ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ*

Εκκλησιαστική περιουσία: (και πάλι) επί θύραις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα χρόνο μετά την ατυχή προσπάθεια της προηγούμενης διακυβέρνησης να διευθετηθεί η χρονίζουσα εκκρεμότητα της εκκλησιαστικής περιουσίας, ο σχετικός φάκελος ανοίγει εκ νέου. Ετσι, εντός του Δεκεμβρίου, έχουν προγραμματιστεί οι πρώτες συνεδριάσεις της νέας επιτροπής διαλόγου μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, η οποία θα επιχειρήσει μία επανεκκίνηση, από μηδενική βάση, της συζήτησης για το πολυδαίδαλο αυτό ζήτημα. Ωστόσο, μια σοβαρή συζήτηση για το ζέον αυτό θέμα οφείλει να εκκινεί από την υπεύθυνη αξιολόγηση του διαδραμόντος ιστορικού χρόνου, ώστε να μην επαναληφθούν οι ίδιες αστοχίες και επαληθευτεί η γνωστή ρήση «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς»…

Στα θετικά της πρωτοβουλίας πρέπει να πιστωθεί ότι αυτή αναλαμβάνεται όχι επ’ αφορμή, αλλά σε πολιτικά ανυποψίαστο χρόνο, χωρίς, μάλιστα, να αποσκοπεί, ως συνήθως, στην εκτόνωση κάποιας από τις πολλές εντάσεις που δοκιμάζουν ενίοτε τις αντοχές των δύο θεσμών. Αλλωστε, η επίλυση του ανοικτού αυτού ζητήματος δεν επιτυγχάνεται ούτε με βερμπαλιστικές κοινοτοπίες ούτε με αδιέξοδα τελεσίγραφα. Αντιθέτως, απαιτεί ειλικρινή διάλογο, συναινετικές διαδικασίες και αμετάθετη αποφασιστικότητα. Εντούτοις, οι αυτονόητες αυτές παραδοχές δεν τηρήθηκαν, αναγκαίως, σε όλες τις απόπειρες διευθέτησης του ζητήματος που προηγήθηκαν, γεγονός το οποίο καθιστά ευεξήγητη τη μη επίλυσή του…

Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να αγνοείται ότι η διένεξη Κράτους και Εκκλησίας για την εκκλησιαστική περιουσία, μεγάλο μέρος της οποίας ανήκει στις Μονές, χρονολογείται ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830. Μία από τις πρώτες αποφάσεις της βαυαρικής αντιβασιλείας υπήρξε η έκδοση, τον Σεπτέμβριο 1833, Διατάγματος, με το οποίο διαλύθηκαν 434 μονές, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 74,2%. Η πρώτη πράξη δήμευσης της εκκλησιαστικής περιουσίας, που σταδιακώς μετέτρεψε την Εκκλησία «από τροφό του Γένους σε τρόφιμο του Κράτους», ήταν πλέον γεγονός...

Ακολούθησε ευρείας έκτασης απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας από το Κράτος, για την οποία έως και το 1939 το αντάλλαγμα που είχε καταβληθεί υπολειπόταν της αξίας της. Το αδιέξοδο δεν ήρθη, αλλά επιτάθηκε με τη Σύμβαση μεταξύ Εκκλησίας και Ελληνικού Δημοσίου που υπογράφηκε το 1952 σχετικώς με την παραχώρηση των 4/5 της μοναστηριακής περιουσίας για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Η σύμβαση αυτή δεν υλοποιήθηκε με συνευθύνη των εμπλεκομένων, με αποτέλεσμα η κατάσταση να παραμείνει έκτοτε ανεκκαθάριστη.

Το τοπίο έγινε ακόμα πιο θολό με τη νομοθετική πρωτοβουλία που ανέλαβε το έτος 1987 η κυβέρνηση Α. Παπανδρέου, η οποία υλοποιήθηκε με τον γνωστό «νόμο Τρίτση». Ο νόμος αυτός (ν. 1700) «ακυρώθηκε» εν τοις πράγμασι με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στα τέλη 1994, ως αντίθετος με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία των Μονών, παραμένει, ωστόσο, αν και ανενεργός, σήμερα σε ισχύ, εκ παραλλήλου με μεταγενέστερο συναφές νομοθέτημα (ν. 1811/1988), γεγονός το οποίο δημιουργεί ένα υδαρές νομοθετικό πλαίσιο, που επιτείνει την ανασφάλεια δικαίου…
Τον Σεπτέμβριο 2013 υλοποιήθηκε αίτημα του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου για την αξιοποίηση της διαφιλονικούμενης μοναστηριακής περιουσίας, με τη σύσταση (Ν. 4182), επί πρωθυπουργίας Α. Σαμαρά, μεταξύ Αρχιεπισκοπής Αθηνών και ελληνικού κράτους εταιρείας συνεκμετάλλευσης της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία, πάντως, συνάντησε αξεπέραστα γραφειοκρατικά εμπόδια και, ως φαίνεται, δεν προχώρησε…

Αυτά τα ιστορικά δεδομένα οφείλει να μην αγνοήσει η νέα επιτροπή. Ετσι, προκειμένου η εκκλησιαστική περιουσία να αποβεί παραγωγική και λειτουργική και για την κοινωνία, πρέπει το Κράτος να αποδεσμεύσει εκείνα τα ακίνητα επί των οποίων έχει αμετακλήτως αναγνωριστεί η κυριότητα της Εκκλησίας, να καταγραφεί η διαφιλονικούμενη, ιδίως μοναστηριακή, περιουσία και να συσταθεί ένα κοινό ταμείο, στο οποίο θα ανατεθεί η διοίκηση και αξιοποίηση (χωρίς εξουσία διάθεσης) των περιουσιακών στοιχείων των οποίων η κυριότητα αμφισβητείται, από το έτος 1952 και εφεξής, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Πρέπει, επιτέλους, να αρθεί η αμφιμερής καχυποψία που διέπει τις σχέσεις των δύο «δύσπιστων» εταίρων και το Κράτος να επιδείξει την αναγκαία πολιτική βούληση για να επουλώσει μία χαίνουσα πληγή που δηλητηριάζει τη συνύπαρξή του με την Εκκλησία. Είναι καιρός να υλοποιηθεί το πέρασμα από τα λόγια στα έργα. Η συγκυρία το ευνοεί και οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Και τούτο, διότι, παραφράζοντας τον Iνδό πολιτικό και στοχαστή, Mahatma Gandhi, γεννημένο 150 χρόνια από σήμερα, «Ενα Κράτος είναι το σύνολο των πράξεών του. Τι έχει κάνει, τι μπορεί να κάνει. Τίποτε άλλο»...

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.     

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ