ΚΕΙΤ ΣΜΙΘ*

Το μέλλον μετά το Brexit

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα από τα πιο σημαντικά και πιο ενδιαφέροντα καθημερινά καθήκοντά μου ως πρέσβειρας του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αθήνα είναι να διαβάζω την «Καθημερινή», ειδικά τις απόψεις που φιλοξενεί για το μεγάλο εθνικό μας εγχείρημα. Και, βεβαίως, δεν εννοώ το Brexit, το οποίο και ολοκληρώθηκε την 31η Ιανουαρίου. Εννοώ την οικοδόμηση της νέας μας σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση, τους Ευρωπαίους εταίρους μας και τον υπόλοιπο κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι εκφράστηκαν προσφάτως μερικές ενδιαφέρουσες απόψεις επ’ αυτού. Με χαρά διαπίστωσα ότι όλες αυτές οι απόψεις συμφωνούσαν σε δύο πράγματα: πρώτον, το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει σημαντικός παράγων και στην Ευρώπη και στον κόσμο, και, δεύτερον, η αποχώρησή μας από την Ευρωπαϊκή Ενωση δεν σημαίνει απομόνωση. Συμφωνώ απόλυτα με την πεποίθηση ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να ενισχύουμε τις σχέσεις μας με την Ελλάδα, δεδομένης της πολύτιμης παραδοσιακής μας φιλίας.

Στην ομιλία του την 3η Φεβρουαρίου, ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον ήταν σαφής. Η μελλοντική μας σχέση με τους Ευρωπαίους φίλους μας, είπε, θα βασίζεται στην κοινή μας ιστορία και στις κοινές μας αξίες. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο επιθυμεί μια σχέση με την Ευρωπαϊκή Ενωση βασισμένη στη φιλική συνεργασία μεταξύ ισότιμων και κυρίαρχων μερών και επικεντρωμένη στο ελεύθερο εμπόριο. Χρησιμοποίησε συγκεκριμένα τους όρους «ισότιμα» και «κυρίαρχα» επειδή από τη λήξη της Μεταβατικής Περιόδου, την 31η Δεκεμβρίου φέτος, το Ηνωμένο Βασίλειο θα ανακτήσει πλήρη οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία καθώς και τον έλεγχο των νόμων και των εμπορικών μας σχέσεων. Επομένως, το ένα κεντρικό ερώτημα για το υπόλοιπο του 2020 είναι η φύση τη συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου στην οποία θα καταλήξουμε. Για εμάς η καλύτερη λύση με τα μεγαλύτερα οφέλη για όλους –συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, δεδομένης της σημαντικής εμπορικής και επενδυτικής μας σχέσης– είναι μια βαθύτερη εμπορική συμφωνία κατά το πρότυπο της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου Ε.Ε. - Καναδά. Σε διαφορετική περίπτωση, μιλάμε ουσιαστικά για μια σχέση βάσει των κανόνων του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου.

Ο πρωθυπουργός ήταν σαφής ότι, σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις, μια οικονομία όπως αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου, με τα ισχυρά χαρακτηριστικά που διαθέτει και τα πλεονεκτήματα που μπορεί να προσφέρει, θα συνεχίσει να ακμάζει. Ομως, έχει σημασία να τονίσω ότι δεν ζητάμε μια ξεχωριστή ή μοναδική συμφωνία, δεν ζητάμε μια συμφωνία «στα μέτρα μας». Συμφωνούμε και αποδεχόμαστε το γεγονός ότι θα υπάρξουν συνέπειες και για τις δύο πλευρές σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στις αγορές. Ολα αυτά αφορούν άμεσα τις ελληνικές επιχειρήσεις. Αλλά, πέρα από τι είναι καλύτερο για τις επιχειρήσεις ή το εμπόριο, όπως φαίνεται και από τις απόψεις που έχει φιλοξενήσει κατά καιρούς η «Καθημερινή», ξέρω καλά ότι η Ελλάδα και οι Ελληνες έχουν μια ειλικρινή επιθυμία να δουν τη στενή μας σχέση να συνεχίζεται και να αναπτύσσεται με ενεργό συνεργασία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας, μετανάστευσης, εκπαίδευσης και έρευνας, για να αναφέρω μερικά μόνο παραδείγματα. Και, βέβαια, το Ηνωμένο Βασίλειο συμμερίζεται απολύτως αυτήν τη φιλοδοξία. Ολα αυτά τα στοιχεία θα αποτελέσουν κομμάτι του διαλόγου Λονδίνου - Βρυξελλών για το υπόλοιπο του έτους. Ομως, θα αποτελέσουν, επίσης, κομμάτι της νέας φάσης του δικού μας διαλόγου για την εμβάθυνση της διμερούς μας σχέσης.

Με πολλή χαρά βλέπω πως η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να προχωρήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Αρα, ναι, όπως έχουν γράψει και οι αρθρογράφοι της «Καθημερινής», το μέλλον είναι βέβαιο. Ο δρόμος που ανοίγεται για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι όντως ένα πείραμα που έχει πολλά να μας διδάξει όλους. Και το πώς ακριβώς –και επιμένω στο «πώς» και όχι στο «εάν»– το Ηνωμένο Βασίλειο θα κάνει αυτό το γενναίο και φιλόδοξο άλμα στο μέλλον θα είναι σίγουρα πολύ ενδιαφέρον.

* Η κ. Κέιτ Σμιθ είναι η πρέσβειρα του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αθήνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ