ΘΕΑΤΡΟ

Eνα ενδιαφέρον έργο για το γυναικείο ζήτημα

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που μετέφρασε το έργο, γνώριζε ότι το ζητούμενο είναι ο συγχρονισμός των ηθοποιών, ώστε η άναρχη συζήτηση να μη χάσει τον ρυθμό της. Eτσι, ανέθεσε τους ρόλους σε έμπειρες ηθοποιούς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος δεν επέλεξε τυχαία να παρουσιάσει φέτος στο θέατρο Πόρτα το «Τop Girls» (1982), ένα από τα καλύτερα έργα της Κάριλ Τσέρτσιλ (γενν. 1938). Ανησυχεί, όπως και πολλοί άλλοι μετριοπαθείς, δημοκρατικοί πολίτες για τις υπερβολές και τις παρεκτροπές των οπαδών της πολιτικής ορθότητας, που στο όνομα των μειονοτήτων, των αδυνάμων, των «διαφορετικών», δικαιολογούν φαινόμενα μισαλλοδοξίας, έλλειψης ανεκτικότητας (έναντι των μη ανεκτικών...), ποινικοποίησης φυσικών ανθρώπινων αντιδράσεων. Στην κατεύθυνση αυτή ίσως είναι καιρός να αναρωτηθούμε τι δεν πάει καλά ώστε ο φεμινισμός να «εκφράζεται» σήμερα με το κίνημα #metoo.

Είναι η δεύτερη φορά που ανεβαίνει το «Τop Girls» στη χώρα μας. Μόλις ένα χρόνο μετά την πρεμιέρα του στο Λονδίνο, παρουσιάστηκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με τίτλο «Πετυχημένες γυναίκες» σε σκηνοθεσία Μαριέττας Ριάλδη (1983). Ηδη από τότε είχε επισημανθεί από τους κριτικούς ότι δεν πρόκειται για ένα «φεμινιστικό» έργο. H Tσέρτσιλ έθετε καίρια ερωτήματα για το γυναικείο ζήτημα και τη θέση της σύγχρονης γυναίκας σ’ έναν κόσμο όπου η ισότητα και τα άλλα δικαιώματα για τα οποία αγωνίστηκαν οι φεμινίστριες, στην πραγματικότητα ετεροπροσδιορίζονταν από το πατριαρχικό αξιακό σύστημα. Και ναι, μπορεί η Μάργκαρετ Θάτσερ να ήταν η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός στην Αγγλία (1979-1990), αλλά η σκληρή πολιτική που ακολουθούσε την καθιστούσε ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον παράδειγμα αλλοτριωμένης γυναικείας ταυτότητας. 

Η Κάριλ Τσέρτσιλ, η οποία ανανέωσε θεματολογικά και δραματουργικά τη βρετανική θεατρική γραφή όσο καμία άλλη συγγραφέας της γενιάς της, βάζει μια μικρή Θάτσερ στο κέντρο του έργου της, τη Μαρλίν, επιτυχημένο στέλεχος σε εταιρεία ευρέσεως εργασίας. Για να δείξει όμως πόσο μακρύς, και από παλιά ναρκοθετημένος, ήταν ο δρόμος έως την «ισότητα των δύο φύλων» στην ονειρική Α΄ Πράξη φέρνει στη σκηνή πέντε γυναίκες που υπέφεραν από την εξουσία των ανδρών αλλά κατάφεραν να χαράξουν τον δικό τους δρόμο ή να αποτελέσουν παράδειγμα της δύναμης της γυναικείας φύσης. Δύο εξ αυτών είναι ιστορικά πρόσωπα: Η κυρία Νίτζο (13ος αι.), παλλακίδα του Ιάπωνα αυτοκράτορα, αργότερα περιπλανώμενη βουδίστρια μοναχή, και η Ιζαμπέλα Μπερντ (1831-1904), περιηγήτρια, συγγραφέας, φωτογράφος που έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Μαζί τους και η Πάπισσα Ιωάννα, πρωταγωνίστρια του μεσαιωνικού θρύλου που γοήτευσε τον Εμμανουήλ Ροΐδη, η οποία ντύθηκε αγόρι για να σπουδάσει κι έφτασε ώς τον παπικό θρόνο. Τέταρτη είναι η καρτερική Γκριζέλντα, η παράξενη ηρωίδα της ιστορίας του σπουδαστή από τις «Ιστορίες του Καντέρμπερι» του Τζέφρι Τσόσερ (1343-1400), η οποία έμεινε αφοσιωμένη στον σύζυγό της ακόμη και όταν αυτός, για να δοκιμάσει την αγάπη της, πήρε μακριά της τα παιδιά τους. Πέμπτη, η Χαζο-Γκρέτα, η γυναικεία μορφή που κυριαρχεί στον πίνακα του Πέτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, μια χωριάτισσα πολεμίστρια που οδηγεί ένα τσούρμο γυναίκες στην Κόλαση, για να χτυπήσουν τους διαβόλους (το Κακό) στην έδρα του. Η Τσέρτσιλ, μέσω των γυναικών που επιλέγει, σαν να υποστηρίζει ότι μύθοι και έργα τέχνης αντικατοπτρίζουν και φωτίζουν την ζωή των ανθρώπων και την κοινωνικοπολιτική συνθήκη της εποχής τους.

Αριστουργηματικά γραμμένη η Α΄ Πράξη, αποτελεί εντελές δείγμα μιας τεχνικής που χαρακτηρίζει τη δραματουργία της Τσέρτσιλ: του «επικαλυπτόμενου λόγου» (overlapping speech). Οι γυναίκες παίρνουν τον λόγο για να πουν τα δικά τους, προτού η συνομιλήτριά τους ολοκληρώσει αυτό που λέει, θυμίζοντας τις οπερατικές διφωνίες και τριφωνίες. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που μετέφρασε το έργο και ξέρει από όπερα, γνώριζε ότι το ζητούμενο εδώ είναι ο συγχρονισμός των ηθοποιών ώστε η άναρχη συζήτηση να μη χάσει τον ρυθμό της. Γι’ αυτό και ανέθεσε τους ρόλους σε καλές, έμπειρες ηθοποιούς, τη Μαρία Καβογιάννη, την Αλεξάνδρα Αϊδίνη, την Αλεξία Καλτσίκη, τη Βίκυ Βολιώτη, την Ευδοκία Ρουμελιώτη (και τις νεότερες Ειρήνη Μακρή και Αλκηστη Πολυχρόνη) αντιμετωπίζοντάς τες σαν μικρό ορχηστρικό σύνολο. Είναι όλες εξαιρετικές, αλλά ξεχωρίζουν η Μαρία Καβογιάννη (απολαυστική και στις τρεις πράξεις του έργου) και η Γιαπωνέζα Νίτζο της Αλεξάνδρας Αϊδίνη – αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο πραγματικά καλός ηθοποιός είναι εξίσου καλός στην κωμωδία και στο δράμα. 

Στη Β΄ και Γ΄ Πράξη μεταφερόμαστε στον «πραγματικό» κόσμο, πρώτα στο γραφείο ευρέσεως εργασίας όπου εργάζεται η Μαρλίν και μετά στο σπίτι της αδελφής της, κάπου στην αγγλική επαρχία την εποχή που η Θάτσερ διέλυε το κράτος πρόνοιας. Η χειραφέτηση μετάλλαξε τις γυναίκες, καθώς για να μπορέσουν να διακριθούν στον ανδροκρατούμενο επαγγελματικό στίβο αρνήθηκαν τη γυναικεία φύση τους, θεωρούν τα παιδιά εμπόδιο για να βρουν δουλειά ή για να ανέλθουν, υιοθετούν έναν κυνικό τρόπο σκέψης. Θύματα και πάλι, αλλιώς. Στην Γ΄ πράξη αποκαλύπτεται η πικρή αλήθεια που η Μαρλίν κρύβει απ’ όλους: ο αγώνας δρόμου για την επαγγελματική καταξίωση είναι αγώνας για να ξεφύγει από το φτωχικό, προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε.

Η «επιτυχημένη» Μαρλίν, που υποστηρίζει τη Θάτσερ, έχει μία κόρη με «δυσκολίες μάθησης», που μεγάλωσε σαν παιδί της η μεροκαματιάρα αδελφή της. Σε μια στιγμή έντασης, η «αποτυχημένη» θα της κάνει δύο κρίσιμες ερωτήσεις που θα μείνουν αναπάντητες: «Και που πήγες μπροστά εσύ, τι σημαίνει; Αλλαξε κάτι για τον υπόλοιπο κόσμο; Αλλαξε τίποτε;» και, «αν δεν υπάρχει κράτος πρόνοιας, τι θα γίνουν οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, οι ανήμποροι, η κόρη σου, που κανείς δεν θα θέλει για γυναίκα ή υπάλληλό του;». Είναι ζητήματα που μας αφορούν όλους.

Οι σκηνογραφικές λύσεις (Ευαγγελία Θεριανού) και τα κοστούμια (Κλαιρ Μπρέισγουελ) για τη Β΄ και τη Γ΄ μάλλον αδίκησαν την παράσταση. Τη μεταφορά μας στη δεκαετία του ’80 ανέλαβε το τραγούδι των Yazoo («Situation», 1982), που λειτουργούσε σαν γέφυρα από τη μία πράξη στην άλλη. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ