ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ευημερία με δανεικά δεν αποτελεί εναλλακτική επιλογή, προειδοποιεί ο ΣΕΒ

«Οι επενδύσεις και η αποταμίευση είναι μονόδρομος για την ανάκαμψη», τονίζει ο ΣΕΒ στο μηνιαίο δελτίο του οικονομικής δραστηριότητας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στον αστερισμό της ανάκαμψης τοποθετεί την ελληνική οικονομία ο ΣΕΒ στο μηνιαίο δελτίο του οικονομικής δραστηριότητας, που δημοσιεύθηκε χθες, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι η χώρα εξακολουθεί να είναι υπερχρεωμένη και έχει ανάγκη από επενδύσεις για να συνεχίσει την αναπτυξιακή πορεία της.

«Ευημερία με δανεικά δεν αποτελεί εναλλακτική επιλογή», προειδοποιεί, καυτηριάζοντας επιλογές για επιδοματικές πολιτικές, αλόγιστες αυξήσεις μισθών και συντάξεων, που κινούνται στη λογική των μαγικών λύσεων. «Οι επενδύσεις και η αποταμίευση είναι μονόδρομος για την ανάκαμψη», τονίζει.

Το δελτίο, που συντάσσει ο τομέας μακροοικονομικής ανάλυσης του ΣΕΒ, με επικεφαλής τον Μιχάλη Μασουράκη, αναλύει τις εξελίξεις στους οικονομικούς δείκτες για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιταχυνθεί το 2020, καθώς τα μέτρα οικονομικής πολιτικής αναμένεται να αρχίσουν να αποδίδουν καρπούς.

Σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι το 2019 επιταχύνθηκαν η μεταποιητική παραγωγή και οι κατασκευές, ενώ επιβραδύνθηκαν οι λιανικές πωλήσεις και οι εξαγωγές, ενώ η απορρόφηση της ανεργίας εμφάνισε σημάδια κόπωσης, καθώς οι επενδύσεις δεν έχουν αρχίσει ακόμη να τονώνουν τις συνθήκες απασχόλησης και η διεθνής συγκυρία παραμένει αρνητική.

Συμπερασματικά, καταλήγει το δελτίο, «το 2020 ξεκίνησε με μεγάλες προσδοκίες, καθώς αίρονται σταδιακά οι περιοριστικοί παράγοντες (υψηλή φορολογία, εμπόδια στη λειτουργία της αγοράς, γραφειοκρατία στην αδειοδότηση των επενδύσεων κ.λπ.), που καθήλωναν την οικονομική δραστηριότητα σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Αν και η πρόοδος μέχρι σήμερα είναι ικανοποιητική σε σχέση με τις εξαγγελίες και τις δεσμεύσεις της νέας διακυβέρνησης, οι αλλαγές στην οικονομική πολιτική δεν έχουν αποκτήσει ακόμη κρίσιμη μάζα ώστε να σηματοδοτούν τη στροφή προς ένα δυναμικά διαφορετικό αναπτυξιακό πρότυπο υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης σε μονιμότερη βάση. Το τελευταίο δεν είναι εφικτό χωρίς επενδύσεις. Για να γίνουν όμως, για παράδειγμα, δημόσιες επενδύσεις για αναγκαίες κοινωνικές και οικονομικές υποδομές, απαιτούνται πόροι που πρέπει να εξοικονομηθούν. Και για να γίνουν ιδιωτικές επενδύσεις απαιτούνται πολιτικές με ισχυρότερο αναπτυξιακό αποτύπωμα, με έμφαση στην κερδοφορία και στην ανταγωνιστικότητα, καθώς και αλλαγές στη φορολογία και στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας και των αγορών, που να υπερβαίνουν τις συντεχνιακές αντιστάσεις.

Ακόμη και αν βραχυχρόνια κάποιες πολιτικές επιδοματικού χαρακτήρα μπορεί να είναι επιβεβλημένες λόγω της μεγάλης κρίσης και ύφεσης που προηγήθηκε, δεν πρέπει με κανένα τρόπο να δημιουργηθεί και πάλι η αίσθηση των μαγικών λύσεων στην κοινωνία. Δεν μπορούν να αυξάνονται οι μισθοί χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων. Δεν μπορούν να αυξάνονται οι συντάξεις χωρίς αύξηση της αποταμίευσης και η συνταξιοδοτική δαπάνη να χρηματοδοτείται γενναιόδωρα από τον προϋπολογισμό. Δεν μπορεί να μειώνεται η φορολογική επιβάρυνση χωρίς βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δομών παραγωγής δημοσίων αγαθών και χωρίς επέκταση της φορολογικής βάσης. Δεν μπορεί να υπάρξει βελτίωση στις δεξιότητες του πληθυσμού ενόψει των αλλαγών που φέρνουν στην οικονομία οι επερχόμενες τεχνολογικές εξελίξεις χωρίς τη δέσμευση πρόσθετων πόρων εκπαίδευσης και κατάρτισης και χωρίς αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας και του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Τέλος, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού, που συρρικνώνεται, και χωρίς επαρκείς και αξιοπρεπείς υποδομές υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας, καθώς και χωρίς στοχευμένη μεταναστευτική πολιτική».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ