ΚΟΣΜΟΣ

Επιμένει στη στρατηγική υψηλού ρίσκου η Σουηδία

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ

Πεζόδρομος στη Στοκχόλμη στα μέσα της εβδομάδας. Η κυβέρνηση της Σουηδίας είναι η μοναδική που επιμένει να μην επιβάλει δραστικά περιοριστικά μέτρα. EPA / FREDRIK SANDBERG

 Εξαίρεση είναι η Στοκχόλμη. Η κυβέρνηση της Σουηδίας είναι η μοναδική που επιμένει να μην έχει επιβάλει δραστικά περιοριστικά μέτρα και όλο το προηγούμενο διάστημα οι δρόμοι, τα εστιατόρια και τα καφέ των μεγάλων σουηδικών πόλεων ήταν γεμάτα κόσμο. Το ερώτημα είναι γιατί να κάνει κανείς ένα πείραμα με τόσο υψηλό ρίσκο, το οποίο αν δεν εξελιχθεί κατ’ ευχήν θα έχει ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς.

Τα μόνα μέτρα που είχε λάβει η σουηδική κυβέρνηση μέχρι την Τετάρτη ήταν κλείσιμο των πανεπιστημίων, η απαγόρευση συγκεντρώσεων άνω των 50 ατόμων, η συμβουλή για αποφυγή ταξιδίων και η σύσταση σε όσους νιώθουν άρρωστοι ή είναι άνω των 70 ετών να παραμείνουν στο σπίτι τους. Ομως, καθώς οι νεκροί από την πανδημία είχαν αυξηθεί την 1η Απριλίου στους 239 από 180 την προηγούμενη ημέρα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την Τετάρτη πως στο εξής οι πολίτες θα πρέπει υποχρεωτικά να διατηρούν αποστάσεις από τους άλλους, τα καταστήματα και οι επιχειρήσεις να φροντίζουν να μην υπάρχει συνωστισμός πελατών και όλοι όσοι έχουν το παραμικρό σύμπτωμα να μένουν στο σπίτι ανεξαρτήτως ηλικίας.

Πρόσωπο-κλειδί για τη στρατηγική που ακολουθεί η Σουηδία είναι, εκτός από τον πρωθυπουργό Στέφαν Λόφεν, ο Αντερς Τέγκνελ, επικεφαλής επιδημιολόγος της σουηδικής Υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας. Επιμένει να αρνείται ότι η τακτική που έχει υιοθετήσει η χώρα είναι να περάσει την ασθένεια γρήγορα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ώστε να επιτευχθεί η λεγόμενη «ανοσία της αγέλης», δηλαδή μεγάλο μέρος του πληθυσμού να έχει αποκτήσει ανοσία στην ασθένεια COVID-19 ώστε να σταματήσει τη διάδοσή της. Αυτή την τακτική ακολούθησαν αρχικά και η Βρετανία και η Ολλανδία, ωστόσο έχουν αλλάξει στάση σταδιακά μετά την προειδοποίηση επιστημόνων ότι η μόλυνση τόσο πολλών ανθρώπων σε τόσο μικρό διάστημα θα οδηγήσει σε κατάρρευση το σύστημα υγείας και σε εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους.

Προ ημερών ο Τέγκνελ είχε δηλώσει στη σουηδική τηλεόραση ότι ο νέος κορωνοϊός θα αναχαιτιστεί είτε μέσω «της ανοσίας της αγέλης, ή ενός συνδυασμού ανοσίας και εμβολιασμού. Βασικά είναι το ίδιο πράγμα». Ωστόσο, με τον εμβολιασμό επιτυγχάνεται η ανοσία μεγάλου μέρους του πληθυσμού με ασφαλή τρόπο, ενώ η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική αν προσπαθήσει κανείς να πετύχει γενικευμένη ανοσία επιτρέποντας σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να κολλήσει την ασθένεια. Σημειωτέον ότι η Σουηδία διαθέτει αναλογικά με τον πληθυσμό της τον μικρότερο αριθμό νοσοκομειακών κλινών στην Ευρώπη.

Γιατί άραγε ακολουθεί η σουηδική κυβέρνηση τόσο διαφορετική τακτική σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και με την Κίνα που πρώτη απέδειξε ότι η επιδημία μπορεί να νικηθεί με σκληρά περιοριστικά μέτρα; «Αυτά είναι μέτρα που μπορεί να εφαρμόσει κανείς για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα... Αν τα εφαρμόσει κανείς υπερβολικά νωρίς, τότε θα κουραστούν οι άνθρωποι», είχε δηλώσει ο Τέγκνελ σε συνέντευξή του. Παραδέχθηκε, επίσης, ότι είναι πιθανό να αυξηθούν οι εισαγωγές σε νοσοκομεία τις επόμενες εβδομάδες και δήλωσε ότι «κανείς δεν γνωρίζει, όλοι υποθέτουμε» με ποιον τρόπο θα εξελιχθεί η πανδημία.

Η πραγματικότητα

Μόνο που αυτό δεν ισχύει ακριβώς. Η Ιταλία και η Ισπανία καθυστέρησαν να λάβουν περιοριστικά μέτρα και το αποτέλεσμα είναι περισσότεροι από 20.000 θάνατοι σε έναν μήνα. Επιπλέον, το αμερικανικό Κέντρο Πρόληψης Νόσων (CDC) εκτίμησε την Τετάρτη ότι το 25% των ανθρώπων που νοσούν από τον COVID-19 δεν εμφανίζει απολύτως κανένα σύμπτωμα με αποτέλεσμα να μεταδίδει την ασθένεια χωρίς να το γνωρίζει αν δεν έχει περιοριστεί. Ο Τέγκνελ εκτίμησε ότι ο αριθμός των ασθενών που θα χρειαστούν νοσηλεία το αμέσως προσεχές διάστημα δεν θα είναι πολύ μεγάλος. Βάσισε αυτή την εκτίμηση σε ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χώρας του, όπως ότι σε πολύ μικρό ποσοστό των σουηδικών νοικοκυριών (σε σύγκριση με την Ιταλία) ζουν μαζί διαφορετικές γενιές. Επιπλέον, η Σουηδία είναι αραιοκατοικημένη χώρα και οι πολίτες της είναι παραδοσιακά πειθαρχημένος λαός με εμπιστοσύνη στην κυβέρνησή του.

Προς το παρόν, ο πληθυσμός φαίνεται να υποστηρίζει την τακτική της κυβέρνησης, έχει εμπιστοσύνη σε αυτήν, καθώς ο πρωθυπουργός Λόφεν έχει καλέσει τους Σουηδούς να συμπεριφέρονται ως «ενήλικες» και να μη διαδίδουν «πανικό ή φήμες». Ωστόσο, πολλοί Σουηδοί επιστήμονες και γιατροί μάλλον έχουν αρχίσει να αισθάνονται ακριβώς πανικό.

Περισσότεροι από δύο χιλιάδες γιατροί, επιστήμονες και καθηγητές –περιλαμβανομένου του προέδρου του Ιδρύματος Νομπέλ– υπέγραψαν την περασμένη εβδομάδα έκκληση για υιοθέτηση αυστηρότερων περιοριστικών μέτρων. «Μας οδηγούν στην καταστροφή. Δεν κάνουμε αρκετά διαγνωστικά τεστ, δεν παρακολουθούμε επαρκώς με ποιους ήρθαν σε επαφή οι φορείς, δεν απομονώνουμε επαρκώς – έχουμε αφήσει τον ιό ελεύθερο», λέει στον Guardian η καθηγήτρια Σεσίλια Σόντερμπεργκ-Νοκλέρ, η οποία είναι ερευνήτρια με αντικείμενο την ανοσολογία ιών στο Ινστιτούτο Καρολίνσκα. «Η κυβέρνηση νομίζει ότι δεν μπορεί να τη σταματήσει (την πανδημία), οπότε αποφάσισε να αφήσει τους ανθρώπους να πεθάνουν», συνεχίζει. «Εχουμε ενδείξεις ότι ο ρυθμός διπλασιασμού είναι υψηλότερος από της Ιταλίας, σύντομα θα έχουμε οξεία έλλειψη ΜΕΘ στη Στοκχόλμη και δεν κατανοούν ότι τότε θα είναι πολύ αργά. Ολα αυτά είναι πολύ επικίνδυνα». Δεν μπορεί κανείς παρά να ελπίζει ότι το σουηδικό πείραμα θα έχει ευτυχή κατάληξη. Ωστόσο, η ελπίδα δεν αποτελεί τακτική. 

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ