ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Αποδόμηση της βεβαιότητας

Του Αποστολη Αρτινου

Jacques Derrida - Elisabeth Roudinesco

Συνομιλίες για το αύριο

μετ. Τάσος Μπέτζελος

εκδ. Μεταίχμιο

«Α πό τι θα αποτελείται το αύριο;», αναρωτιόταν ο Βίκτωρ Ουγκώ στις «Ωδές του Λυκόφωτος». «Τα πάντα σήμερα στις ιδέες και στα πράγματα, στη κοινωνία και στο άτομο, βρίσκονται σε κατάσταση λυκόφωτος. Τι είδους λυκόφως είναι αυτό; Και τι θα το ακολουθήσει;» Πάνω σ' αυτήν τη θυελλώδη απορία του ποιητή αλλά και απορία των ίδιων των πραγμάτων μπροστά στο καινούργιο που έρχεται, αρχίζει ο διάλογος της Elisabeth Roudinesco, ιστορικού της ψυχανάλυσης, με τον Jacque Derrida, έναν από τους φιλοσόφους που σημάδεψαν τη σκέψη του 20ού αιώνα. Ενας φιλόσοφος και μία ιστορικός επιχειρούν στο πλαίσιο ενός πυκνού και απαιτητικού διαλόγου, να διαγράψουν τις σύγχρονες απορίες, να ελκύσουν απ' αυτήν την αδιάκοπη συνομιλία τους, τις δυνατές απαντήσεις, ν' ανοίξουν το δρόμο σε μια σκέψη που δείχνει πάλι στις μέρες μας να αντιστέκεται. Η κοινή κληρονομιά του σύγχρονου λόγου, η διαφορά μέσα στην οικουμενικότητα, η οικογένεια, η ελευθερία του ανθρώπου, το τέλος της ουτοπίας, είναι μεταξύ των θεμάτων που διαπραγματεύονται και προπάντων η ψυχανάλυση, η κοινή τους αναφορά.

Πυρηνική απώλεια

Το 1967, στο Παρίσι ο Derrida κυκλοφορεί το «Περί Γραμματολογίας». Ενα έργο που επιζητούσε να αποδομήσει το σύνολο του δυτικού λόγου. Τα κείμενα αφήνονταν να μιλήσουν μέσα από την πυρηνική τους απώλεια, μέσα από τις σιωπές και τις αντιφάσεις τους. Μια στάση που δεν επεδίωκε την υπονόμευσή τους αλλά την κοινωνία με μιαν άλλη εμπειρία, με μιαν άλλη ανάγνωση, μ' αυτήν την ίδια τη στρατηγική της σκέψης. Το ίχνος αυτού του τραύματος ο Derrida το διαβάζει παντού. Είναι το ίχνος της «διαφωράς», μ' αυτή τη διαφορετική ορθογραφία. Η «διαφωρά» ως το στοιχείο που συνέχει τα πράγματα, χωρίς να τα εξομαλύνει. Είναι αυτή η ίδια η ζωικότητα της ζωής. «Υπάρχει διαφωρά (με ω) άπαξ και υπάρχει έμβιο στοιχείο», λέει ο Derrida. Η ετερότητα και το ίδιον έξω από την αντιθετική τους φύση αλλά έξω και από τη «λατρεία του ταυτοτικού», απ' αυτήν την περιφρούρηση της κοινότητας. Η «εθνικότητα», οι «γυναίκες», οι «Gay and Lesbians» είναι για τον Derrida διαφορές που προσλαμβάνονται ως αντιθέσεις, που στηρίζονται πάνω στην αντίθεση και όχι στην «οικονομία του ίδιου στη σχέση του με το άλλο». Αν και ο Derrida αναγνωρίζει τα όρια και τις αντοχές αυτών των κοινοτήτων, δεν διστάζει να αναγνωρίσει τα δικαιώματά τους, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα των ομοφυλόφιλων ζευγαριών στην απόκτηση παιδιών μέσα από μια νέα δομή γονεϊκότητας που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Μια εξέλιξη που θα επηρεάσει αναπόφευκτα, όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς, και τη ψυχαναλυτική προσέγγιση, μια και «η ψυχανάλυση επεδίωκε πάντοτε να είναι μια ψυχανάλυση των οικογενειών».

Τεχνογενετικές εξελίξεις

Η συνθετότητα των οικογενειακών σχέσεων προσδιορίζεται και από τις σύγχρονες τεχνογενετικές εξελίξεις. Οι προοπτικές της κλωνοποίησης, που όπως επισημαίνει ο Derrida δεν αρχίζουν με την κλωνοποίηση, θέτουν μια σειρά από καίρια ερωτήματα: «Τι είναι η ακεραιότητα ενός προσώπου; Τι είναι μια γέννηση; Τι είναι αυτό που παραμένει πάντα ξένο σε κάθε απόπειρα κλωνοποίησης;». Πανάρχαια ερωτήματα που επανέρχονται ολοκαίνουργια και αμφισβητούν και το παραμικρό ίχνος βεβαιότητας που μπορεί ακόμη στις μέρες μας να επιβιώνει. Είναι ερωτήματα που και η Roudinesco και ο Derrida αφήνουν ανοιχτά, διαθέσιμα «σ' αυτό που έρχεται». Τα εφιαλτικά σενάρια αποδίδονται περισσότερο στον επιστημονισμό παρά στις πραγματικές επιδιώξεις της επιστήμης. Τα ερωτήματα όμως πληθαίνουν: «Πού αρχίζει το βιολογικό στοιχείο; Πώς οριοθετείται; Τι πρόκειται να αναπαραχθεί;». Διερωτήσεις που μεγεθύνονται μέσα στο πένθος μιας επανάστασης που τέλειωσε. Το τέλος του κομμουνισμού είναι για τον Derrida το τέλος του πολιτικού στοιχείου, ενώ για την Roudinesco η ίδια η νέκρωση του φαντασιακού. Και οι δύο όμως αρνούνται να αφεθούν στη τρέλα και τη μελαγχολία του Αλτουσέρ. «Υπάρχει μέσα μου μια σκοτεινή ελπίδα», λέει ο Derrida, αλλά η συνομιλήτρια του δείχνει να διαφωνεί με το «σκοτεινή».

Έντυπη