ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Ηξερε ποιος ήταν, ήξερε πού ανήκε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν μπορώ να απαντήσω στο ερώτημα «τι να κάνω;», γράφει ο φιλόσοφος Αλασντερ Μάκινταϊρ, αν δεν απαντήσω προηγουμένως στο ερώτημα: «Ποιας ιστορίας είμαι μέρος;». Για τον αλησμόνητο Μανώλη Γλέζο, αυτό ήταν ένα εύκολο ερώτημα. Ηξερε καλά σε ποια ιστορία ήταν πρωταγωνιστής: στην ιστορία της ανυπακοής στην αυθαίρετη ή άδικη εξουσία, αλλοδαπή ή εγχώρια. Είμαι Απεραθίτης και αριστερός, έλεγε με περηφάνια.

«Δεν είμαι πλάσμα ουρανοκατέβατο», είχε πει σε συνέντευξή του στη Λένα Παπαδημητρίου (ΒΗΜΑgazino, 24/10/16). «Είμαι πλάσμα απεραθίτικο». «Απεραθίτης είναι αυτός που δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα» – ο ανυπότακτος. Η Αριστερά γι’ αυτόν ήταν ο διαρκής αγώνας «να αποφασίζει ο λαός για όλα». Αριστερός είναι αυτός που σκάβει τον δρόμο της ουτοπίας: επιμένει να μάχεται γι’ αυτό που οι άλλοι θεωρούν ανέφικτο – μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση. Αν και δεν ήταν ένθεος, ο πυρήνας της σκέψης του ήταν θρησκευτικός: η εξουσία και ο λαός, η αμαρτία της εκμετάλλευσης και η σωτηρία της ισότητας, η καπιταλιστική κόλαση και ο σοσιαλιστικός παράδεισος. Απλές διχοτομίες που απελευθερώνουν τεράστια ανθρώπινη ενέργεια.

Ο ανθρώπινος βίος έχει στη συνείδησή μας τόση συνοχή, όση συνοχή διαθέτει η αναζήτηση προσωπικού αφηγήματος – δηλαδή, ποιος είμαι, τι θέλω, πώς ενεργώ. Τοποθετούμε τις ψηφίδες του βίου μας σε ένα μοτίβο, επιδιώκοντας τη συνοχή. Αναζητούμε αυτό που δίνει στην αφήγησή μας –στην προσωπική μας ιστορία– νόημα και κατεύθυνση. Ο Μ. Γλέζος δεν είχε αμφιβολίες: νόημα είχε η αντίσταση στην αδικία. Δεν ήταν μια αυστηρά ατομική επιλογή. Η ηθική αφετηρία του ήταν ριζωμένη στον ιδιαίτερο τόπο του, στην ιστορία της Ελλάδας και στην ιστορία της Αριστεράς. Η ιστορία της ζωής του ήταν ενσωματωμένη στην ιστορία των κοινοτήτων από τις οποίες αντλούσε την ταυτότητά του. Οι επιλογές του δεν ήταν οι επιλογές ενός αφηρημένου ατόμου, αλλά ενός ιστορικού δρώντος, στο εσωτερικό μιας παράδοσης.

Διέθετε επίγνωση της ιστορικής παράδοσης που ενσάρκωνε. «Στις παραμονές των εκτελέσεων», είπε σε μια συγκινητική ομιλία του, «στις παραμονές από κάθε μάχη, μαζευόμαστε και κουβεντιάζαμε και λέγαμε. Αν εσύ ζήσεις, μη με ξεχάσεις. Αν εσένα δε σε βρει το βόλι, όταν συναντάς τους ανθρώπους, θα λες καλημέρα κι από μένα. Κι όταν πίνεις κρασί, θα πίνεις κρασί κι από μένα. Κι όταν ακούς τον παφλασμό των κυμάτων, θα τον ακούς και για μένα. […] Κι όταν χορεύεις, θα χορεύεις και για μένα. Μπορώ να ξεχάσω αυτό τον κόσμο;». Οχι, δεν μπορούσε. Ζούσε για να τηρήσει την υπόσχεσή του – να τιμά την παράδοσή του και να αφηγείται.

Με την πάροδο του χρόνου, μετά την εμπέδωση της δημοκρατικής ομαλότητας το 1974, μετατράπηκε σε εθνικό σύμβολο. Εχοντας προηγηθεί η διεθνής αναγνώριση, ήταν θέμα χρόνου η εγχώρια καθολική αποδοχή του. Η κυρίαρχη αφήγηση ήταν αυτή του ήρωα, ο οποίος, με τον φίλο του Απόστολο Σάντα, κατέβασε τη σβάστικα από την Ακρόπολη στις 31 Μαΐου 1941. Μια συμπληρωματική αφήγηση, επέκταση της κυρίαρχης, ήταν αυτή του αιώνιου αντιστασιακού – όχι μόνο στον ναζισμό, αλλά σε οποιαδήποτε εξουσία. Εχοντας ασπασθεί τη διχοτομία εξουσία - «λαός», τασσόταν πάντοτε με τον δεύτερο.

Οταν μια αφήγηση γίνει κυρίαρχη, κινδυνεύει να παγιδεύσει τον πρωταγωνιστή της, στο μέτρο που η αφήγηση δεν οργανώνει μόνο τα πεπραγμένα, αλλά καθίσταται περίγραμμα συμπεριφοράς για το μέλλον. Ο χρόνος τότε παγώνει: το παρόν θεωρείται μετενσάρκωση του παρελθόντος· ο πρωταγωνιστής πασχίζει να δικαιώνει τη θέση του στην αφήγηση, όχι να προσαρμόζεται με εγρήγορση στην πραγματικότητα που βιώνει. Η ιστορικότητα μετατρέπεται σε παρελθοντολαγνεία.

Ο M. Γλέζος δεν ξέφυγε από την παγίδα. Η «αντίσταση» μετατράπηκε σε μανιέρα. Υπήρχε πολιτικά όσο υπήρχαν αντίπαλοι να αντιμάχεται, εξουσίες να καταγγέλλει. Τις τελευταίες δεκαετίες υπερασπιζόταν πολιτικούς χούλιγκαν, προσέδωσε ηθική νομιμοποίηση στον (ενίοτε βίαιο) αντιμνημονιακό λαϊκισμό και ανταποκρίθηκε ασμένως στον ρόλο που η κυρίαρχη αφήγηση του προσέδωσε: να είναι η φωνή της «Ελλάδας που αντιστέκεται». Ο θυματοποιητικός λόγος, όμως, δεν προάγει την αυτογνωσία – συγκαλύπτει και αποσιωπά.

Απηχώντας το κυρίαρχο αίσθημα της ελληνικής Αριστεράς, η πολιτική του αντίληψη για τον «ηρωικό λαό» ήταν απλουστευτική. Δεν φαίνεται να ήθελε να αντιληφθεί τη σημασία των θεσμών, την ετερογένεια του «λαού» και την εγγενώς εξουσιαστική φύση κάθε διακυβέρνησης. Γι’ αυτό ο όψιμος πολιτικός λόγος του παράπαιε μεταξύ λαϊκισμού και ελευθεριακότητας. Η «αντιστασιακή» του μανιέρα δεν του στέρησε την καλοσύνη: «δεν είμασταν οχτροί», έγραψε τρυφερά στο προσωπικό του σημείωμα προς την οικογένεια Μητσοτάκη, με αφορμή τον θάνατο του Κων/νου Μητσοτάκη.

Η συνεκτική αφήγηση του ανθρώπινου βίου δυνητικά εμπεριέχει την ανατροπή. Εκκινώντας από μια συγκεκριμένη παράδοση στην αναζήτηση νοήματος, ο πρωταγωνιστής ενδέχεται να ανα-θεωρήσει τις πεποιθήσεις του παραμένοντας ο ίδιος. Η «αντιστασιακή» αφήγηση του Μ. Γλέζου δεν προχώρησε μέχρι τέλους: και να αντισταθεί στο κυρίαρχο γι’ αυτόν αφήγημα και να αναθεωρήσει τις απόψεις του για τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό. Η συναισθηματική του πρόσδεση με την Αριστερά, η ανάγκη να τιμήσει τους συντρόφους του, ίσως δεν του επέτρεψαν να βρει το διανοητικό θάρρος να δει με κριτικό μάτι τα πολιτικά ιδεώδη στα οποία με αυταπάρνηση στρατεύθηκε. Ακόμη κι ένας Ηρωας δεν παύει να είναι άνθρωπος.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ