ΕΛΛΑΔΑ

Το ζην επικινδύνως των διανομέων και οι «διψασμένοι» ηλικιωμένοι

ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ, ΜΑΡΙΑ ΚΩΒΑΙΟΥ

«Θέλουν να αφήσουν πουρμπουάρ και ενώ τους λέω όχι, μου πετάνε τα κέρματα μέσα στην τσάντα. Τα ψεκάζω με οινόπνευμα», αναφέρει στην «Κ» ο Σταμάτης Καλογερόπουλος, διανομέας φαγητού σε ψηφιακή πλατφόρμα διανομής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ζωή αλλιώς υπό συνθήκες καραντίνας αποτυπώνεται γλαφυρά όχι μόνο στα σούπερ μάρκετ, όπου κάποιος μπαίνει μόνο με κουπόνι, τηρεί αποστάσεις, στέκεται στη γραμμή που έχει χαραχτεί με αυτοκόλλητη ταινία στο πάτωμα, πριν ξεκινήσει τα ψώνια καθαρίζει τα χέρια με αντισηπτικό ή φοράει γάντια και έρχεται συχνά αντιμέτωπος με εκνευρισμένους ή εξαντλημένους ταμίες, που αναρωτιούνται πώς αντέχουν. Δύσκολα είναι και στα καφέ-εστιατόρια που λειτουργούν με take away και ντελίβερι, όπου οι υπάλληλοι εκτίθενται συνεχώς σε πελάτες οι οποίοι δεν λαμβάνουν πάντα τα μέτρα τους. Επικίνδυνη είναι και η ζωή των διανομέων φαγητού, που διακινούν συνεχώς πακέτα, πιάνουν χαρτονομίσματα και κέρματα, έρχονται σε επικοινωνία με πολλούς, κινδυνεύοντας να κολλήσουν αλλά και να μεταδώσουν τον ιό. Ολοι οι υπάλληλοι που εξυπηρετούν κόσμο φοβούνται, ακόμη και εκείνοι των μικροβιολογικών εργαστηρίων που οι ηλικιωμένοι δεν είχαν πάψει τις περασμένες ημέρες να επισκέπτονται.

«Νιώθω πως οφείλω να είμαι εκεί»

«Πολλοί ηλικιωμένοι μάλλον νιώθουν ότι είναι αθάνατοι», λέει η Τ. Π., η οποία εργάζεται στη γραμματεία συνοικιακού μικροβιολογικού εργαστηρίου, σχολιάζοντας το γεγονός ότι ενώ θα περίμενε κανείς ιδίως οι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας να έχουν κλειστεί στα σπίτια τους, συνέχιζαν να πηγαίνουν ατρόμητοι στο εργαστήριο, έχοντας αποφασίσει πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για το ετήσιο, για παράδειγμα, τσεκάπ τους. «Το χειρότερο είναι ότι έρχονταν χωρίς μάσκα και χωρίς γάντια και, όταν τους ρωτούσες γιατί δεν προστατεύονται, σου έλεγαν “αφού δεν είμαι άρρωστος”. Ιδιαίτερα, μάλιστα, οι ηλικιωμένοι άντρες έμοιαζαν ενοχλημένοι από όλο αυτό που συμβαίνει και έβρισκαν τις συμβουλές των γιατρών υπερβολικές».

Από την άλλη, εξηγεί η υπάλληλος, όσο και αν ένιωθε ανασφάλεια ερχόμενη σε επαφή με τόσους ανθρώπους που μπορεί να έφεραν τον ιό και να μην το ήξεραν, δεν μπορούσε να θυμώσει μαζί τους, γιατί διέκρινα πίσω από όλο αυτό και την ανάγκη τους για επικοινωνία. «Ας βγω, μάλλον σκέφτονται, από το σπίτι να ξεσκάσω και μια και δεν μπορώ να αποφύγω τις ετήσιες εξετάσεις, ας περάσω και μία βόλτα από το μικροβιολογικό να πω και δυο κουβέντες. Και ενώ φοβάμαι μήπως κολλήσω και στη συνέχεια κολλήσω και τα παιδιά μου και τους δικούς μου ηλικιωμένους γονείς, νιώθω πως οφείλω να είμαι εκεί για όλους αυτούς τους ευπαθείς ανθρώπους που αυτή τη στιγμή βάλλονται και έχουν την ανάγκη μας».

«Φοβόμαστε πολύ, αλλά τι να κάνουμε;

«Μακάρι να μας κλείσουν! Αυτό περιμένουμε», λέει η 22χρονη Ιωάννα Σπιθουράκη, η οποία διατηρεί με τον 24χρονο σύντροφό της Νίκο Κατωπόδη συνοικιακό καφέ στη Ριζούπολη, το οποίο, όπως όλα, λειτουργεί αυτόν τον καιρό ως take away και ντελίβερι. «Φοβόμαστε πολύ, αλλά τι να κάνουμε; Το καφέ είναι δικό μας και εφόσον δεν μας κλείνει το κράτος, αναγκαστικά δουλεύουμε. Αν κλείσουμε δεν θα πάρουμε τα επιδόματα που λέγεται ότι θα δοθούν. Τα έξοδα “τρέχουν” άλλωστε και παρότι είπαν ότι μάλλον θα μας χαριστούν για δύο μήνες, το ενοίκιο θα πληρώνεται. Τόσο αναγκαίο για τη ζωή των ανθρώπων είναι το take away;» αναρωτιέται. Η ίδια φοράει γάντια όταν φτιάχνει τους καφέδες, αλλά για να κάνει την οικονομική συναλλαγή αναγκάζεται να τα βγάλει: «Δεν γίνεται με τα ίδια γάντια να πιάνω και τα ποτήρια και τα λεφτά, αλλά δεν μπορώ και να αλλάζω σε κάθε κίνηση. Πιάνω τα χρήματα με γυμνά χέρια και αμέσως μετά πλένομαι. Μάσκα δεν φοράω, δεν βρίσκω άλλωστε». Θα τη χρειαζόταν, όπως φαίνεται, καθώς δεν είναι όλοι οι πελάτες προσεκτικοί. «Τις προάλλες μπήκε ένας ηλικιωμένος, πλησίασε στην μπάρα και άρχισε να βήχει μες στο πρόσωπό μου, χωρίς καν να βάλει το χέρι του».

Η κίνηση έχει μειωθεί πολύ, δεδομένου ότι στο καφέ αρκετοί επέλεγαν να καθίσουν. «Αξίζει και σε εμάς και στους εργαζομένους στα σούπερ μάρκετ μια βοήθεια. Κι έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι άλλα: Το Σάββατο το βράδυ, μας έσπασαν κλέφτες την τζαμαρία και μας πήραν το ταμείο και το λάπτοπ. Βρήκαν ευκαιρία τώρα που δεν κυκλοφορεί ψυχή στη γειτονιά. Δεν μας έφταναν όλα, θα έχουμε να πληρώνουμε και έξτρα ζημιές».

Εκτεθειμένο επάγγελμα

«Είμαστε βασικοί κρίκοι στην αλυσίδα μετάδοσης του ιού. Στη λίστα με τα πιο εκτεθειμένα, σε μόλυνση, επαγγέλματα. Κατ’ εμέ, οι διανομείς, μαζί με τις εκκλησίες, είμαστε καθοριστικοί στην εξέλιξη της επιδημίας» υποστηρίζει ο Σταμάτης Καλογερόπουλος, διανομέας φαγητού σε ψηφιακή πλατφόρμα διανομής και μέλος του σωματείου ΣΒΕΟΔ (Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου).

Οπως καταθέτει, όσο προσεκτικός και να είναι κανείς, τα στάδια προσοχής είναι τόσο πολλά που αποκλείεται να μην παραλειφθεί κάποιο: «Πόσες φορές να αλλάξεις γάντια και να πλυθείς; Και να καθαρίσεις τον εξοπλισμό; Πώς να οργανώσω επιτυχημένα όλα τα στάδια: πώς πιάνω το μηχανάκι, πώς τον σάκο, πώς τη σακούλα, το κουδούνι, το πόμολο, το ασανσέρ... Και παράλληλα να οδηγώ μέσα στο στρες, σκεπτόμενος αν κινδυνεύουν οι δικοί μου», λέει.

Η ηλεκτρονική πλατφόρμα θεωρητικά βοηθάει καθώς αποφεύγεται η οικονομική συναλλαγή, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα να αφήσουν τη σακούλα έξω από την πόρτα, ωστόσο ο Σταμάτης εξηγεί σχετικά με αυτό: «Κατ’ αρχάς θέλουν να αφήσουν πουρμπουάρ και ενώ τους λέω όχι, μου πετάνε τα κέρματα μέσα στη τσάντα. Τα ψεκάζω με τη μία με οινόπνευμα. Επειτα, όπως και να γίνει η παράδοση, ακόμη κι αν δεν ιδωθούμε, πιάνουμε το ίδιο πράγμα. Σε εμένα δεν έχει εμφανιστεί ούτε ένας πελάτης φορώντας γάντια. Επίσης, θα πιάσει όλες τις συσκευασίες που έχουν πιάσει όλοι στη κουζίνα. Σε κάθε περίπτωση είμαι μεταδοτικός. Ο πελάτης νιώθει ασφαλής;» αναρωτιέται.

Δεν μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι τις πρώτες ημέρες εγκλεισμού τα σούπερ μάρκετ είχαν μειωμένη κίνηση, ενώ ο τζίρος στο ντελίβερι κρατήθηκε ψηλά. «Εφόσον ψώνισαν γιατί δεν μαγειρεύουν; Εγώ δεν έχω βρει αντισηπτικά και ούτε από τη δουλειά μάς έδωσαν. Εκείνοι που κάθονται σπίτι δεν το χρειάζονται, εμείς που είμαστε εκτεθειμένοι και μπορεί να τους κολλήσουμε όμως;». Η κατάσταση έχει περάσει σε άλλα επίπεδα, καθώς οι εργοδότες, όπως λέει, τους υποχρεώνουν να κάνουν διανομή ακόμη και σε νοσοκομεία ή σε επιβεβαιωμένα κρούσματα. «Τόσο απαραίτητο είναι το σουβλάκι; Εφόσον είμαστε σε πόλεμο, καλύτερα το κράτος και οι θεσμοί να επιτάξουν τα μηχανάκια, με έκτακτες συμβάσεις, να φτιάξουν και μαγειρεία και να κάνουμε διανομή μόνο στα νοσοκομεία και στις ευπαθείς ομάδες. Εκεί θα έχει πραγματικό νόημα», καταλήγει.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ