Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Ελπίδα μας η κριτική εγρήγορση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: EΠIΦYΛΛIΔA

Παραμονές Πρωτοχρονιάς παροξύνεται η απορία: Πώς βιώνουν τη ροή του χρόνου, την πιστοποίηση ότι η ύπαρξη είναι περατή, έχει όρια χρονικά, πώς το αντιλαμβάνονται οι διαχειριστές της χρονικότητας του βίου όλων μας, οι εξουσιαστές του τρόπου της ύπαρξής μας στη συλλογικότητα;

Πρωθυπουργοί, κομματάρχες, υπουργοί, βουλευτές, παρατρεχάμενοι της εξουσιαστικής έπαρσης ή απλώς λακέδες «δημοσιογράφοι», ραδιοτηλεοπτικοί «εκπομπάρχες» διαμορφωτές κοινής γνώμης, μεγαλοπλούσιοι εξαγοραστές και ιδιοκτήτες του φυσικού πλούτου και του κοινωνικού προϊόντος – πώς βιώνουν, όλοι αυτοί, την προφανέστερη από τις εμπειρικές βεβαιότητες: ότι «όλα γερνάνε με τον χρόνο», όπως θύμιζε ο Αριστοτέλης, «τίποτα δεν ξανάνιωσε ποτέ χάρη στον χρόνο, μόνο φθοράς αίτιος είναι ο χρόνος».

Οσοι στην Ελλάδα σήμερα διαχειρίζονται εξουσία (την οικονομία, τους θεσμούς, τις διεθνείς σχέσεις της χώρας – ή το ΠΡΟ-ΠΟ, το ΛΟΤΤΟ, τα διόδια) εμφανίζονται παγερά αδιάφοροι ή με εξόφθαλμη άγνοια για κάποιες διακρίσεις, αυτονόητες μέχρι χθες και με καταγωγή που χάνεται στα βάθη της Προϊστορίας: Τη διάκριση της αλήθειας από το ψέμα, της εντιμότητας από την ατιμία, της ευθύτητας από τη δολιότητα, της φιλαλληλίας από την εγωλαγνεία, της ελευθερίας από την καταδυνάστευση. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, μοιάζει να έχει συντελεστεί ένας παλιμβαρβαρισμός, δίχως προσχήματα ή εξωραϊσμούς: παλινδρόμηση στην αλογία του ενστίκτου, στη βουλιμία της αρπαγής.

Ισως να αποδείχνεται πιο καταστροφικός από όσο μπορούσαμε να διανοηθούμε ο μηδενιστικός αμοραλισμός «δογμάτων» όπως: «Εναν πρωθυπουργό δεν τον παραπέμπεις να δικαστεί, απλώς δεν τον επανεκλέγεις». Μια τέτοια διαστροφική λογική, που αμνηστεύει οποιοδήποτε πολιτικό - κοινωνικό έγκλημα προκειμένου να μην προκληθεί «εθνικός διχασμός», παγίωσε και θεσμοποίησε κάτι πολύ χειρότερο από έναν εμφύλιο πόλεμο: Την ασυδοσία, που γεννιέται νομοτελειακά από την ατιμωρησία.

Ποια πολιτικά - κοινωνικά εγκλήματα ήταν ολοφάνερο ότι απαιτούσαν δικαστική κρίση και επιβολή ποινικών συνεπειών (μεταχείριση των «πρωταιτίων» ευθέως ανάλογη με αυτήν που απαίτησε, και πέτυχε θριαμβικά, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος για τους πραξικοπηματίες της επταετίας 1967-1974); Με τη λογική και τη γλώσσα της επιφυλλίδας (δηλαδή του κοινού νου, όχι των νομικών κειμένων) η κατονομασία των εγκλημάτων θα ξεκινούσε με τις «πελατειακές σχέσεις» κομμάτων - πολιτών:

Ενα κόμμα που εξαγοράζει την ψήφο του πολίτη αντιπροσφέροντάς του μόνιμο διορισμό στο Δημόσιο, χωρίς κρίση - αξιολόγηση, η κοινωνική λογική θα απαιτούσε: να χάνει την άδεια λειτουργίας του το κόμμα και οι φυσικοί αυτουργοί της συναλλαγής να τιμωρούνται με απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων. Το ρουσφέτι είναι ειδεχθές κοινωνικό έγκλημα, καθήλωση στην υπανάπτυξη.

Πρωθυπουργοί και υπουργοί Οικονομικών που συνομολογούν και υπογράφουν δανεισμό της χώρας καταφανώς υπέρτερο των δυνατοτήτων της να αποπληρώσει με συνέπεια το χρέος, τιμωρούνται με ποινές εγκλήματος έσχατης προδοσίας. Η «έσχατη προδοσία» δεν είναι έννοια φορτισμένη με πατριωτικούς συναισθηματισμούς Μεγάλης Ιδέας, είναι η ρεαλιστική ευθύνη για την αγωνία επιβίωσης, για το μαρτύριο της ανεργίας, τον εξευτελισμό της ανέχειας, κάποιων εκατομμυρίων συνανθρώπων.

Εγκλημα κατάφωρης απανθρωπίας είναι και η εκχώρηση ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων (πολύτιμης κοινωνικής περιουσίας) στην αθλιότητα και στον πρωτογονισμό ενός μικρεμπορίου που, σε εικοσιτετράωρη βάση, ασελγεί αδιάντροπα στην αισθητική του πολίτη, στη νοημοσύνη του και στη γλώσσα του. Είναι έγκλημα απανθρωπίας, γιατί μετασχηματίζει την πληροφόρηση - ενημέρωση - καλλιέργεια του πολίτη σε βιασμό του από τη μικρονοϊκή εμπορολαγνεία. Φτάσαμε σε σημείο, αυτή η εμπορία της ντροπής να γίνεται το εφαλτήριο για την ανάδυση «κορυφαίων» στην πολιτική ηγεσία του τόπου.

Ο μηδενιστικός αμοραλισμός που σαρώνει, από άκρη σε άκρη, σαράντα χρόνια τώρα, την κάποτε Ελλάδα, δεν μπορεί να αναχαιτιστεί με νομοθετήματα, καινούργια διοικητικά σχήματα, εμπνεύσεις εκσυγχρονιστών. Η ελλαδική κοινωνία έχει ανάγκη από πολιτικούς με νοοτροπία και τόλμη κοινωνικού μεταρρυθμιστή. Ποια η διαφορά; Ο πολιτικός σχεδιάζει με τη λογική της αποτελεσματικότητας: «Θα μειώσω το παρασιτικό κράτος, για να επιδιώξω ορατή βελτίωση του Συστήματος Υγείας». Ο κοινωνικός μεταρρυθμιστής σχεδιάζει με τη λογική της έμβιας λειτουργικότητας, της σποράς - καρποφορίας: «Θα διδάξω Αρχαία Ελληνικά στα σχολειά, για να έχω αύξηση της παραγωγικότητας στα υπουργεία». «Θα ξαναγυρίσω με εντιμότητα στην τοπική αυτοδιοίκηση (στην Αυτοδιαχειριζόμενη Κοινότητα), για να εξυγιάνω τη λειτουργία των Τραπεζών»!

Φυσικά, μια τέτοια λογική, για το σημερινό κομματικό κατεστημένο της «προοδευτικής» ολιγόνοιας και του αποτελματωμένου «εκσυγχρονισμού», ηχεί «ωσεί λήρος» – επαγγελματίες εξουσιαστές είναι οι άνθρωποι, δεν μπορούν πια να δουν τίποτα πέρα από τη μύτη τους.

Αντιλαμβάνονται τη δυναμική που έχει ο Αρμαγεδώνας της σκόπιμης «μετανάστευσης» ή την εφιαλτική κλεψύδρα του «δημογραφικού» που μετράει τα χρόνια ως την οριστική μας εξαφάνιση, βιώνουν την κλιματική αλλαγή που σφίγγει σαν μέγγενη τον πλανήτη. Ομως τίποτα δεν μπορεί να τους μετακινήσει από το ρίζωμα και την προσκόλλησή τους στη μονομανία της εξουσιαστικής ηδονής.

Γι’ αυτό και αυτονόητη η εμμονή ολόκληρου του «πολιτικού φάσματος» στην αμνήστευση κάθε κοινωνικού εγκλήματος των εκάστοτε εξουσιαστών μας: Των αυτουργών του τερατώδους υπερδανεισμού της χώρας (όλοι αδίκαστοι και μας κουνάνε το δάχτυλο). Των κορυφαίων του οργίου προσλήψεων στο Δημόσιο. Αμνήστευση όσων αθέτησαν μια λαϊκή ετυμηγορία (2015). Αμνήστευση της αδιάντροπης ψευδολογίας. Αμνήστευση κατάφωρης προδοσίας του μακεδονικού ονόματος των Ελλήνων.

Η Πρωτοχρονιά είναι για να μας θυμίζει τη διαφορά της αχρονίας του αληθινού από το εφήμερο της ευτέλειας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ