Επί δύο συνεχόμενα καλοκαίρια, το 1983 και το 1984, ο ελληνικής καταγωγής Αμερικανός φωτογράφος Tod Papageorge ακολουθούσε μια αυστηρή ρουτίνα:  Έφευγε νωρίς το πρωί από το κλασικό ξενοδοχείο της λεωφόρου Αλεξάνδρας Zafolia, ανηφόριζε τον λόφο της Ακρόπολης, έστηνε την κάμερά του και απαθανάτιζε επισκέπτες και μνημεία. Το μεσημέρι επέτρεπε στον εαυτό του ένα σύντομο διάλειμμα για φαγητό σε κάποιο εστιατόριο της Πλάκας –σχεδόν πάντα το ίδιο– και έπειτα έπαιρνε πάλι τον δρόμο της επιστροφής για τον Ιερό Βράχο.

Αργά το απόγευμα, κατέληγε στην πισίνα του ξενοδοχείου για μια βουτιά, γευμάτιζε για βράδυ κάπου στη γειτονιά και προετοιμαζόταν για την επόμενη ημέρα. Η φυσιογνωμία και οι συνήθειές του ίσως παρέπεμπαν σε τουρίστα που ήρθε να γευτεί τον ελληνικό ήλιο και τη θάλασσα, όμως εκείνος δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τα αρχαία ερείπια που δέσποζαν στον βραχώδη λόφο. «Ήταν μια πολύ ασκητική διαδικασία», παρατηρεί ο ίδιος. Τρεις και πλέον δεκαετίες αργότερα, αυτό το σώμα δουλειάς παρουσιάζεται σε μια έκδοση με τίτλο «Tod Papageorge. On the Acropolis» (Εκδ. Stanley/Barker). 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο διακεκριμένος φωτογράφος εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Έχουν προηγηθεί οι διάσημες, πλέον, ασπρόμαυρες φωτογραφίες του για το Studio 54 και το Central Park στη Νέα Υόρκη. «Μου αρέσει να θέτω στον εαυτό μου περιορισμούς. Όπως ένας ποιητής χρησιμοποιεί τη ρίμα για να δοκιμάσει τις δυνατότητές του με τη γλώσσα και να αποδώσει τα νοήματα που επιθυμεί, έτσι και εγώ εστιάζω σε ένα μόνο σημείο, προσπαθώντας να αποτυπώσω διαφορετικές ατμόσφαιρες και μηνύματα σε κάθε λήψη». 

Διευκρινίζει, βέβαια πως καθεμία από αυτές τις δουλειές έγινε για διαφορετικό λόγο. «Διέσχιζα το Central Park κάθε μέρα για χρόνια, μέχρι να φτάσω στη δουλειά μου. Οι φωτογραφίες που τραβούσα καθ’ οδόν μού υπέδειξαν πως ο κοινός τόπος μπορούσε να λειτουργήσει ως συνεκτικός ιστός ανάμεσά τους. Στο Studio 54, πάλι, δεν θα μπορούσα να αρνηθώ την πρόσκληση. Το θρυλικό κλαμπ ήταν –μεταξύ άλλων– γνωστό για τη δύσκολη “πόρτα” του. Ήταν μια σπάνια ευκαιρία! Και φυσικά όταν, μέσω μιας γνωριμίας, κατόρθωσα να κερδίσω μια χρηματοδότηση για ένα επαγγελματικό ταξίδι, η Ακρόπολη, το σύμβολο της Αθήνας, ήταν το πρώτο μέρος που μου ήρθε στον νου». 

 

 

Ο φιλόλογος που έγινε φωτογράφος

Σε έξι μήνες θα έπαιρνε το πτυχίο του στην αγγλική λογοτεχνία, όταν αποφάσισε στο τελευταίο εξάμηνο των σπουδών του να παρακολουθήσει και ένα εισαγωγικό μάθημα στη φωτογραφία. «Κάμερες υπήρχαν πάντα στο σπίτι, αφού ο πατέρας μου ήταν ερασιτέχνης φωτογράφος. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εντύπωση που μου είχε αφήσει ένα εξώφυλλο από τον David Duncan για το περιοδικό Life, ίσως εξηγούν –σ’ εμένα τουλάχιστον– την αγωνία που ένιωθα να γνωριστώ καλύτερα με αυτόν τον κόσμο». Αργότερα, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, δύο δυνατές εικόνες του Henri Cartier-Bresson από τη δεκαετία του ’30 καθόρισαν την τελική του απόφαση: θα γινόταν φωτογράφος. 

Η δεκαετία του ’60 είναι η χρυσή εποχή για το μέσο στην Αμερική. «Οι Αμερικανοί του Robert Frank» εκδόθηκαν λίγα χρόνια νωρίτερα, αλλάζοντας για πάντα το τοπίο της σύγχρονης φωτογραφίας. Ο Papageorge φωτογραφίζει στη Βοστώνη και στο Σαν Φρανσίσκο, όπου εργάζεται, και στη συνέχεια ταξιδεύει στην Ευρώπη, διευρύνοντας τους ορίζοντές του και βελτιώνοντας την τεχνική του. Στα τέλη του 1965 κερδίζει μια θέση σε ένα σεμινάριο που διοργανώνει ο Garry Winongrand στη Νέα Υόρκη. Σύντομα, το ύφος του κάνει αίσθηση. Στη διάρκεια της διαδρομής του κερδίζει δύο υποτροφίες από το Guggenheim Foundation, ενώ το 1979 αναλαμβάνει τη θέση του διευθυντή Μεταπτυχιακών  Σπουδών στο Τμήμα Φωτογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Υale. Το σημαντικότερο επίτευγμά του και αυτό που τον κατατάσσει σε μία από τις επιδραστικές φωνές της μεταπολεμικής γενιάς στην Αμερική είναι πως η φωτογραφία δρόμου, την οποία εκείνος υπηρετεί πιστά, σκιαγραφεί –κατά κάποιον τρόπο– τον ίδιο, τα βιώματα και τις σπουδές του: συνδυάζοντας ποιητικότητα και παρατήρηση. «Σε έναν ανοιχτό χώρο έχεις περισσότερες προκλήσεις να αντιμετωπίσεις. Κάθε μέρα είναι μια καινούργια σκηνή, χαοτική και απρόβλεπτη, με νέους χαρακτήρες να “εισβάλλουν” διαρκώς στο κάδρο σου», υποστηρίζει για την προτίμησή του να φωτογραφίζει αυθόρμητα, εκτός στούντιο.

 

 

H σχέση με την Ελλάδα

Μολονότι οι παππούδες από την πλευρά του πατέρα του κατάγονταν από τη Βαλύρα, κοντά στην Καλαμάτα, ο ίδιος επισκέφθηκε την Πελοπόννησο και την Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ’80. «Δεν θα μπορούσα να σχηματίσω άποψη για την εικόνα που παρουσίαζε η ελληνική πρωτεύουσα εκείνη την εποχή, γιατί το δρομολόγιο που ακολουθούσα ήταν συγκεκριμένο. Κινούμουν περισσότερο σαν μέλισσα, τριγυρνώντας διαρκώς πάνω από τον “πέτρινο κήπο”, στην κορυφή του λόφου».

Επισκέφθηκε ξανά την Αθήνα με την αφορμή μιας έκθεσής του το 2008 στην Xippas Gallery. «Η μεγαλύτερη διαφορά που παρατήρησα ήταν στο ίδιο το μνημείο. Το Ερέχθειο είχε πλέον εκτεθεί –όταν φωτογράφιζα, ήταν καλυμμένο με σκαλωσιές– και επιπλέον δεν επιτρεπόταν να καθίσει κανείς στα σκαλοπάτια του Παρθενώνα. Το νέο Μουσείο Ακρόπολης είχε, επίσης, χτιστεί. Συνεπώς, οι φωτογραφίες που είχα τραβήξει τότε δεν θα μπορούσαν ποτέ να επαναληφθούν. Το τοπίο είχε αλλάξει». Επισημαίνει ότι τρέφει μεγάλο θαυμασμό για τον αρχαίο κόσμο και παρατηρεί πως είναι δύσκολο για τον σύγχρονο Έλληνα να ανταποκριθεί σε αυτή την κληρονομιά. «Στις φωτογραφίες εκείνης της εποχής προσπάθησα να αναδείξω το φως και τους συμβολισμούς του μνημείου τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και στη σύγχρονη εποχή. Επιχείρησα, μέσω μιας κυριολεκτικής περιγραφής, να φωτίσω τη σύγχρονη εμπειρία επίσκεψης στον ιερό τόπο, η οποία θα μπορούσε να παραλληλιστεί –κατά μία έννοια– με τις πομπές και τα τελετουργικά που φιλοξενούνταν στον ναό κατά την αρχαιότητα. Πρότεινα μια διαφορετική πρόσληψη της πραγματικότητας, όπου εικόνες από το παρελθόν παρεισέφρεαν στο σήμερα». Τονίζει πως δεν έχει αγαπημένη του εικόνα από αυτή την ενότητα, γιατί, όπως λέει, έκανε μια προσεκτική επιλογή ώστε το βιβλίο να δημιουργεί μια εμπειρία ανάγνωσης μέσω της αλληλουχίας μεμονωμένων εικόνων. Ομολογεί, ωστόσο, πως το κριτήριό του για μια καλή φωτογραφία ικανοποιείται μόνο όταν «η φόρμα και το περιεχόμενο συνυπάρχουν αρμονικά, χωρίς το ένα να “σκοτώνει” το άλλο». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ