ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Διονύσιος Σολωμός, διαρκώς έγκαιρος

Του Παντελη Μπουκαλα

O Διονύσιος Σολωμός, του οποίου το όνομα αλλά μάλλον όχι το ρήμα, όχι το στοχαστικό λογοτεχνικό σώμα, θα ανακληθεί στη μνήμη μας από τον επετειακό αυτοματισμό λόγω της επερχόμενης 25ης Μαρτίου, δεν είναι ο ποιητής της μια μέρας ή έστω των δύο. Δεν είναι δηλαδή ο ποιητής των εθνικών μας εορτών, όταν χρησιμοποιούμε κάποιους από τους στίχους του για να κρεμάσουμε πάνω τους τη ρητορική των πανηγυρικών μας ή τις εθιμοτυπικές προτροπές μας κι αμέσως ύστερα να τους ξεχάσουμε. Χάρη στο απροσέγγιστο ύψος του και τον ποικίλο πλούτο της τέχνης του, είναι ποιητής όλου του χρόνου, διαρκώς έγκαιρος και όχι απλώς επίκαιρος, και πάντοτε αναγκαίος, είτε παραμυθία και ευμορφία αναζητούμε στην ποίησή του είτε ερεθίσματα για να αναστοχαστούμε τι είμαστε ως πρόσωπα και ως μέλη μιας κοινότητας στο χώρο και το χρόνο.

Καμιά τιμή, λοιπόν, δεν του περιποιούμε όταν τον κερματίζουμε, όταν αφήνουμε έξω από την ανάγνωσή μας, δηλαδή έξω από τη γνώση μας, τον υψηλότατο λυρισμό του, τη δριμύτατη σάτιρά του ή τις σταράτες απόψεις του για τη γλώσσα, αρκούμενοι στα εθνικώς ωφέλιμα ποιήματά του, σε ό,τι δηλαδή εμείς εννοούμε κάπως επιδερμικά ως εθνικώς ωφέλιμα. Γιατί η αλήθεια είναι ότι και τον «Υμνο εις την Ελευθερίαν» (ποικιλότροπα ήδη παραποιημένο από τον «δήμο των γηπέδων», που τον προσαρμόζει στιχουργικά στη δική του λατρεία) ακόμη τον συμπιέζουμε κατά τη διδακτική πράξη στις δύο πρώτες του στροφές, κι έτσι δεν γευόμαστε ούτε το μισό μάθημα ελευθεροφροσύνης και ιστορίας που συνιστά ακέραιο το ποίημα με τα 158 τετράστιχά του. Οπωσδήποτε, στις μέρες μας κανείς εκπαιδευτικός δεν διατρέχει τον κίνδυνο να καταγγελθεί ότι υπονομεύει την εθνική γλώσσα, ενδεχομένως και το εθνικό φρόνημα, όπως το είχε πάθει ο Κώστας Βάρναλης στα χρόνια 1911-1915, επειδή είχε διανοηθεί, εργαζόμενος ως ελληνοδιδάσκαλος στα Μέγαρα, να διδάξει στα παιδιά όλον τον Υμνο, δηλαδή και τις στροφές εκείνες που αφορούν την άλωση της Τριπολιτσάς. Οι στροφές αυτές δοξάζουν φυσικά και αποθεώνουν τους Ελληνες εκπορθητές, και δικαιώνουν το αιματηρά απελευθερωτικό έργο τους, ο ποιητής όμως είχε και τη θαυμαστή ευαισθησία, μετά τη συγκλονιστική περιγραφή του μακελειού, να ανακράξει «Ω! φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί».

Πηγές του ποιητή

Θα πρέπει να θυμηθούμε εδώ ότι τον Σολωμό τον ενημέρωνε έγκαιρα για την εξέλιξη της Επανάστασης, για τις μάχες ή για τις ενδοελληνικές έριδες, ο φίλος του και μέντοράς του Σπυρίδων Τρικούπης (μια άλλη πηγή τού ποιητή ήταν τα «Ελληνικά Χρονικά» που εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος. Μάγιερ, έχει άλλωστε ήδη επισημανθεί η παρουσία στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» λέξεων ή εικόνων αντλημένων από την πρώτη ελληνική εφημερίδα· το «άκρα σιωπή και από τα δύο αντιμαχόμενα μέρη», λ.χ., μπορεί ομαλά να οδήγησε στο «άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει»). Ιδού λοιπόν τι γράφει ο Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» για την Τριπολιτσά: «Απειρα και πολύτιμα ήταν τα λάφυρα, αλλ΄ όλα διηρπάγησαν άνευ παραμικράς ωφελείας του κοινού, αν και ηλπίζετο να θεραπευθούν οπωσούν εκείθεν αι κατεπείγουσαι ανάγκαι της πατρίδος. Τόση δε ήτο η επισυμβάσα λεηλασία ώστε αι πλείσται των οικιών εγυμνώθησαν και αυτής της ξυλώσεώς των. Ουδαμώς προτιθέμεθα να δικαιολογήσωμεν τας επί της αλώσεως της Τριπολιτζάς απανθρωπίας των Ελλήνων, ως απανθρωπίας των ομογενών: υπενθυμίζομεν μόνον, ότι παντός λαού η ιστορία, και αυτών των μάλλον εξευγενισμένων, έχει σελίδας απανθρωπίας». Με την ευθυκρισία και την τιμιότητα του Σπυρίδωνος Τρικούπη συναρμόζεται η ευθυκρισία και η τιμιότητα του Σολωμού, για να αποκτήσει έτσι ο Υμνος μια πανανθρώπινη διάσταση που δύσκολα τη συναντούμε σε άλλους εθνικούς ύμνους.

Αξίζει να συμπληρώσουμε εδώ ότι οι καθαρευουσιάνοι, που θαύμαζαν τον Αλέξανδρο Σούτσο και τον έκριναν ανώτερο του Σολωμού, είχαν προτείνει να μεταφραστεί ο Εθνικός Υμνος στην καθαρεύουσα. O ίδιος μάλιστα ο Αλέξανδρος Σούτσος, στο ποίημά του «Επιστολή προς τον Βασιλέα της Ελλάδος Οθωνα» του 1833, έγραφε: «O Κάλβος και ο Σαλομός, ωδοποιοί μεγάλοι, / κι οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη. / Ιδέαι όμως πλούσιαι πτωχά ενδεδυμέναι, / δεν είναι δι΄ αιώνιον ζωήν προωρισμέναι». Ειρωνευόμενος τους καθαρευουσιάνους, ο Κωστής Παλαμάς γράφει: «Τι κρίμα να μην καταλάβη ο Σολωμός ότι τα ύψιστα αισθήματα του Εθνους του θα τα διηρμήνευεν αν έλεγε, όχι "Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή" αλλά «Γινώσκω σ΄ εκ της κόψεως / του ξίφους της δεινής. / Γινώσκω σ΄ εκ της όψεως / δι΄ ης την γην βία μετρείς!"»

Κι όταν, στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, και σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την καθιέρωση των δύο πρώτων στροφών του «Υμνου εις την Ελευθερίαν» ως εθνικού ύμνου, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής τον έκρινε ακατάλληλο με ένα άρθρο του σε περιοδικό της εποχής (επειδή, συν τοις άλλοις, σύμφωνα με το «κατηγορητήριο», περιείχε προσβλητικές στροφές εναντίον των ξένων Δυνάμεων), ο Παλαμάς ήταν και πάλι εκείνος που αρθρογράφησε καταρρίπτοντας ένα προς ένα τα αντισολωμικά επιχειρήματα. Αυτό που μας διδάσκει όλη ετούτη η περιπέτεια είναι πως όσα θεωρούμε σήμερα αυτονόητα, δεν ήταν έτσι ευθύς εξαρχής αλλά χρειάστηκαν συγκρούσεις πνευματικές, άρα και ιδεολογικές, για να επιβληθούν.

Αν το αποκλειστικό κριτήριο για να αποδοθεί σε κάποιον λογοτέχνη ο βαρύτατος τίτλος του εθνικού ποιητή ήταν η ασυγκράτητη ή και στομφώδης πατριδολατρική του ρητορεία, τότε ο εθνικός μας ποιητής δεν θα ήταν ο Σολωμός αλλά, ίσως, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής ή ο Αλέξανδρος Σούτσος. Γιατί ο κόντε Διονύσιος Σολωμός ήταν και είναι εθνικός ποιητής, αλλά και γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης, όχι μόνο λόγω του «Υμνου εις την Ελευθερίαν», του μόνου ποιήματός του που το τελείωσε γρήγορα, μέσα σε έναν μήνα, τον Μάιο του 1823, για να το εκδώσει έναν χρόνο αργότερα στο Μεσολόγγι, συγκινώντας και συνεπαίρνοντας τους λογίους και τους αγωνιστές στην Ελλάδα αλλά και τους Ευρωπαίους φιλέλληνες. Είναι εθνικός ποιητής και λόγω της αυστηρότατης «Γυναίκας της Ζάκυθος» και του συναρπαστικού «Διαλόγου» και του «Κρητικού» και του «Λάμπρου», και των απαράμιλλων «Ελεύθερων Πολιορκημένων». Είναι εθνικός ποιητής με όλες ταυτόχρονα τις εκδοχές της φωνής του, γιατί όλες τους είναι στοχαστικές, προϊόν βαθιάς ευαισθησίας και επίσης βαθιάς σκέψης. Κι ίσως θ΄ αρκούσαν δύο στίχοι του, το «δεν το ΄λπιζα να ΄ν΄ η ζωή μέγα καλό και πρώτο», στον «Πόρφυρα», και το «Κι άνθιζε μέσα μου η ζωή μ΄ όλα τα πλούτια πό ΄χει», στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», που συνιστούν από κοινού τον πιο συνοπτικό και τον πιο καίριο ύμνο της ζωής, για να κατοχυρωθεί στην καρδιά μας σαν ποιητής-οδηγητής.

Θα πρέπει να το σημειώσουμε ευθύς εξαρχής ότι ο Σολωμός, που πίστευε πως «η αρμονία του στίχου δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, αλλά είναι ξεχείλισμα της ψυχής», δεν υπήρξε ένας ποιητής που βασίστηκε μόνο στην αυθορμησία, στο ένστικτο ή στις Μούσες, ούτε βέβαια στο κρασί, τη γλυκόπιοτη ζακυνθηνή βερντέα, όπως τον κακολογούσαν. Ανήκει στη μάλλον ολιγάριθμη χορεία των δημιουργών που στοχάζονται βαθύτατα και πριν γράψουν και αφού γράψουν, ώστε τίποτε, ούτε μια λέξη, ούτε μια ομοιοκαταληξία να μην ξεφύγει από το σκοπό - με τη λέξη αυτή, «σκοπός», να έχει εδώ και τις δύο οικείες σημασίες της, τη σημασία του στόχου και τη σημασία του ρυθμού, της μουσικής. Για την υψηλή καλλιτεχνική συνείδηση του Ζακύνθιου ποιητή, το ποίημα είναι συγχρόνως διανοητικό/φιλοσοφικό γεγονός και εντελής φανέρωση αισθημάτων, με στόχο να συντεθεί «μια μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών» όπως σημείωνε ο ίδιος στους «Στοχασμούς» του για τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Οι «Στοχασμοί» αυτοί, που συνυπάρχουν και συλλειτουργούν με τα ποιήματα, μαρτυρούν τη γερή μόρφωσή του, την αρχαιομάθειά του, καθώς και τον εναρμονισμό του με τις φιλοσοφικές και αισθητικές ανησυχίες και αναζητήσεις των Ευρωπαίων της εποχής του. Ρητή επιδίωξή του ήταν η δημιουργία ενός νέου λογοτεχνικού είδους, όπου, «με τρόπο μεικτό αλλά νόμιμο», να συναρθρώνονται και να συμφωνούν τα φαινομενικώς ή και ουσιαστικώς αντίθετα, το ρομαντικό με το κλασικό επί παραδείγματι, το φυσικό με το μεταφυσικό, το λυρικό με το σατιρικό, η ποίηση με τον πεζό λόγο. Τρομακτικά δύσκολο το εγχείρημα, μας κληροδότησε ακέραια ποιήματα αλλά και αποσπάσματα, που κι αυτά όμως έχουν την τελειότητά τους.

Ιδού ένας από τους σολωμικούς «Στοχασμούς», όπου το λογοτεχνικό κείμενο ορίζεται σαν οργανικό ον, κατά την παράδοση άλλωστε του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη: «Εφάρμοσε στην πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού, που αρχίζει από τον σπόρο και επιστρέφει σ΄ αυτόν, αφού περάσει όλες τις φυτικές μορφές ως βαθμίδες εξέλιξης· δηλαδή ρίζα, κορμό, φύλλα, λουλούδια, καρπούς. Εφάρμοσέ την σκεπτόμενος βαθιά την ουσία του αντικειμένου και επίσης την καλλιτεχνική μορφή».

Ανθη της ίδιας ρίζας

Είναι λοιπόν φορές που διαβάζοντας κι ακούγοντας τα έργα του, προπάντων όσα σώθηκαν υπό μορφή αποσπασμάτων, νιώθουμε σαν να βλέπουμε ταυτόχρονα μπροστά μας όλες τις βαθμίδες της ιστορίας του ποιήματος, και τις βαθιές ρίζες και τον γερό κορμό και τα λουλούδια και τους καρπούς. Ετσι μπορούν να εννοηθούν και οι υπάρχουσες στιχουργικές παραλλαγές: ως διαφορετικού χρώματος άνθη της ίδιας ρίζας, μη αντικαταστάσιμα και καθόλου περιττά, και όχι ως ατελή παραπροϊόντα των αναζητήσεων της έμπνευσης. Συμβαίνει δηλαδή και εδώ ό,τι συμβαίνει στα δημοτικά τραγούδια και τις δικές τους παραλλαγές, καθεμία από τις οποίες είναι ένας μη εναλλάξιμος δρόμος προς την κατάκτηση του νοήματος. Την εικόνα του λογοτεχνήματος ως δέντρου μάς την υποδεικνύουν ίσως και ορισμένοι στίχοι από το έξοχο σολωμικό ποίημα «T΄ αηδόνι και το γεράκι» (μεταφρασμένο απ΄ τον Γεώργιο Καλοσγούρο): «Από τες μυστικές γλυκές πηγές τής φύσης / εγλυκανάβρυζ΄ ένα πνεύμα που απαντούσεν / έν΄ άλλο ίσια γλυκό στο στήθος μου, και τούτο / αναλυότουνε σε τραγούδι, σαν τα φύλλα / του δέντρου μου, σαν τ΄ άστρα που από πάνου ελάμπαν.» Αλλά θα συνεχίσουμε την επόμενη Τρίτη.

Έντυπη