ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Οδ. Ιωάννου: «Δεν πιστεύω ότι η τέχνη δημιουργεί επαναστάσεις»

Ο Οδυσσέας Ιωάννου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και οι συμπρωταγωνιστές τους, Μιχάλης Τιτόπουλος και Σοφία Πανάγου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από πέντε χρόνια, σε μια εποχή που γύρω μας κυριαρχούσαν η οργή και το μίσος, ο Οδυσσέας Ιωάννου μας μίλησε για τις συλλογικές μας μνήμες και μάλιστα από σκηνής, σε έναν μονόλογο που έγραψε ο ίδιος. Ηταν το «9:05» με τον φίλο του τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που σκηνοθέτησε ο Παντελής Βούλγαρης και παρακολούθησαν 130.000 θεατές. Η νέα του πρόταση, που παρουσιάζεται πάλι στο θέατρο «Διάνα» και είναι η συνέχεια εκείνης της δουλειάς, έχει τίτλο «Κοινή ησυχία».

«Εκείνη την εποχή που μας χώριζαν πολλά, ένιωθα ότι πρέπει να βρούμε τα κοινά μας σημεία, να δοκιμάσουμε να συμβιώσουμε», λέει στην «Κ» ο γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός, στιχουργός και συγγραφέας. Ετσι έπιασε την Ιστορία της Ελλάδας από το 1974 και μετά, με κάποιους σημαντικούς σταθμούς ενδιάμεσα, πολιτικά γεγονότα, καθώς και άλλες στιγμές που μας τάραξαν. Τώρα, μιλάει για το όνειρο.

«Σκέψεις όπως “έχει νόημα να ονειρεύεσαι μία ουτοπία;” βγήκαν στην επιφάνεια μετά την κρίση. Κατέληξα ότι έχει, και δεν είναι χαμένος χρόνος». Αλλωστε επιμένει ότι «ένα όνειρο δικαιώνεται με την ύπαρξή του κι όχι με την πραγμάτωσή του». Να λοιπόν πώς «χτίστηκε» το πρώτο του θεατρικό έργο, η «Κοινή ησυχία», που σκηνοθετεί η Ελένη Ράντου.

Παρακολουθούμε ένα ζευγάρι 30χρονων (Σοφία Πανάγου, Μιχάλης Τιτόπουλος), με ανησυχίες για τα κοινά, απογοητευμένο σήμερα, που προσπαθεί να ονειρευτεί ξανά. «Συνειδητοποίησα ότι, μετά την κρίση, στις παρέες δεν μιλούσαμε πια για τα όνειρα όπως παλιά. Σαν να μην υπάρχει μέλλον. Ισως γιατί θεωρούμε ότι δοκιμάστηκε το καλύτερο και απέτυχε. Ο σκοπός όμως είναι να πέφτεις επτά φορές και να σηκώνεσαι οκτώ. Τι θα πει διαψεύστηκε το όνειρο; Χάθηκε μια ευκαιρία, αλλά δεν πέφτεις σε κατάθλιψη γι’ αυτό».

Διαπιστώνει ότι αυτό απασχολεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ίσως γιατί «έχουμε αριστερές καταβολές αλλά δεξιό τρόπο ζωής». Θεωρούσε ότι «η προσωπική αρματωσιά μας, διαβάσματα και μουσικές επιλογές, ήταν αρκετά για να μας κρατήσουν όρθιους σε μια περίοδο οικονομικής ανέχειας». Ομως τα ιδεολογικά αντίβαρα δεν ήταν πολύ δυνατά και ό,τι μας συνέβη «ήταν ένα χρήσιμο χαστούκι, για να αρχίσουμε να είμαστε πιο συνεπείς με τα όνειρά μας».

Τι μας δηλητηρίασε περισσότερο αυτή τη δεκαετία; «Η μισαλλοδοξία που ξεκίνησε κυρίως στο Διαδίκτυο. Από έναν ρεβανσισμό των δεξιών και από αριστερούς που με ιδιαίτερη ευκολία πληκτρολογούσαν τη λέξη αίμα, πιστεύοντας πως έτσι θα λυθούν τα πράγματα. Σοκαρίστηκα. Το μίσος δεν βοηθάει πουθενά».

Στο «Διάνα» ο Οδυσσέας Ιωάννου μπαινοβγαίνει στη σκηνή, παρεμβαίνει και συμμετέχει στο δρώμενο. Δεν κρύβει ότι του αρέσει το νέο πεδίο. «Για να δραματοποιηθεί και να παρουσιαστεί στη σκηνή ένα κείμενο, έχει κανόνες. Με βοήθησε πολύ η Ελένη Ράντου σ’ αυτόν τον κώδικα. Υπάρχουν πολλές διαφορές ακόμη και στην εκφορά λόγου».

Ο στίχος είναι διαφορετική διαδικασία. Γράφει με πρόγραμμα. «Δεν πιστεύω στην έμπνευση, θεωρώ ότι σε βρίσκει όταν δουλεύεις πάνω από ένα λευκό χαρτί».  Κινητοποιείται μόνο με παραγγελίες που έχουν καθορισμένο χρόνο. «Δεν έχω γράψει ούτε ένα τραγούδι χωρίς πίεση. Οι διαφορές ανάμεσα στον στίχο και το πεζό είναι μεγάλες. Στον στίχο είμαι σε μια φάση αφαίρεσης: λιγότερες λέξεις και λιγότερα κουπλέ. Στο πεζό μπορείς να ανοιχτείς περισσότερο. Για τα πεζά μου είμαι υπόλογος, ενώ για τους στίχους μου δεν είμαι. Δεν γράφω αυτοβιογραφικά, ο στιχουργός είναι ένα φίλτρο ξένων ζωών. Αν είχα ζήσει ό,τι έγραψα, θα είχα μια συναρπαστική ζωή που δεν την έχω. Δεν είναι ανάγκη όσα λέω στους στίχους μου να τα υποστηρίζω με τη ζωή μου. Ομως στα κείμενα είμαι ο Οδυσσέας και είμαι υπόλογος».

Ο Ιωάννου ξεκίνησε το 1989 από τον 902 Αριστερά στα FΜ, συνέχισε στον Μελωδία 99,2 και τώρα αρχίζει στον Αθήνα 9,84, τα  Σαββατοκύριακα 4 με 6. «Στο ραδιόφωνο χρωστάω πάρα πολλά, αλλά δεν νιώθω το ρίγος που είχα στο ξεκίνημα, αναζητώντας ένα καλό τραγούδι. Μεγαλώνοντας θεωρώ ότι ο κατάλογος των τραγουδιών της ζωής μας έκλεισε γιατί δεν μπορεί να υπάρχει πάλι η αναστάτωση που προκαλεί ο συνδυασμός ρίγους και νεότητας. Γράφονται ωραία τραγούδια, γιατί κάθε γενιά έχει ταλέντα, όμως άλλο πράγμα είναι το “μου αρέσει πολύ” κι άλλο το ρίγος. Περάσαμε σε μια δεκαετία του αφηγηματικού τραγουδιού από τους τραγουδοποιούς και ήταν πολύ χρήσιμο, διότι κράτησαν το αίσθημα του κόσμου. Ομως θεωρώ ότι πρέπει να γράψουμε πια με απλά υλικά και ακαριαία, μιλώντας για την εποχή μας. Οι εποχές είναι πολύπλοκες και για να τις εκφράσουμε, πρέπει να γίνουμε πιο απλοί, λιγότερο εγκεφαλικοί».

Δεν του αρέσει που δεν γράφονται πια κύκλοι τραγουδιών, ότι ελάχιστοι ακούνε έναν ολόκληρο δίσκο από την αρχή μέχρι το τέλος. «Θα ζήσουμε με τα υλικά που μας δίνει κάθε εποχή. Δεν νοσταλγώ. Ούτε πιστεύω ότι η τέχνη δημιουργεί επαναστάσεις. Μη ζητάμε από την τέχνη πράγματα που δεν συμβαίνουν αλλού. Κατηγορούν τους σύγχρονους δημιουργούς ότι δεν μιλάνε για την κρίση, τους καλλιτέχνες ότι δεν δημιουργούν επαναστάσεις. Είναι σαν να μας ζητάνε να γράψουμε το σάουντρακ μιας ταινίας πριν γυριστεί η ταινία».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ