ΒΙΒΛΙΟ

Προδημοσίευση: «Ενας ποπ σταρ της εποχής και σκανδαλοποιός πρώτης»

Το «Κολοκοτρωνέικο», από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων, συνθέτει λήμμα το λήμμα ένα ιστορικό παζλ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μετά το «Μπαχαρικό λεξικό» και το «Ουαλικό λεξικό του σεξ», μεταξύ άλλων, ο γνωστός συγγραφέας και ιστοριοδίφης Νίκος Δ. Πλατής επιστρέφει με ένα λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο για το 1821. Και σε αυτή τη δουλειά η συνταγή είναι ίδια, με βασικά συστατικά την πρωτότυπη θεματογραφία, την ενδελεχή έρευνα και το απρόβλεπτο χιούμορ. Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα του βιβλίου, το οποίο πολύ σύντομα θα βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

«Μπάιρον (πινακ.): O λόρδος Τζορτζ Γκόρντον Νόελ, Μπάιρον (Βyron), ο (για μας) λόρδος Βύρων (1892-1824). Αγγλος, πρωτοκλασάτος ρομαντικός ποιητής και “φιλέλληνας”. Ενας ποπ σταρ της εποχής και σκανδαλοποιός πρώτης, το όνομά του ήταν συνώνυμο του σκανδάλου στην Αγγλία: “Από την εφηβεία τον συνοδεύουν άγριος ρομαντισμός, σκάνδαλα και περιφρόνηση προς κάθε ταμπού: αμφιφυλοφιλία και αιμομιξία, σπάταλη ζωή και πιεστικά οικονομικά προβλήματα, παρορμητικές απόπειρες πολιτικού λόγου, ένας αποτυχημένος γάμος, προκλητικές σχέσεις, στα είκοσι τέσσερα ευπώλητος συγγραφέας εν μια νυκτί με το κοσμοπολίτικο έμμετρο έπος Childe Harold’s Pilgrimage (Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ)”. (Schaper) Ενας “Αδωνις με μπούκλες και σαρκώδη χείλη”, αν θεωρήσουμε ως ακριβείς τις διάφορες προσωπογραφίες (πορτρέτα) του, αλλά με ευδιάκριτη αχίλλειο πτέρνα, είναι χωλός, κουτσαίνει. Κατά τα άλλα, ένας χαρισματικός και εκκεντρικός άνθρωπος: “Είναι δεινός ιππέας, δεν έχει λάβει στρατιωτική εκπαίδευση, αλλά χειρίζεται καλά τα πιστόλια και αντέχει στο παγωμένο νερό με σχεδόν αυτοκτονική στωικότητα. Στο πρώτο μεγάλο του ταξίδι, από το 1809 μέχρι το 1811, διασχίζει κολυμπώντας τα Δαρδανέλια”.

Αρρηκτα ταυτισμένος με το Μισολόγγι, όπου άλλωστε άφησε και την τελευταία του πνοή: “Αρχίζει να παραληρεί. Στις 19 Απριλίου ανοίγει τα μάτια για τελευταία φορά – φυσικά, οι απόψεις για τις στερνές του ώρες διίστανται. Ολοι θέλουν να έχουν βρεθεί δίπλα στο νεκροκρέβατο του ποιητή. Κατά την αυτοψία, τα εσωτερικά του όργανα αφαιρούνται. Η καρδιά του Βύρωνα αναπαύεται σε μια εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Μεσολόγγι, οι πολίτες επιθυμούν το λείψανο. Το πτώμα μπαίνει σε κάσα επενδυμένη με καλάι και φορτώνεται σε ένα βαρέλι γεμάτο οινόπνευμα, προκειμένου να μεταφερθεί στην Αγγλία. Τρεις μήνες αργότερα, φίλοι παραλαμβάνουν τη σορό”.

Ο θάνατός του θα εξαφανίσει ως διά μαγείας αυτό το οκτάχρονο πέπλο σιωπής και απέχθειας που κάλυπτε το έργο και τη φήμη του στο Λονδίνο, το όνομά του θα ξαναλάμψει με τον ηρωικό χαμό του· ακόμη κι αυτό το ζουμί του απέκτησε αξία αγιοτικού λειψάνου, αν πιστέψουμε τα όσα διατείνεται ένας από τους βιογράφους του Μπάιρον: “[...] το πλήθος διαγκωνιζόταν για να πάρει λίγο οινόπνευμα από το βαρέλι όπου είχε τοποθετηθεί η κάσα με το ταριχευμένο πτώμα. Και τόση ήταν η ζήτηση αυτού του περίεργου ενθυμίου, που πολλοί το εξασφάλισαν στη μαύρη αγορά. Μια λίρα για λίγο υγρό”.

Παρά τις όποιες καλές προθέσεις του, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο Byron βοήθησε (όσο τουλάχιστον διατυμπανίζεται εν γένει) την Επανάσταση, δεν είναι λίγοι αυτοί που τεκμηριωμένα αμφισβητούν την ωφελιμότητά του, ανάμεσα σε αυτούς και ο Γάλλος εθελοντής συνταγματάρχης Olivier Voutier: “Ο εντιμότατος Λόρδος έφερε γύρω στα 200.000 φράγκα, αλλά επειδή είχε κακούς συμβούλους, τα διασπάθισε χωρίς ορισμένο και σταθερό σκοπό. Πέρασε σαν αστραπή και δεν άφησε πίσω του τίποτα, αν εξαιρέσουμε την αναταραχή που προκαλούν χίλιοι άνθρωποι. Είναι οι άνθρωποι που υποστηρίχθηκαν από τον Byron και τώρα οργίζονται βλέποντας πως η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίσει την καταβολή των μισθών τους”.

Στην πραγματικότητα, τα 200.000 αυτά “τάλαρα” που “πρόσφερε” ο Μπάιρον στον Αγώνα δεν ήταν παρά ένα δάνειο με τόκους και πανωτόκια, που κάποια στιγμή εξοφλήθηκε μέχρι σεντς, αποδεικνύοντας έτσι πως όχι μόνο ως ποιητής, αλλά και ως τραπεζίτης - τοκογλύφος ήταν εξίσου σπουδαίος: “Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Byron, χορηγώντας το δάνειο, φρόντισε να εξασφαλίσει όλες τις εγγυήσεις και τα οφέλη όπως ένας συνετός κεφαλαιούχος της εποχής. Οι 4.000 λίρες έπρεπε να εξοφληθούν από το αγγλικό δάνειο μέσα σε έξι μήνες. Αν σε αυτή την τακτή προθεσμία δεν ξανάπαιρνε το χρήμα του, οι Ελληνες έπρεπε να πληρώσουν τόκο από τη σύναψη του δανείου ώς την εξόφλησή του. [...] Και είναι γεγονός ότι οι τόκοι πληρώθηκαν ώς την τελευταία πέννα, ύστερα από τον θάνατο του Byron, στους κληρονόμους του”». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ