Οι συντάκτες του «Κ» μοιράζονται τις σκέψεις τους από τις πρώτες μέρες της καραντίνας.

Το βράδυ της 4ης Ιουλίου του 2004 ήμουν έξω. Περπατούσα βιαστικά προς το σπίτι και ήμουν στο τσακ να χάσω τη σέντρα του τελικού με την Πορτογαλία. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν μόνο γάτες και θυμάμαι πολύ καλά ότι είχα σκεφτεί ότι ποτέ δεν θα ξαναδώ τη γειτονιά μου τόσο έρημη. Κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα φανταστείς. Η γειτονιά είναι έρημη πάλι, προφανώς. Μέχρι το περίπτερο που βγήκα για εφημερίδα συνάντησα μόνο μια κυρία με σκύλο, η οποία άλλαξε πεζοδρόμιο, για καλό και για κακό. Ο καιρός κυλάει. Περνάω χρόνο με τα παιδιά, όχι όπως θα ήθελα, αλλά εντάξει, είναι ευπρόσδεκτο, επίσης διαβάζω πιο πολύ, παρακολουθώ μανιωδώς ειδήσεις και ζω και διαστήματα όπου βαριέμαι, γεγονός που δεν θυμάμαι να μου έχει ξανασυμβεί στην ενήλικη ζωή μου. Αλλά κυρίως σκέφτομαι. Πολλά, αλλά περισσότερο ένα: Ότι, όταν όλα αυτά τελειώσουν, θα είναι κάπως όπως εκείνο το βράδυ της 4ης Ιουλίου. Θα βγούμε έξω, θα κοιταχτούμε σαστισμένοι, θα αγκαλιαστούμε. ― Άθως Δημουλάς



Μοναστηράκι – 16/03/2020 13:27:55

 

Κοιτάω δέκα λεπτά τον σωλήνα κάτω από τον νιπτήρα. Στάζει σε μια κόκκινη λεκάνη. Τρύπησε το πρωί. Παρακολουθώ το νερό να στάζει αργά και σταθερά σαν να μετράει τον χρόνο. Νωρίτερα με τον ίδιο τρόπο παρακολουθούσα με την τετράχρονη κόρη μου τα σύννεφα να μετακινούνται έξω από το παράθυρο. Εκείνη το πρότεινε. Σαν μετά τη λύσσα που την έπιασε τις πρώτες ημέρες του εγκλεισμού, τώρα να έχει προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Έχει ακουμπήσει το κεφαλάκι της στην πολυθρόνα και μιλάει σιγανά στον εαυτό της χαζεύοντας τον ουρανό. «Μαμά, όταν φύγει η αρρώστια, θα πάω σχολείο;» Ναι. «Θα πάμε για παγωτό;» Ναι. «Θα πάμε στη Φινλανδία;» Δεν ξέρω γιατί, αλλά είπα πάλι ναι. Πριν από χρόνια, όταν «έσβησε» η μαμά μου και οι νοσοκόμες μας έβγαλαν από το δωμάτιο, κατέβηκα στο ισόγειο και πήγα να την πάρω τηλέφωνο. Να πάρω τη μαμά μου να της πω ότι πέθανε η μαμά μου. Για να μου πει ότι όλα θα πάνε καλά. Το πάθαινα αυτό για λίγο καιρό, αλλά σιγά σιγά σταμάτησε. Μέχρι τώρα. «Μαμά, θα πάνε όλα καλά;» Είπα πάλι «ναι». ― Μανίνα Ντάνου



Αδριανού – 16/03/2020 12:26:09

 

Το πρωί, τα μέιλ των καθηγητών του σχολείου δεν σταματούν, ενώ εκείνη συνεχίζει να ψάχνει τις ασκήσεις μαθηματικών. Τις έκανε πριν από μία εβδομάδα, αλλά τις έχασε, μέσα στο σπίτι – μα είναι δυνατόν; Στην κουζίνα ξεκαρδίζεται στα γέλια με τις παρθενικές μου προσπάθειες στις κινέζικες γεύσεις. Διαβάζει ποιήματα του Απολλιναίρ γιατί πρέπει και στίχους της Ρούπι Κάουρ γιατί τους λατρεύει. Όχι, δεν έχω αυταπάτες, στο τέλος της ημέρας θα την έχει κερδίσει πάλι το Tik Tok. Κόβει και ράβει ρούχα – οικογενειακό χάρισμα από την πλευρά του μπαμπά της. Παρακολουθούμε μαζί το «I have a dream», τον λόγο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, για το μάθημα των αγγλικών. Το βράδυ, μου εκμυστηρεύεται παλιές παιδικές της αγωνίες, μικρά και μεγάλα μυστικά. Όμως, είναι σαφής, να μην περιμένω να μου μιλήσει για το θέμα που έχει προκύψει στην εφηβική παρέα τις μέρες του εγκλεισμού. Μεταξύ τους, οι φίλοι λένε ότι τα σχολεία θα ανοίξουν μετά το Πάσχα. Εγώ της λέω μία μέρα τη φορά. ― Έλις Κις



Διονυσίου Αρεοπαγίτου – 16/03/2020 12:18:53

 

Και ξαφνικά τα ρολόγια σταμάτησαν να μετρούν αντίστροφα! Το ξυπνητήρι σίγησε. Δεν τρέχουμε να προλάβουμε το σχολικό κουδούνι. Η εφαρμογή όπου κατέφευγα για να ενημερωθώ για την κίνηση στην εθνική προς Φάληρο είναι αχρείαστη. Οι λεπτοδείκτες δεν μοιάζουν πια με εχθρικό στρατό που προελαύνει με βήμα ταχύ για να καταγράψουν άλλη μια ήττα: δεν πρόλαβα να φύγω εγκαίρως, να φτάσω νωρίς, να στείλω εκείνο το μέιλ, να γυρίσω σπίτι στην ώρα μου. Ο χρόνος ξαφνικά έχει διασταλεί, μοιάζει να μην τελειώνει∙ αυτή η καραντίνα άλλωστε δεν έχει ημερομηνία λήξης. Μαζί με τον χρόνο επαναπροσδιορίστηκαν η εργασιακή ρουτίνα, η σπιτική ζωή, οι ανθρώπινες σχέσεις. Αυτός που θα ήταν αγενής πριν από λίγες ημέρες επειδή αρνήθηκε μια χειραψία είναι τώρα υπεύθυνος πολίτης. Όσους αγαπάμε τους κρατάμε μακριά. Είμαστε εργασιακά παρόντες δουλεύοντας εξ αποστάσεως. Μόνο το σπίτι μας παραμένει ίδιο: καταφύγιο, η ασφαλής περιοχή μας. Είναι όμορφο που το ανακαλύπτουμε από την αρχή – έστω κάνοντας φασίνα στις πιο απίθανες γωνιές. Είναι υπέροχο που περνάμε χρόνο με τους αγαπημένους μας χωρίς χρονόμετρο. Και, όταν τελειώσει όλο αυτό, θα είναι συναρπαστικό να ανακαλύψουμε ξανά τον κόσμο. ― Μαρία Αθανασίου



Πειραιώς – 15/03/2020 22:35:02

 

Φτιάχνω καφέ. Ανοίγω τις μπαλκονόπορτες να ανασάνω καθαρό αέρα. Ταΐζω τις γάτες. Μπαίνω στο ίντερνετ. Διαβάζω. Ξεσκονίζω. Ακούω ραδιόφωνο. Τηλεφωνώ στον πατέρα μου, στο χωριό: «Να τρως καλά και να προσέχεις». Γράφω για την εφημερίδα. Απαντώ σε μέιλ. Μαγειρεύω. Βλέπω τηλεόραση. Χαϊδεύω τις γάτες. Βάζω πλυντήριο. Καθαρίζω ένα πορτοκάλι. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Γράφω πάλι. Τηλεφωνήματα σε συναδέλφους και φίλους. Ξανά ίντερνετ. Κάποιο έξυπνο σχόλιο θα δω κι ίσως χαμογελάσω. Κομμάτια όλα αυτά από το παζλ της νέας μου καθημερινότητας, σε καιρό επιδημίας. Η σειρά μπορεί να αλλάξει, όμως η εικόνα παραμένει ίδια: ανησυχία αλλά και αισιοδοξία, μερικά «κύματα» φόβου, αγάπη και ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους μου -που είναι στο πλευρό μου κι ας μην βρίσκονται δίπλα μου-, αίσθημα ευθύνης.

Πριν από λίγες μέρες βγήκα για έναν ολιγόλεπτο περίπατο στη λιακάδα. Πέρασα από ένα ανθοπωλείο. Αγόρασα ένα μπουκέτο φρέζιες. «Για να μπει η άνοιξη στο σπίτι», είπα χαμογελώντας στον ανθοπώλη. Εκείνος πήρε άλλο ένα μπουκέτο και μου το έδωσε. «Αυτό είναι δώρο από εμάς», μου είπε. «Και να είστε σίγουρη: θα αντέξουμε!» Άλλη μία εβδομάδα εγκλεισμού ξεκινά αύριο. Πόσο διαφορετικοί θα είμαστε όταν όλο αυτό θα έχει τελειώσει;
― Τασούλα Επτακοίλη
 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ