GOOD LIFE

Το «σύνδρομο» του Μαθουσάλα

Γιώργος Φραντζεσκάκης

© Shutterstock

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: K9

Όταν ήμουν παιδί, στα ραδιόφωνα μεσουρανούσε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ένα από τα τραγούδια του, που με ενοχλούσε αφόρητα, ήταν εκείνο που ξεκινούσε με μελωδικά αραβουργήματα, βιολιτζίδικες τσιριτζάντζουλες και την περίφημη φράση «Μαντουβάλα, αγάπη γλυκιά μου».

Δεν καταλάβαινα πώς δύο γονείς που αγαπούν το παιδί τους θα αποφάσιζαν ποτέ να το βαφτίσουν «Μαντουβάλα». Ούτε με ποιον τρόπο θα μπορούσε κανείς να ερωτευτεί μια γυναίκα με τέτοια βαφτιστική «προίκα». Το τρομερά κακόφωνο αυτό όνομα αντηχούσε τόσο τυραννικά στ’ αυτιά μου, που, ασυνείδητα, το αντικατέστησα με ένα άλλο, κάπως λιγότερο μαρτυρικό: Μαθουσάλα.

Έχοντας πλέον πατήσει τα πενήντα, καταλαβαίνω ότι ούτε η επιλογή του «Μαθουσάλα» ήταν ιδιαίτερα κολακευτική. Είναι μια μορφή παραμυθίας και ελπίδας για όσους έχουν πατήσει και την τελευταία δεκαετία των -ήντα και προσβλέπουν στο να σπάσουν το προσδόκιμο της επιβίωσης (που στην Ελλάδα του 2020 είναι τα 80,8 χρόνια, κατά μέσο όρο). Είναι όμως μια πραγματοποιήσιμη ευχή για όλους;

Τις προάλλες, στα σόσιαλ μίντια διάβασα την εξής ανάρτηση: «Καλοί μου άνθρωποι, όταν είστε 70+, μη ζητάτε να υιοθετήσετε κουτάβι που κατά μέσο όρο έχει 15 χρόνια ζωής αφενός και αφετέρου έχει τόση ενέργεια μέσα του, που είναι αδύνατον να ανταποκριθείτε στις ανάγκες του! Πάρτε ένα ήρεμο ενήλικο ζωάκι, για να έχετε την καλύτερη συντροφιά εσείς, και αυτό να ζήσει αυτά που μέχρι τώρα δεν κατάφερε! Τόσα ενήλικα δίνονται για υιοθεσία!». Ωμό, ανευλαβές και αληθινό. Τόσο αναπόδραστα αληθινό όσο και ο ίδιος ο θάνατος.

Το βλέπω σε τόσους υπερήλικες ανθρώπους γύρω μου, που πρέπει να συνιστά μια μορφή επιδημίας: ναι, θα ζήσουμε πολύ και –κατά πάσα πιθανότητα– καλά εμείς οι τυχεροί του δυτικού κόσμου. Ναι, έχουμε δικαίωμα σε όλα όσα έχουν και οι νεότεροι: καινούργια αυτοκίνητα, επενδύσεις, ακόμα και εντελώς νέα ζωή. Είναι μερικά πράγματα όμως που πρέπει να τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της επερχόμενης λήξης μας. Και αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο –λόγω επαγγελματικής διαστροφής– είναι τα ζώα συντροφιάς.

Δεκάρα δεν δίνω αν οι καταθέσεις σου λιμνάσουν όταν τινάξεις τα πέταλα. Ας φρόντιζες να ορίσεις συνδικαιούχους. Ούτε με νοιάζει αν ξεκίνησες να χτίζεις το σπίτι των ονείρων σου στα γεράματα και τελικά μετακόμισες στα τρία μέτρα γης. Ας το χαρούν οι κληρονόμοι. Όταν όμως υιοθετείς ένα κουτάβι, ένα κουτάβι που πιθανότατα θα σε νικήσει στην κούρσα της ζωής, και δεν έχεις φροντίσει για το μέλλον του, δεν έχεις εξασφαλίσει πρόθυμους αναδόχους (όχι, τα παιδιά σου δεν θα αναλάβουν αναγκαστικά αυτή την υποχρέωση, δεν το γράφει πουθενά στο «συμβόλαιο» της οικογένειας), τότε δεν είσαι τίποτε περισσότερο από ένα αλαζονικό δίποδο που νομίζει ότι θα ζήσει για πάντα.

Όταν είσαι έφηβος, δικαιούσαι να το πιστεύεις, έστω υποσυνείδητα. Όταν γεράσεις, πρέπει να βάλεις μυαλό. Γι’ αυτό, ακολούθησε τη συμβουλή της ανάρτησης. Δώσε μια ευκαιρία σε ένα ζώο που πέρασε τα βάσανα της παιδικής ηλικίας να απολαύσει την ολβιότητα της συνταξιοδότησης. Μαζί σου. Μεταξύ άλλων, θα κάνει καλό και στην προετοιμασία σου για το επέκεινα, γιατί, κακά τα ψέματα, ό,τι και να σου πω, ό,τι και να μου πεις, κανένας μας δεν πιστεύει ότι θα πεθάνει. Και γι’ αυτό τα σκυλιά θα είναι πάντα πιο ευτυχισμένα από σένα κι από μένα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ