ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Η γέννηση του ελληνικού Τύπου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

αριστερά, η πρώτη σελίδα του φύλλου αρ. 20 των «Ελληνικών Χρονικών» (8/3/1824). Δεξιά, «O Λόρδος Bύρωνας με σουλιώτικη φορεσιά». Eλαιογραφία του Thomas Phillips. Aθήνα, βρετανική πρεσβεία.

Στις 8 Μαρτίου 1824 κυκλοφόρησε στο Μεσολόγγι το 20ό τεύχος της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά». Το τεύχος αυτό αποτέλεσε την αφορμή για το πρώτο σοβαρό επεισόδιο λογοκρισίας στην ιστορία του ελληνικού Τύπου. Με πρωταγωνιστή τον Λόρδο Μπάιρον, που, ουσιαστικά, απαγόρευσε την κυκλοφορία της εφημερίδας. Ας δούμε γιατί.

Στην πρώτη σελίδα του συγκεκριμένου τεύχους δημοσιεύονταν η συνέχεια και το τέλος ενός δοκιμίου με θέμα την έννοια της ελευθερίας. Οι επόμενες τρεις σελίδες ήταν αφιερωμένες σε ένα κρούσμα πανώλης που είχε τρομοκρατήσει την πόλη. Στο τέλος της τέταρτης σελίδας η εφημερίδα έκλεινε με ένα σύντομο σημείωμα με θέμα τον φιλελληνισμό των Ούγγρων. Ο οποίος οφείλεται, όπως υπονοούσε ο συντάκτης, σε παρόμοιες εμπειρίες με τους Ελληνες καθώς ήταν και αυτοί ένας λαός που διεκδικούσε την ελευθερία του – από τους Αυστριακούς. Ο συντάκτης του άρθρου ήταν ο Ιάκωβος Μάγερ, ο φιλέλληνας Ελβετός που, έχοντας πολιτογραφηθεί Ελληνας, διηύθυνε την εφημερίδα.

Το τεύχος ξεσήκωσε θύελλα στο Μεσολόγγι. Ο Λόρδος Μπάιρον εξοργίστηκε τόσο πολύ όταν το διάβασε, που έδωσε εντολή να κατασχεθούν όλα τα τεύχη και να καταστραφούν ή, τουλάχιστον, να μη φύγουν από το Μεσολόγγι. Τους λόγους μάς τους εξηγεί ο προσωπικός του γιατρός, ο Σκωτσέζος Τζούλιους Μίλινγκεν: «Ο Μάγερ δεν έδινε καμία σημασία στις συνέπειες όσων έγραφε. Στο 20ό τεύχος της εφημερίδας δημοσίευσε ένα κείμενο που απευθυνόταν στους Ούγγρους και χρησιμοποιούσε τόσο φιλελεύθερη και επαναστατική γλώσσα που ήταν απολύτως βέβαιο ότι θα προκαλούσε οργή στην Αυλή της Βιέννης που ήταν ήδη αρνητικά διακείμενη απέναντι στην Ελλάδα. Ισως, μάλιστα, το κείμενο να την οδηγούσε να αναλάβει δράση που θα έβλαπτε την ελευθερία των Ελλήνων. Ο Λόρδος Μπάιρον αισθάνθηκε ότι είχε καθήκον να εξαφανίσει κάθε αντίτυπο του συγκεκριμένου τεύχους και, επιπλέον, να υποχρεώσει τον εκδότη να διαβεβαιώσει ρητά την ελληνική κυβέρνηση ότι θα απέφευγε στο εξής κάθε είδους κριτική στις πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων». Σύμφωνα με τον ταγματάρχη Γουίλιαμ Πάρι, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος όχι μόνο συμφωνούσε με τον Μπάιρον αλλά ήταν και αυτός που του επισήμανε τον κίνδυνο από τη δημοσίευση του φλογερού άρθρου. Τα τεύχη εξαφανίστηκαν. Τέσσερις ημέρες μετά κυκλοφόρησε το διπλό τεύχος 20-21 με την ίδια περίπου ύλη αλλά χωρίς αναφορά στους Ούγγρους.

Για τον Μπάιρον και τον Μαυροκορδάτο προείχε η επιτυχία του Αγώνα. Προϋπόθεση της οποίας ήταν η εξασφάλιση της στήριξης ή, τουλάχιστον, της ανοχής των μεγάλων δυνάμεων. Από την άλλη, ο Μάγερ δεν βρισκόταν τυχαία στη θέση του εκδότη. Τον επέλεξε ο συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ, ο άνθρωπος που δημιούργησε τον ελληνικό Τύπο, ενισχύοντάς τον με πιεστήρια και χρήματα. Ο Στάνχοπ έφθασε στο Μεσολόγγι τον Δεκέμβριο του 1823 ως εκπρόσωπος της Φιλελληνικής Εταιρείας του Λονδίνου συνοδεύοντας τον Λόρδο Μπάιρον. Οι δυο τους θα έλεγχαν τη διαχείριση του πρώτου δανείου προς τους Ελληνες επαναστάτες. Αλλά οι σκοποί τους ήταν πολύ διαφορετικοί.

Διαφορετικές προσεγγίσεις

Εχει ενδιαφέρον να δούμε τον διαφορετικό τρόπο που θέτουν τις προτεραιότητες ένας στρατιωτικός και ένας ποιητής. Ο Στάνχοπ είναι ιδεαλιστής, ρομαντικός, θα τον χαρακτήριζε κάποιος ακόμη και ιδεοληπτικό. Ερχεται στην Ελλάδα για να τη μετατρέψει σε εργαστήριο εφαρμογής φιλελεύθερων και ωφελιμιστικών ιδεών (ανήκε στον ριζοσπαστικό κύκλο του Τζέρεμι Μπένθαμ). Ο Μπάιρον, παρά τις πολλές ιδιοτροπίες του, είναι πραγματιστής, δεν ξεχνάει ποτέ ότι ο βασικός στόχος είναι η στρατιωτική επιτυχία της Επανάστασης που προϋποθέτει την εύνοια των μεγάλων δυνάμεων. Η σύγκρουση μεταξύ του «θετικού ποιητή» και του «ρομαντικού στρατιώτη», κατά τον Αντρέ Μορουά, επικεντρώνεται στον ρόλο του Τύπου. Ο Μπάιρον είναι βέβαιος πως δεν θα βοηθήσει την ελληνική υπόθεση ο Τύπος αλλά τα όπλα και τα χρήματα, ενώ ο Στάνχοπ θεωρεί ότι το «χρυσάφι και το σίδερο» είναι απλώς εξαρτήματα. Η σύγκρουση αυτή θα γίνει δυσάρεστη και για τους δύο και θα οδηγήσει σε αλληλοϋπονόμευση.

Ο Μπάιρον θα παραμείνει στο Μεσολόγγι με τον Μαυροκορδάτο και ο αφελής και αγνός Στάνχοπ θα πέσει στα δίχτυα του παμπόνηρου Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ομως ο τραγικός θάνατος του Μπάιρον και η ανάκληση του Στάνχοπ στη Μεγάλη Βρετανία θα αποκλιμακώσει τη σύγκρουση. Τι απομένει; Οι δύο εφημερίδες που ίδρυσε και στήριξε οικονομικά ο Στάνχοπ, τα «Ελληνικά Χρονικά» με εκδότη τον Μάγερ και η «Εφημερίδα Αθηνών» με εκδότη τον Γεώργιο Ψύλλα. Τον Ψύλλα τον επιλέγει ο Στάνχοπ γιατί διαθέτει και αυτός τα απαραίτητα φιλελεύθερα διαπιστευτήρια. Το 1824 (η χρονιά της γέννησης του ελληνικού Τύπου) θα ιδρυθεί και τρίτη εφημερίδα, ο «Φίλος του Νόμου» στην Υδρα. Την ελέγχουν πολιτικά οι Κουντουριώτηδες, αλλά την αναθέτουν στον Ιταλό φιλέλληνα Ιωσήφ Κιάππε. Ομως ο Κιάππε είναι σκληρός καρμπονάρος και θα συνεργαστεί από την πρώτη στιγμή με τον Μάγερ. Οταν την επόμενη χρονιά οι επαναστάτες αποφασίσουν να ιδρύσουν τη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» (τον πρόγονο της «Εφημερίδας της Κυβέρνησης») θα διορίσουν πρώτο διευθυντή έναν άλλον φιλελεύθερο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο Φαρμακίδης, μάλιστα, είχε ήδη συνδεθεί με το πρώτο, ήσσονος σημασίας, περιστατικό λογοκρισίας. Η «Σάλπιγξ Ελληνική», που διηύθυνε, εξέδωσε μόνο τρία φύλλα τον Αύγουστο του 1821 και διέκοψε την κυκλοφορία της γιατί ο Δημήτριος Υψηλάντης ήθελε να ασκεί προληπτική λογοκρισία.

Φαίνεται ότι το σχέδιο του Στάνχοπ είχε πετύχει. Οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι ασκούσαν πρωτοφανή ιδεολογική ηγεμονία μέσω του Τύπου. Το μέγεθος της επιτυχίας θα φανεί αργότερα, όταν ο Τύπος θα αποτελέσει το αποτελεσματικότερο πολιτικό όπλο των φιλελεύθερων κατά του αυταρχισμού του Καποδίστρια και των Βαυαρών.

Αλλά η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η επιρροή που ασκούσε στην παραδοσιακή κοινωνία. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ έδωσε εντολή στα κανόνια που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι να στοχεύσουν και να καταστρέψουν το τυπογραφείο των «Ελληνικών Χρονικών» ενώ οι αγράμματοι Σουλιώτες οπλαρχηγοί πίεζαν αφόρητα τον Μάγερ.

«Εσύχναζαν πολλοί εις το κατάστημα της Τυπογραφίας, και πολλάκις κενόδοξοι τον ενοχλούσαν χωρίς λόγον, ζητώντες επιμόνως να φαίνωνται τα ονόματά των και τα ονόματα των πληγωμένων συγγενών των καταλεπτώς» περιγράφει γλαφυρά ο Μακεδόνας αγωνιστής Νικόλας Κασομούλης.

Ομως, δεν είναι τόσο αυτό που πρέπει να μας εντυπωσιάσει όσο εκείνο που συνέβη όταν ο Γιώργος Τζαβέλλας απείλησε ανοικτά τον Μάγερ. Τότε, τρεις σημαντικοί οπλαρχηγοί («στρατηγοί»), ο Θανάσης Ραζηκότσικας, ο Νικόλας Στουρνάρης και ο Μήτσος Κοντογιάννης, επισκέφτηκαν τον Μάγερ, ο οποίος μόλις τους είδε υπέθεσε ότι θα του ζητούσαν να προσέχει περισσότερο από εδώ και μπρος – ίσως και να ζητήσει συγγνώμη από τον Τζαβέλλα. Σίγουρα δεν περίμενε να ακούσει αυτά τα λόγια:

«Οταν τυπώσης, ζήτησε δύναμιν [φρουρά] να σε δώσωμεν, και γράψε ό,τι γνωρίζεις ελεύθερα, χωρίς συστολήν, τα καλά και τα κακά μας».

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ