ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η συγγραφέας Αλεξάνδρα Κ* μας μεταφέρει νοητά στο νησί της, την Κέρκυρα.

Υπό συνθήκες κανονικότητας θα έφτανε Μεγάλη Τετάρτη για να αποφασίσω αν θα φύγω. Το δίλημμα: να καθίσω ήσυχα στην έρημη Αθήνα ή να πάω να ριχτώ μες στην κολασμένη πολυκοσμία του κερκυραϊκού Πάσχα; Φέτος όμως που σε βρήκα, κι έχω να σου δείξω και να σε δείξω, θα σ’ έπαιρνα με το ζόρι αλά μπρατσέτα και θα κάναμε περατζάδες πάνω κάτω στο Λιστόν και μέσα έξω στο Καμπιέλο, να καταλάβεις τι πάει να πει εδώ άνοιξη κι Ανάσταση και αμαρτίαν ουκ έχω. Θα γέλαγες εσύ με το φολκλόρ και το φλου τουριστίκ –και δίκιο θα ’χες–, αν δεν είχες εμένα να σου δείξω αυτά που κρατάμε εμείς για μας και να σου κοπεί το γέλιο. Γιατί μπορεί οι Κερκυραίοι γενικά να έχουμε πουλήσει την ψυχή μας στον διάολο του τουρισμού, στο θέμα «Πάσχα» όμως είμαστε ξεκάθαροι: το κάνουμε πρωτίστως για πάρτη μας, δευτερευόντως δε για κείνους που θέλουμε να ξελογιάσουμε. Οι τουρίστες έρχονται τελευταίοι, κι ας είναι αυτοί που μας ζουν. Φροντίζουμε να τους ψυχαγωγούμε με κάποιες λίγες εκδηλώσεις, αλλά μην πλανάσαι, δεν είναι Πάσχα στην Κέρκυρα αυτό που δείχνουν στις ειδήσεις.  

Μεγάλη Πέμπτη απόγευμα θα φτάναμε και θα σ’ έτρεχα με το «καλησπέρα σας» σε μια συναυλία μπαρόκ και ελεκτρόνικα μέσα σ’ έναν ναΐσκο του 11ου αιώνα, χωμένο σ’ έναν βράχο. Ύστερα θα σε πήγαινα για ολίγη ποίηση στα Ανάκτορα –Σολωμός πιθανότατα, σε μιξ με Αργύρη Χιόνη– κι έπειτα θα σε τάιζα κάτι εξίσου υψιπετές: πίτα νηστίσιμη από το Πικάντικο*. Ζυμάρι, πατάτες τηγανητές, κόκκινη σάλτσα κερκυραϊκή – το παραδοσιακό γεύμα όσων συμμετέχουν στους 30 επιταφίους της πόλης. «Έτσι στα όρθια;” θα πεις. Όχι βέβαια. Θα σου στρώσω στο πεζούλι κάτω απ’ το κτίριο της Μπλε*, να ακούσεις την πρόβα: τριακόσια πνευστά μαζεμένα σ’ ένα δωμάτιο να παίζουν Βέρντι. Εκτός κι αν θες Σοπέν, οπότε σε πάω στο παγκάκι κάτω απ’ την Κόκκινη*. Για το τέλος σου ’χω πρόβα Adagio της Παλιάς*, μόνο που εκεί είναι πιο κοσμικά, θα σου δώσω να κρατάς ένα spritz ή παγωτάκι παραδοσιακόν του Παπαγιώργη*, γιατί είμαστε μικρή κοινωνία και θα μας συζητάνε. Περπατώντας θα γυρίσουμε σπίτι, παραθαλασσίως. Και θα κάνουμε και στάση στη Σκάλα του Δημάρχου* να βουτήξουμε τα πόδια μας στο νερό και να με φιλήσεις λίγο στα κρυφά, κάτω από τα μοβ φαναράκια*, σαν να ’μαστε δώδεκα ή παράνομοι ή διακόσια χρόνια πεθαμένοι.  

Μεγάλη Παρασκευή θα ξύπναγες αχάραγα, γιατί η άνοιξη εδώ είναι ξεδιάντροπη και μπαίνει στο δωμάτιο από παντού: ο ήλιος ανατέλλει στα πόδια του κρεβατιού μου ακριβώς, από το πάρκο απέναντι τρυπώνουνε στις γρύλιες πασχαλιές και η θάλασσα στραφταλίζει σ’ όλους τους τοίχους, δεν τη γλιτώνεις – θέλεις δεν θέλεις, ξυπνάς. Θα σου ’φερνα καφέ στο χέρι και θα περπατούσαμε μαζί μέσα απ’ το πάρκο της Γαρίτσας έως την πόλη. Στη σκιά των κοκκινόδεντρων της λεωφόρου Αλεξάνδρας θα σου ’λεγα ψέματα πως η οδός μού ανήκει, μαζί και όλα της τα αρχοντικά, και όλοι οι θρύλοι τους, κι όλες οι πίσω αυλές τους. Δεν θα ’ταν ψέματα εντελώς· σέρνω το φόρεμά μου σε τούτο το πλακόστρωτο κάτι αιώνες τώρα.


Τη Μεγάλη Παρασκευή, η Κόκκινη, δηλαδή η φιλαρμονική «Καποδίστριας», θα έπαιζε μεταξύ άλλων το πένθιμο εμβατήριο του Σοπέν... © ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ


Πρώτο προσκύνημα: άγαλμα Καποδίστρια. Παγκάκι, θέα θάλασσα, διαφωτισμός. Υποχρεωτική ρεβεράντζα στον κόντε κι έπειτα για πασαρέλα στο Λιστόν μέσω Πάνω Πλατείας. Το τράφικο έχει αρχίσει: οι πρώτοι επιτάφιοι της μέρας διασταυρώνονται, οι συγκρουόμενες φιλαρμονικές διαγωνίζονται ποια θα φυσήξει δυνατότερα τη marcia funebra* της, η μαθητιώσα νεολαία της μιας πομπής φλερτάρει με της άλλης, τα μανουάλια χτυπιούνται μεταξύ τους σαν τα ξίφη. Καρέκλα στο Λιστόν ούτε για δείγμα. Οι τουρίστες έχουν αρχίσει ήδη τις «Χριστοπαναγίες» και οι ντόπιοι απαντούν με «Αγιοσπυριδώνους»*. Σε παίρνω από κει και σε κρύβω στο Καμπιέλο* γιατί δεν σ’ έχω και για χόρταση. Ρωτάς τι είναι αυτά τα μπορντό μεταξωτά στα ανοιχτά παράθυρα. Σου λέω πως λέγονται νταμάσκ*, πως τα κρεμούν οι πιστοί ιθαγενείς, γιατί ξέρουν ότι θα περάσεις από δω, ότι σε καλοπιάνουν. Εσένα και τον Άγιο. Σε κερνάω μια μόκα* στου Τζέκου* να ξαποστάσεις, γιατί τώρα θα σε πάω Μουράγια-Κήπο Λαού-Μποσκέτο-Φρούριο, διασχίζοντας αγριεμένα στίφη κι επιταφίους μέχρι να φτάσει η ώρα του μεγάλου, της Μητρόπολης. Τότε θα σταθούμε στην αψίδα των Ανακτόρων με το κεράκι μας στο χέρι, και θα περάσει ξυστά απ’ τα στήθη μας η Παλιά παίζοντας το Adagio, και πρώτη σου φορά θα δεις πώς είναι να τρέμουν όλα μέσα σου από την ένταση των πνευστών και τα μινόρε του Albinoni*. Σ’ αυτό το σημείο εγώ θα βάλω τα κλάματα, όπως κάθε χρόνο, γι’ αυτό καλά θα κάνεις να με έχεις αγκαλιά. Το ίδιο θα συμβεί ξανά σε λίγο, καθώς θα χωθούμε στα καντούνια και θα ξαναδούμε την περιφορά σε άλλα σημεία της πόλης: μία από μπαλκόνι στο Λιστόν, μία απ’ τις Καρδελάκουες και μία απ’ τον Άγιο Αντώνη. Θ’ ανέβουμε να κοιμηθούμε στης Νένης, γιατί αύριο έχεις πρωινό ξύπνημα: οι επιτάφιοι δεν έχουν τελειώσει.

Μεγάλο Σάββατο πρωί θα βγει των Καθολικών και του Αγίου Σπυρίδωνα – εδώ ν’ ακούσεις σουξέ. Λογικά ο Αντρέας θα έχει κρατήσει με ολονύχτιες βάρδιες το τραπέζι στην καίρια θέση, στη μέση του Λιστόν κάτω απ’ τα βόλτα, οπότε στις 11 ακριβώς –στην Πρώτη Ανάσταση– θα σκάσουν στα πόδια σου οι μπότηδες* κι έπειτα θα περάσουν μπρος σου μαζορέτες. Ο Αντρέας θ’ ανοίξει την πρώτη φογάτσα*: νηστεία τέλος. Εδώ ο Χριστούλης αναστήθηκε ήδη και τώρα μπορούμε ν’ αρχίσουμε να πίνουμε μέχρι την κανονική Ανάσταση, τη βραδινή. Αυτό συνήθως το κάνουμε στο μπαρ του Δημήτρη*, γιατί είναι δίπλα στην Αγία Παρασκευή, όπου έρχεται πρώτο το Άγιο Φως, οπότε –παρότι πιωμένοι– δεν χάνουμε επαφή με τα τεκταινόμενα. Τότε θα ανέβουμε στο μπαλκόνι της Μαρίας, πρώτο τραπέζι πίστα στην Πάνω Πλατεία, στο πάλκο, όπου τελείται η λειτουργία της Ανάστασης – συνοδεία φιλαρμονικών πάντα. Γύρω θα πετάνε φαναράκια στον αέρα κι από κάτω μας θα κυλά ένα ποτάμι ανθρώπων με τρεμάμενες φλογίτσες. Το «Χριστός Ανέστη» το τραγουδάμε φυσικά όλοι μαζί –ιντονάδοι και πρώτες-δεύτερες φωνές–, όχι πρόχειρα πράματα. Τα πυροτεχνήματα θα διαρκούσαν και φέτος περισσότερο από την ίδια τη λειτουργία. Ύστερα η Μαρίνα* θα μας τάιζε τη μαμαδίσια μαγειρίτσα της στο ίδιο τραπέζι, όπως κάθε χρόνο.

Θα γυρίζαμε σπίτι με τα πόδια, από τη θάλασσα. Έξω απ’ το Corfu Palace θα σου ’δειχνα έναν σκούτζικα* να κοιμάται γαλήνια πάνω σ’ έναν κορμό. Δεν θα τον έβλεπες αμέσως, γιατί είναι ίδιον του σκούτζικα να γίνεται ένα με το τοπίο. Κρίμα που δεν μπορώ να σε πάω φέτος στο νησί. Νομίζω θα ταίριαζες εκεί. Κι αν όλα πήγαιναν καλά, θα γινόσουν ο πιο ωραίος σκούτζικας στην ιστορία των Κερκυραίων σκουτζίκων.

*Πικάντικο: παραδοσιακό σουβλατζίδικο στην πιάτσα.
*Μπλε: η φιλαρμονική «Μάντζαρος».
*Κόκκινη: η φιλαρμονική «Καποδίστριας».
*Παλιά: η Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας.
*Παπαγιώργης: παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο με ειδίκευση στο παγωτό.
*Σκάλα του Δημάρχου: μικρή προκυμαία της παραλιακής.
*Μοβ φαναράκια: κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, τα βενετσιάνικα φανάρια της πόλης φωτίζουν με μοβ χρώμα, σε ένδειξη πένθους.
*Μarcia funebra: πένθιμο εμβατήριο – κάθε φιλαρμονική παίζει το δικό της.
*Αγιοσπυριδώνους: ο Άη Σπυρίδωνας χρησιμοποιείται και ως βρισιά.
*Καμπιέλο: η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας, μια δαιδαλώδης γειτονιά από βενετσιάνικα σπίτια του 17ου και του 18ου αιώνα.
*Νταμάσκ: μπορντό υφάσματα που κρεμιούνται απ’ τα παράθυρα όταν γίνεται η περιφορά του Αγίου Σπυρίδωνα.
*Μόκα: παραδοσιακό κερκυραϊκό γλύκισμα- ρόφημα με παγωτό και καφέ.
*Τζέκος: Arthaus Café, καλλιτεχνικό καφενείο, κρυμμένο σε καντούνι απέναντι από το καμπαναριό του Αγίου Σπυρίδωνα.
*Albinoni: ο συνθέτης του Adagio. Από τη σύνθεσή του έχουν σωθεί τα τρία πρώτα μέτρα. Το υπόλοιπο κομμάτι έχει συμπληρωθεί από άγνωστο συνθέτη.
*Μπότηδες: αγγεία γεμάτα νερό που πετάμε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Στην πραγματικότητα είναι παγανιστικό έθιμο που δεν σχετίζεται με το Πάσχα. Είναι μια τελετή κάθαρσης.
*Φογάτσα: κερκυραϊκό, πασχαλινό τσουρέκι, ζαχαροπλαστείο Κρητικός.
*Μπαρ: Calle Larga, οδός Γκύλφορδ.
*Μαρίνα: Ταβερνάκι της Μαρίνας, περιοχή Σπηλιά.
*Σκούτζικας: ευμεγέθης τροπική σαύρα που για κάποιον περίεργο λόγο κατοικεί στα δέντρα έξω από το ξενοδοχείο Corfu Palace.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ