλά δεν προκλήθηκε αυτή καθαυτήν, από τις εθνικιστικές τάσεις, επιφέροντας μια αιματηρή λύση.

Προσπαθώντας να αποφύγουμε τις θεωρίες συνωμοσίας και αναδεικνύοντας μόνο το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο των συνταγματικών ρυθμίσεων, συμπεραίνουμε ότι το γιουγκοσλαβικό κράτος ουσιαστικά δεν διέθετε αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την προστασία του νομικού του συστήματος και την άσκηση των αρμοδιοτήτων στην επικράτειά του.

Με αυτή την έννοια, το Σύνταγμα του 1974 δεν μπορεί να είναι «ένοχο» για τη δυσλειτουργία και την καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας. Οι συνταγματικές λύσεις συνέβαλαν σε αυτό, αλλά ακόμη και ένα τέτοιο Σύνταγμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί αν οι κοινωνικές και εθνικές δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να εκφραστούν διαφορετικά.

* Η κ. Αλεξάνδρα Πέτσιναρ είναι ιστορικός - φιλόλογος, διδάκτωρ Διπλωματικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ