ΕΛΛΑΔΑ

Ολοι θέλουν τα Αγγλικά, αλλά μέσω... φροντιστηρίου

Του Απόστολου Λακασά

Καθώς ο διάλογος με αφορμή την πρόταση της Ελληνίδας επιτρόπου κ. Αννας Διαμαντοπούλου διευρύνεται, ολοένα και διαφαίνεται ευκρινέστερα, ότι η γνώση της αγγλικής γλώσσας θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ και για τους Ελληνες, αφού επί της ουσίας αποτελεί ήδη μετά τη μητρική μας, τη «δεύτερη» γλώσσα, που διευκολύνει τις επαφές διεθνώς, αποτελεί αναγκαίο εργαλείο για τη συνέχιση των σπουδών, δίδει ευκαιρίες σε εμπορικό και επιχειρηματικό ορίζοντα. Ολοι έχουν πειστεί ότι τα αγγλικά συνιστούν διαβατήριο για την αγορά εργασίας, ωστόσο το Κράτος αδυνατεί να αξιοποιήσει τα χρόνια της βασικής εκπαίδευσης για την επαρκή εκμάθηση της γλώσσας, παραπέμποντας αυτή την υποχρέωση στα... παραδοσιακά φροντιστήρια.

Ετσι, στη χώρα μας, το όλο θέμα συνοψίζεται στο «από μικρά στις... υποχρεώσεις των ξένων γλωσσών τα ελληνόπουλα». Αλλωστε, ποιος γονιός διανοείται ότι το παιδί του μπορεί να σταθεί με αξιώσεις στον επαγγελματικό στίβο εάν δεν γνωρίζει άριστα τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα; Σύμφωνα με την τάση που έχει διαμορφωθεί από τα μέσα της δεκαετίας του '90, όλο και περισσότεροι γονείς αποφασίζουν να στείλουν τα παιδιά τους από την ηλικία των 4-5 ετών για αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ιδιοκτητών Φροντιστών Ξένων Γλωσσών Palso το 14% των γονιών εκτιμά ότι η εκμάθηση ξένης γλώσσας είναι ιδανικό να αρχίζει στην ηλικία των έξι ετών.

Ομως, παρά το ενδιαφέρον, η ελληνική πολιτεία δείχνει να ολιγωρεί. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του δικτύου Εκπαιδευτικών Πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το 2001, η Ελλάδα -όπως και η Γαλλία- εντάσσουν για πρώτη φορά την εκμάθηση των ξένων γλωσσών μόλις στο τέταρτο έτος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. H πρωτιά ανήκει στο Λουξεμβούργο και την Αυστρία, όπου οι μαθητές μαθαίνουν ξένες γλώσσες από την πρώτη χρονιά του δημοτικού σχολείου. Στην πλειονότητα των κρατών μελών της E.E. -και στην Ελλάδα- η εκμάθηση ξένων γλωσσών από επίσημους εκπαιδευτικούς φορείς ολοκληρώνεται στο τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Αλλά ακόμη και όταν τα ελληνόπουλα αρχίζουν σχετικά καθυστερημένα στο σχολείο να διδάσκονται ξένες γλώσσες, οι ώρες εκμάθησης μέσα στο σχολικό πρόγραμμα είναι πολύ λιγότερες σε σχέση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή έκθεση, οι Ελληνες μαθητές ηλικίας 16 ετών «έχουν» στο σχολείο τις λιγότερες συγκριτικά με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους συνομηλίκους τους ώρες ξένων γλωσσών. Επακόλουθο είναι την τελευταία δεκαετία τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών να έχουν υπερδιπλασιασθεί και σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 11.000 φροντιστήρια στα οποία φοιτούν πάνω από ένα εκατομμύριο παιδιά.

Ειδικότερα, εννέα στους δέκα μαθητές (ποσοστό 88%) των μαθητών μαθαίνουν την αγγλική γλώσσα. Ακολουθούν τα γαλλικά (61%), τα γερμανικά (36%), τα ιταλικά (35%) και τα ισπανικά (14,3%). Τα ελληνόπουλα, άλλωστε, δείχνουν ιδιαίτερη έφεση στις ξένες γλώσσες καθώς το μέσο ποσοστό επιτυχίας στις εξετάσεις για τα διπλώματα ανά επίπεδο και γλώσσα σε όλες τις περιοχές της Ελλάδος, κυμαίνεται σε υψηλό επίπεδο, άνω του 65% ενώ ένα στα τέσσερα παιδιά γνωρίζει και δεύτερη ξένη γλώσσα.

Οι παράμετροι της γλωσσικής Βαβέλ στην Ε.Ε.

Του ανταποκριτή μας στις Βρυξέλλες Κωνσταντίνου Καλλέργη

Μια Ενωση, πολλές γλώσσες... Το πρόβλημα της γλωσσικής βαβέλ της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι παλαιό και η πρόταση που διατύπωσε από τις στήλες της «K» η επίτροπος κ. Αννα Διαμαντοπούλου περί ανακήρυξης της αγγλικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας στην εκπαίδευση, μία από πολλές προσεγγίσεις.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, το γλωσσικό ζήτημα έχει στην πράξη δύο παραμέτρους. H πρώτη είναι η τεχνική, εν πολλοίς το ζήτημα του κόστους της διατήρησης μεταφραστικής δυνατότητας για τις 11 επίσημες γλώσσες του σήμερα και τις ίσως και περισσότερες από 20 μετά τη διεύρυνση. H δεύτερη και σημαντικότερη είναι η πολιτική: η ενσάρκωση στο γλωσσικό επίπεδο, του πολύ σημαντικότερου ζητήματος της θέσης των χωρών στο εσωτερικό ισοζύγιο ισχύος της Ε.Ε.

Με τη σημερινή μορφή του, το ζήτημα ετέθη με την αποχώρηση του Ζακ Ντελόρ από την προεδρία της Επιτροπής και την ουσιαστική λήξη της πρωτοκαθεδρίας της γαλλικής γλώσσας στην Κομισιόν.

Αντεπίθεση

Η αντεπίθεση των «αγγλόφωνων» υπήρξε ακαριαία, πεισματώδης και σε μεγάλο βαθμό επιτυχής, παρά τη λυσσώδη αντίσταση των «γαλλόφωνων». Ιδίως μετά την είσοδο στην Ενωση της Σουηδίας και της Φινλανδίας που, ενταγμένοι στην πρώτη ομάδα, έφεραν μια ισορροπία μεταξύ των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών γλωσσών.

Είναι ακόμα σχετικά πρόσφατη άλλωστε, η τεράστια αναταραχή που δημιούργησε η Γερμανία προ διετίας όταν η φινλανδική προεδρία της E.E., θέλησε να καταργήσει την έκδοση επίσημων εγγράφων και στα γερμανικά. Τότε οι Γερμανοί πέτυχαν την ανατροπή της φινλανδικής απόφασης, απειλώντας ευθέως με αποχή από τις εργασίες της Ενωσης, ιδίως τα Συμβούλια εάν τελικά δεν γινόταν «σεβαστή» η γλώσσα τους.

Ακόμα νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 1994 είχε γίνει μία άλλη έκρηξη, με πιο άμεσα ελληνικό ενδιαφέρον: το Παρίσι είχε προτείνει, για λόγους «οικονομίας», τον περιορισμό της Ενωσης σε μόλις πέντε επίσημες γλώσσες, μεταξύ των οποίων δεν συγκαταλεγόταν φυσικά η Ελληνική. H υπόθεση είχε προξενήσει όπως είναι φυσικό μεγάλη αναταραχή στην Αθήνα, μέχρι και επιστολή του A. Παπανδρέου προς τον Γάλλο ομόλογό του, Εντουάρ Μπαλαντίρ. Φυσικά η ιδέα δεν είχε καμιά τύχη καθώς καμιά από τις υποψήφιες για... καρατόμηση χώρες δεν υποχώρησε.

Τρεις ομάδες

Οι χώρες ή μάλλον οι γλώσσες στην Ενωση, θα μπορούσαν να χωρισθούν σε τρεις ομάδες: τις μεγάλες, αγγλικά, γαλλικά και ώς ένα βαθμό γερμανικά? τις μεσαίες, ιταλικά και ισπανικά και, τέλος, τις «εξωτικές» όπως αποκαλούνται στις Βρυξέλλες, μεταξύ των οποίων και τα ελληνικά.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, παραδόξως δεν το έχουν οι «εξωτικοί», οι οποίοι, όπως εξηγούν στην Επιτροπή, έχουν σε μεγάλο βαθμό συμβιβασθεί με την ιδέα ότι εν τέλει οι γλώσσες τους θα βρίσκονται πάντοτε σε υποδεέστερη μοίρα στην καθημερινή λειτουργία της Ενωσης. H αναταραχή προέρχεται πρωτίστως από τους Ισπανούς, φορείς γλώσσας που έχει την ιδιομορφία να είναι μεν ευρύτατα διαδεδομένη, αλλά σε... άλλη ήπειρο, τη νότιο Αμερική.

Εντεκα γλώσσες

Σήμερα, η Ενωση λειτουργεί θαυμάσια με 11 επίσημες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και η ελληνική, καθώς και δύο «γλώσσες εργασίας», την αγγλική και τη γαλλική για τις διαπραγματεύσεις σε τεχνικό επίπεδο. Ομως η είσοδος μέχρι και 13 «αλλοφώνων» στα προσεχή χρόνια, θα δημιουργήσει νέα δεδομένα και ενδεχομένως νέες πιέσεις για περιορισμό των επίσημων γλωσσών, στις οποίες υποχρεωτικά μεταφράζονται (σχεδόν) τα πάντα. Και οι πιέσεις αυτές θα πρέπει φυσικά να αναχαιτισθούν, χωρίς να παραγνωρίζεται κάτι άλλο: η καλή γνώση της αγγλικής, γλώσσας του «παγκόσμιου χωριού», της επιστήμης και του ίντερνετ, αποτελούν σήμερα μάλλον στοιχειώδες εφόδιο.

Δεν βρίσκεις εργασία χωρίς άπταιστα Αγγλικά

Ορατός είναι ο κίνδυνος να δημιουργηθούν στην Ελλάδα εργαζόμενοι πολλών ταχυτήτων, εάν η ελληνική κοινωνία δεν αντιληφθεί έγκαιρα τις πολυσύνθετες απαιτήσεις που κυριαρχούν σήμερα στην αγορά εργασίας. Τα αγγλικά θεωρούνται πλέον εκ των... ων ουκ άνευ για έναν νέο που επιθυμεί να σταδιαδρομήσει με (στοιχειώδεις) αξιώσεις στον στίβο της αγοράς.

Ταυτόχρονα, απαραίτητη πλέον θεωρείται τόσο η γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών και η κατοχή πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. «Μόνο σε χαμηλές θέσεις δεν χρειάζονται πλέον τα αγγλικά. Για ορισμένες, μάλιστα, θέσεις ακόμη και στο ξεκίνημα της καριέρας απαραίτητη είναι η απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου», τόνισε στην «K» ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Διαχείρισης Ανθρωπίνων πόρων της ICAP κ. Θεόδωρος Γεωργελές.

Ισχυρό υπόβαθρο

Πόσο μάλλον που ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νέου τρόπου οργάνωσης της αγοράς εργασίας είναι η κινητικότητα, η οποία προϋποθέτει από τους εργαζόμενους να έχουν ισχυρό υπόβαθρο γνώσεων. H ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων που επιδιώκουν συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας αλλά και οι ραγδαίες εξελίξεις στον χώρο της τεχνολογίας προκαλούν την ανάγκη συνεχών αναδιαρθρώσεων στις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα όσοι εργαζόμενοι δεν καταφέρουν να εναρμονισθούν στο νέο μοντέλο, να κινδυνεύουν να μείνουν εκτός της αγοράς. Τα αγγλικά κρίνονται απαραίτητα για την εμπέδωση της επιστημονικής γνώσης, κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών. Παράμετρος ιδιαίτερα σημαντική για τη βελτίωση του επιπέδου των γνώσεων του επιστήμονα και την αύξηση της απασχολησιμότητος των νέων αποφοίτων. Είναι ενδεικτικό ότι στα ελληνικά AEI σημαντικά κεφάλαια των σπουδών παραπέμπουν σε αγγλική βιβλιογραφία. Εξάλλου, για τη συμμετοχή σε μεταπτυχιακά προγράμματα ζητείται υποχρεωτικά η γνώση δύο ξένων γλωσσών. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών το οποίο στις προκηρύξεις μεταπτυχιακών σπουδών εσωτερικού ζητεί υποχρεωτικά τη γνώση μιας ξένης γλώσσας, στην οποία οι υποψήφιοι και εξετάζονται.

Επιβεβλημένη

Η γνώση των αγγλικών είναι επιβεβλημένη και λόγω του διεθνοποιημένου περιβάλλοντος της οικονομίας και της αγοράς εργασίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Σε σχέση με την αγορά εργασίας η επαρκής γνώση των αγγλικών κρίνεται απαραίτητη για ένα φάσμα επαγγελμάτων λόγω της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών, προσώπων και υπηρεσιών στο έδαφος της E. E. αλλά και σε τρίτα κράτη», ανέφερε στην «K» η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Ηρώ Στεφάνου - Νικολακοπούλου. «Τα αγγλικά είναι χρήσιμα για τη διευκόλυνση της κινητικότητος των Ελλήνων εργαζομένων μέσα στην E. E. αλλά και στα υπόλοιπα κράτη, ώστε οι Ελληνες να μπορούν να καλύπτουν κενές θέσεις εργασίας», πρόσθεσε η κ. Στεφάνου - Νικολακοπούλου.

Απ. Λ.

Η πρόταση δίχασε ευρωβουλευτές ΠΑΣΟΚ

Η πρόταση της Ελληνίδας Επιτρόπου κ. Αννας Διαμαντοπούλου να καθιερωθούν τα αγγλικά ως δεύτερη επίσημη γλώσσα στη χώρα μας δίχασε και τους ευρωβουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. Ετσι και ενώ προχθές ο κ. Γ. Κατηφόρης είχε σπεύσει όχι μόνο να συμφωνήσει αλλά και να υπερθεματίσει στις απόψεις που διετύπωσε η Ελληνίδα κομισάριος, η συνάδελφός του Μυρσίνη Ζορμπά με ανακοίνωση που εξέδωσε χθες φαίνεται να διαφωνεί πλήρως με την πρόταση της κ. Διαμαντοπούλου.

«Αυτό που χρειάζεται», υποστηρίζει η ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, «είναι να αναγνωρισθεί στη συνείδηση των γονιών και των παιδιών η αναγκαιότητα βαθιάς γνώσης μιας ή και δύο βασικών γλωσσών που ομιλούνται στην Ευρωπαϊκή Ενωση». «Και στο πλαίσιο αυτό», προσθέτει, «υπάρχει και σχετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αναφέρεται στη διδασκαλία από την τρυφερή ακόμη ηλικία των παιδιών, δύο τουλάχιστον γλωσσών, εκτός από τη μητρική».

Γεγονός είναι πάντως ότι οι περισσότερες από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η συνέντευξη της κ. Διαμαντοπούλου στην «K», -συμπεριλαμβανομένης και της κ. Ζορμπά- δεν διαφωνούν επί της ουσίας της πρότασης, αλλά στο αν η εκμάθηση των αγγλικών στην Ελλάδα θα πρέπει να προσλάβει το χαρακτήρα που η επίτροπος πρότεινε, αναβαθμιζόμενη δηλαδή, επισήμως, σε δεύτερη γλώσσα μετά τα ελληνικά. Οπως σχολίαζαν χθες αρκετοί ευρωβουλευτές, θα ήταν παράλογο κάποιος να αντιδράσει στην αναγκαιότητα καλύτερης και εντατικότερης διδασκαλίας των αγγλικών ή και των γαλλικών στα ελληνικά σχολεία. Και με το δεδομένο αυτό, το ερώτημα που έθεταν οι εκ των «διαφωνούντων» με την κ. Διαμαντοπούλου, είναι μήπως τελικώς ο «επίσημος» χαρακτήρας που προσέδωσε στην πρότασή της, έγινε με στόχο να «προκαλέσει» το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για ένα θέμα που επί της ουσίας είναι αυτονόητο...

Κων. Ζούλας

Ολες τις εποχές απαραίτητη και μια διεθνής γλώσσα

Του Αναστάσιου Χρηστίδη*

«Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η αγγλική είναι η διεθνής γλώσσα επικοινωνίας της εποχής. Αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και δεν είναι αρνητικό -το αντίθετο. Κάθε εποχή χρειάζεται ένα τέτοιο εργαλείο. Στην αρχαιότητα, το ρόλο αυτό έπαιξε η ελληνική και η αραμαϊκή. Στον Μεσαίωνα η λατινική, ως όχημα, κυρίως, επιστημονικού, φιλοσοφικού, θεολογικού λόγου. Στα νεότερα χρόνια, η γαλλική είχε ανάλογη λειτουργία. Το φάσμα δεν εξαντλείται βέβαια σ' αυτές τις γλώσσες. Υπήρχαν και υπάρχουν, κατά περιοχές, τοπικές γλώσσες που αναλαμβάνουν το ρόλο της lingua franca σε πολυγλωσσικά περιβάλλοντα (Ινδία λ.χ. ή Αφρική).

Η άποψη, ωστόσο, για την καθιέρωση της αγγλικής, ως επίσημης δεύτερης γλώσσας στην Ελλάδα -ή και αλλού- δεν συνυπολογίζει τις συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης. Και οι συνέπειες αυτές είναι η απώλεια πεδίων χρήσης της εθνικής γλώσσας. H επισημοποίηση της αγγλικής ως δεύτερης γλώσσας θα ενισχύσει την υπαρκτή, ισχυρή τάση υποχώρησης της εθνικής γλώσσας σε «υψηλές», κυρίως, χρήσεις της (επιστημονικός λόγος λ.χ. κυρίως στις θετικές επιστήμες). Αυτό έχει ήδη γίνει στις σκανδιναβικές χώρες και είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τους Σκανδιναβούς -γλωσσολόγους και μη. Αν η ενίσχυση της πολυγλωσσίας -με ασφαλώς πρωτεύοντα το ρόλο της αγγλικής- είναι ένας στόχος που θα πρέπει να προωθηθεί, η ενίσχυση αυτή δεν πρέπει να γίνει με όρους παραχώρησης πεδίων χρήσης -και ιδιαίτερα πεδίων «υψηλής» χρήσης- της εθνικής γλώσσας».

«Κάθε λέξη και ένα χελιδόνι», λέει ο ποιητής

Του Χρίστου Λ. Τσολάκη*

Ο θόρυβος που ξέσπασε αυτές τις ημέρες εξαιτίας των δηλώσεων της κ. Διαμαντοπούλου δηλώνει ότι η γλώσσα δεν απειλείται τόσο από την Ευρώπη και από τη στρατηγική της αρμόδιας πολιτικής της ηγεσίας, όσο από έλλειψη παιδείας κάποιων από εκείνους που χειρίζονται τα κοινά πνευματικά πολιτικά μας πράγματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι η απειλή είναι σοβαρότερη και σχετίζεται με κοσμογονικές δυναμικές, οι οποίες υπαγορεύουν άγνωστες έως τώρα κοινωνικές και επικοινωνιακές συμπεριφορές και σχεδιάζουν και πραγματώνουν, με απίστευτη γοργότητα, νέους κόσμους. Ατενίζουμε αυτούς τους κόσμους ως λυτρωτικούς/ευεργετικούς/σωτήριους. Κι εδώ βρίσκεται η πλάνη και η ευθύνη της πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας της χώρας, οι οποίες δεν εμπνέουν στον Ελληνα πίστη στις αξίες του πολιτισμού του, αλλά επίμονα του καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι η Ευρώπη με την τεχνολογία και την οικονομία θα τον «σώσει». Του καλλιεργούν τον μεσσιανισμό. Μόνο που τώρα στη θέση του Μεσσία προβάλλεται η Ευρώπη. Τον αποσπούν έτσι από το βράχο του πολιτισμού του, τον οποίο έχουν υπονομεύσει μέσα του ως κατώτερο και ανεπαρκή. Φοβάμαι πως ήδη ο Ελληνας αισθάνεται έτσι. Αισθάνεται κατώτερη τη γλώσσα και τον πολιτισμό του, ενώ αισθάνεται Ευρωπαίος, άρα ανώτερος και σπουδαίος, όταν π.χ. μιλάει αγγλικά. Για να αποφύγουμε τη γλωσσική μας παραμόρφωση, είναι ανάγκη να αποφύγουμε την πολιτιστική μας παραμόρφωση. Αν επιθυμούμε να έχουμε δική μας γλώσσα, είναι ανάγκη να έχουμε δικό μας πολιτισμό, ικανό να ενσωματώνει και να αφομοιώνει τα ξένα πολιτιστικά και επομένως, και τα ξένα γλωσσικά στοιχεία. Γλώσσες και πολιτισμοί ανθούν μαζί. Οταν σβήνουν οι γλώσσες, σβήνουν και οι πολιτισμοί.

Να ενωθούν, οραματιζόμαστε, οι λαοί της Ευρώπης σε μια πελώρια πολιτεία ισχυρή, πολυγλωσσική, πολυπολιτισμική, δημοκρατική, πολυεθνική, με ποικιλία θρησκευμάτων, πολιτικών ιδεολογιών? σε μια πελώρια πολιτεία ελεύθερων ανθρώπων, όπου κανένας δεν θα εκμεταλλεύεται και δεν θα τρομοκρατεί κανέναν, όπου όλες οι γλώσσες θα είναι παρούσες και όλοι οι λαοί και όλοι οι πολιτισμοί.

Προπάντων αυτές, οι γλώσσες, είναι ανάγκη να σωθούν και μάλιστα αυτές που συγκριτικά με τις άλλες έχουν τους λιγότερους χρήστες. «Κάθε λέξη κι ένα χελιδόνι», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης. Τι να την κάνουμε την Ενωμένη Ευρώπη, όταν ισοπεδώσουμε τις γλώσσες και αφανίσουμε την πολυπολιτισμικότητά της; O επ' αληθείας πολιτισμός αναδύεται από την ετερότητα.

Δεν ξέρει η κ. Επίτροπος ότι με τα «βρόχια και τα ξόβεργα πιάνουμε τα πουλιά, αλλά δεν πιάνουμε το κελαηδητό τους»; Το γράφει ο Ελύτης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ