ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

«Τρώγεται, μωρέ, η μυζήθρα στην Αθήνα;»

ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ

(Φωτογραφία: ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Όλγα Χαραμή θυμάται τη ζεστή φιλοξενία και τη μοναδική εμπειρία του Πάσχα στην Κρήτη.

Ένα κεφάλι φρέσκια μυζήθρα μου ’χουν στείλει από «κάτω» και την κοιτάω έτοιμη να βάλω τα κλάματα. «Τρώγεται, μωρέ, η μυζήθρα στην Αθήνα; Χωρίς ρακή και χοχλιούς;» με εμπαίζει στο τηλέφωνο ο φίλος μου ο Λευτεράκης. Τώρα θα ήμασταν παρέα στα μιτάτα, είναι η εποχή που βγάζουν τα φρέσκα τυριά στην Κρήτη. Μαζί, μου στείλανε και ρακή, θυμάρια, μαλοτήρες, άγριες αγκινάρες –  δεν ξέρω ούτε να τις καθαρίσω, στην Κρήτη με έχουν βασίλισσα.

Πειραιάς – κρητικό καράβι – ολονύχτια πλεύση. Πλαστική καρέκλα και τα πόδια στα κάγκελα του καταστρώματος όλη νύχτα. Το λες και βίτσιο. Σχεδόν κάθε Πάσχα η ίδια αγαπημένη φασαρία. Άφιξη στο Ηράκλειο τα χαράματα, μπουγάτσα και ελληνικός στον Κιρκόρ, στην πλατεία Λιονταριών – ποια νηστεία, είναι σαν τάμα που δεν μένει ανεκπλήρωτο. Μετά, βολίδα για το χωριό, τις Ποταμιές, νότια της Χερσονήσου. Να βγαίνει η θεία Ελένη στον δρόμο να με προϋπαντήσει και να μου βάζει το καλτσούνι στο στόμα πριν καν με φιλήσει. Αγουροξυπνημένη η Λίτσα να φτιάχνει καφέ και να τα λέμε. Και δώσ’ του η θεία να πηγαινοέρχεται με πιάτα – όλη μέρα αυτή η δουλειά.

Τα αχινοπόδια τα μαζεύουμε Μεγάλη Παρασκευή. Είναι οι θάμνοι με τους οποίους θα ανάψει η φουνάρα στην Ανάσταση. Πιάνουμε τα γύρω βουνά και γεμίζουμε τα αγροτικά έως απάνω. Βαριέμαι λίγο, αλλά δεν τους το λέω, το χαίρονται τόσο πολύ. Στο Μαρμακέτω, στο Οροπέδιο Λασιθίου, την ίδια μέρα, οι γυναίκες στολίζουν αριστοτεχνικά τον επιτάφιο με ορχιδέες, τις «βιόλες της Λαμπρής». Αυτές, λέει, μετά κρεμιούνται στην εκκλησία, μαραίνονται και ξαναζωντανεύουν στις 5 Μαΐου, του Αϊ-Γιάννη του Θεολόγου. Ούτε 30 χλμ. απόσταση το Μαρμακέτω, αλλά δεν έχουμε δεήσει να πάμε. Η ακτίνα μας Ποταμιές-Αβδού-Γωνιές. Σε κάθε πρόταση περιήγησης μια ρακή εμφανίζεται απ’ το πουθενά και δώσ’ του πάλι τα φαγοπότια. Και είναι, εδώ που τα λέμε, τα ωραιότερα, παρά τη νηστεία που τηρούν αυστηρά: άγριες αγκινάρες ωμές με λεμόνι, χοχλιοί, βολβοί, άγρια χόρτα τσιγαριαστά, οφτές πατάτες, κουκιά, χταπόδια ξιδάτα.  

Η περιφορά του επιταφίου έχει μεγάλη πλάκα εδώ. Σε κάθε σπίτι στήνεται τραπέζι για κέρασμα. Ο επιτάφιος σταματά, οι νοικοκυραίοι προσκυνούν και οι ακόλουθοί του κερνιούνται ρακή και όλα τα νηστίσιμα. Όσο ο επιτάφιος προχωρά, βέβαια, τόσο λιγότεροι απομένουν στην πομπή, αφού αυτό το κέρασμα εξελίσσεται για άλλη μία φορά σε φαγοπότι.


Τα κρητικά γλέντια μπορούν να περιμένουν. Η ρακή φέτος θα καταναλωθεί ιδιωτικώς. (Φωτογραφία: ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ)


Σάββατο στις Ποταμιές, λαμπαδιάζει πανηγυρικά ο Γιούδας. Να καίγονται όλοι προσπαθώντας να πλησιάζουν τη φουνάρα και τον φλεγόμενο τρισκατάρατο. Όλο το χωριό να γίνεται οικείο από το ζεστό φως στα πρόσωπα. Κάθε σπίτι να ανάβει μια μικρή φωτιά στην αυλή του και να ετοιμάζει –τι άλλο;– φαγοπότι. Κι εκεί που πας να κοιμηθείς πια, να ακούς ξαφνικά τα όργανα έξω από το παράθυρό σου. Ο Κωνσταντίνος και η παρέα του, 20-25 χρονών κοπέλια, ολομέθυστοι να έχουν όρεξη για καντάδες. «Βρε, άντε για ύπνο», να τους λες και να απαντούν με μαντινάδες.

Ελάχιστες ώρες αργότερα, αχάραγο Κυριακής, να τρυπώνει η κάπνα από το παράθυρο. Να βγαίνω στην αυλή κι ο Γιώργης να έχει ήδη έτοιμη πετσούλα με τον καφέ.

Κοπάδια ολόκληρα ξεκληρίζουν οι αθεόφοβοι. Κατσίκια αντικριστά, αρνιά στη σούβλα, κοκορέτσια... μέχρι το απόγευμα – μετά αρχίζουν οι μπριζόλες, τα παϊδάκια κ.λπ., κ.λπ. Το τι ποσότητες καταναλώνουν δεν το χωράει ανθρώπινος νους. Στη ρακή δεν χρειάζεται να αναφερθώ. Όλοι είναι καλεσμένοι κι όλοι φιλοξενούμενοι την ίδια στιγμή, αφού από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί ο ένας περνά από το σπίτι του άλλου, μαζί και μουσικοί με όργανα. Σε πόσα σπίτια βρέθηκα να τρώω δεν θυμάμαι να σας πω. Θυμάμαι μόνο τον Γιώργη να ψήνει ασταμάτητα ένα 24ωρο, τον Ζαχάρη να χορεύει, τον Νίκο να πηδάει στον αέρα σαν κατσίκι στον πηδηχτό, τη Μαριάννα να προσπαθεί να μου μάθει τα βήματα και φυσικά τη θεία Ελένη να με ταΐζει στο στόμα ασταμάτητα – μαζί της και όλους τους άλλους, γνωστούς και αγνώστους, γιατί «τίποτα δεν έχεις φάει». Στην Κρήτη θεωρείσαι πάντα νηστικός. Εγώ να γκρινιάζω ότι θα σκάσω, να γκρινιάζω που πέρασαν οι μέρες και πάλι δεν πήγαμε βόλτα εδώ κι εκεί, γιατί πάλι ο νους τους είναι μόνο στο γλέντι και στο φαΐ. Copy-paste όλα αυτά κάθε φορά. Βαράτε με κι ας κλαίω, δηλαδή. Και φέτος που λείπω και δεν βαράει κανείς, κλαίω μπροστά στη μυζήθρα!

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ