ΒΙΒΛΙΟ

Συλλογή εκλεκτών θραυσμάτων

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ποιος τραγουδάει και ποιος όχι
εκδ. Πόλις, σελ. 182


Να φανταστούν τη ζωή τους σε ένα διαφορετικό τοπίο. Γι’ αυτό παλεύουν οι ήρωες της Αθανασίας Δρακοπούλου. Θέλουν να διαρρήξουν τις συντεταγμένες της ύπαρξής τους και να διαφύγουν κάπου αλλού, όπου θα ξαναγίνουν άλλοι. «Προβληματικά» παιδιά βιώνουν μια προσομοίωση κοινωνικής πρόνοιας, σε ένα εντευκτήριο που τους γλιτώνει παροδικά από την ανεστιότητα. Eνα κορίτσι φεύγει από το σπίτι του, αλλά εκεί έξω ανακαλύπτει έναν τρομακτικό κόσμο, πιο καταστροφικό από την οικογένεια. Eνας μοναχικός άντρας, ύστερα από βραχύβια μεταμέλεια για την ανυπότακτη, «αυτάρκη μοναξιά του», συνειδητοποιεί πως δεν αντέχει να βρεθεί πουθενά αλλού πέρα από τα δύο δωμάτια, όπου κοίμιζε τον εαυτό του. Μια γυναίκα περιπλανώμενη στο Παρίσι, δραπετεύει από την ηλιόλουστη μέρα και μετοικεί σε έναν φαντασιακό πολιτισμό, αλώβητο από τις βολές του χρόνου. Eνας άντρας που περιμένει στην ουρά ενός σούπερ μάρκετ, αναρωτιέται μήπως είναι δέσμιος της ταξικής του υπεροψίας.

Τα διηγήματα της Δρακοπούλου είναι αθόρυβα. Οι λέξεις της αχνές, σβήνουν σε απόηχους. Η υπόκωφη γραφή αφήνει να διαφανεί μόλις ένα ελάχιστο ίχνος συγκίνησης, ένα ρίγος αναστάτωσης. Ωστόσο, μια υπόγεια απειλή διατρέχει τις φράσεις. Μισόλογα βάζουν «τον θάνατο από την πίσω πόρτα». Το κορίτσι που υποφέρει στο σπίτι του, κατανοεί τον κόσμο στρεβλά, μέσα από σκόρπιες λέξεις. Οι μισές κουβέντες των γονιών και τα τρομερά λόγια των εφημερίδων τη φέρνουν στο χείλος της καταστροφής.

Την κύκλωναν συμφορές, ικανές «να πνίξουν την αναπνοή του κόσμου». «Aραγε, τι ξέρουμε χωρίς τις λέξεις;» Η «κατάσταση» ήταν λέξη τεράστια, που περιείχε όλο τον ζόφο του μυαλού της, τον αφανισμό που την απειλούσε. Στο έξοχο διήγημα «Εκείνος, ο άλλος», ο πρωταγωνιστής δεν βρίσκει λέξεις για να αντικριστεί με την αρραβωνιαστικιά του. Οι λογοδοσμένοι αντάλλασσαν λόγια «ημιτελή και ακατάληπτα». «Το δωμάτιο πλημμύριζε συστολή και φτηνές δανεικές φράσεις στον ίδιο τόνο, σαν κάτι να προσπαθούσε ν’ απελευθερωθεί σπαρταρώντας, κάτι που είχε για χρόνια κρυφτεί, λόγια και χειρονομίες που είχαν κοιμηθεί πολλούς χειμέριους ύπνους».

Oταν ο άντρας επέστρεψε στα δυο του δωμάτια, «από εκείνο το πρωινό της σπαρακτικής μεταμέλειας δεν απόμεινε τίποτα».

Η Δρακοπούλου επιδεικνύει εξαιρετική γλωσσική ευαισθησία στην αποτύπωση φευγαλέων στιγμιοτύπων, κάτι που μαρτυρεί την ποιητική στόφα της γραφής της. Συγκλονίζει, λόγου χάριν, η τελευταία φράση στο παρισινό διήγημα, όπου η ηρωίδα παρατηρεί τη μέρα να «γέρνει στο τέλος της» και να σκοτεινιάζει, σαν να έκλεινε μια πόρτα, κρύβοντας «απ’ τα μάτια μας το εσωτερικό του χρόνου». Αντιθέτως, η γραφή χάνει κάπως τη λεπτότητά της όταν γίνεται πολιτική. Στο εναρκτήριο διήγημα, που παρουσιάζει τα αδιέξοδα της αλληλεγγύης, οι σκέψεις τείνουν προς την ηθικολογία. Το ίδιο συμβαίνει με τον άντρα στο σούπερ μάρκετ, ο οποίος μπροστά σε μια ατίθαση πληβεία, που αψηφά την ισονομία της ουράς, κατακλύζεται από ενοχές για το αστικό αμάρτημα της αφ’ υψηλού ανοχής. Στο καταληκτικό πεζό, πάλι, οι ήρωες πολιτικολογούν αμέριμνοι, καθησυχασμένοι από την ομοθυμία τους ως «ανώτερων αριστερών», αλλά ο υποβόσκων σαρκασμός σε συνδυασμό με το γκροτέσκο φινάλε διασώζουν το διήγημα από τις κοινωνιολογικές αποτιμήσεις.

Εκείνο που μένει από τη διηγηματογραφική συλλογή της Δρακοπούλου είναι ο εικονοποιητικός αντίκτυπος της γραφής. Οι δαιμονόπληκτες αθηναϊκές λεωφόροι, που λογχίζουν ένα έντρομο κοριτσίστικο βλέμμα, ένα ειδυλλιακό παραθαλάσσιο τοπίο, κατάσπαρτο με ντροπιαστικά μυστικά, ένας μεσήλικος που κοιμάται σε άηχα δωμάτια, εκλεκτά, επιχρυσωμένα απομεινάρια αγλαών εποχών που σκορπίζονται σε τεφρές δίνες κάτω από τον παρισινό ουρανό, όλα συνιστούν εξαίσιες εικόνες, επιτεύξεις λέξεων τέλεια συνταιριασμένων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ