ΕΛΛΑΔΑ

«Να έρθουν να τους παραδώσω το σπίτι»

«Ο υπέργηρος παππούς που καθόταν σε μια καρέκλα έξω απ' το σπίτι σηκώθηκε και με κοίταξε μες στα μάτια. Με ρώτησε «ο Αναστάσης και ο Παναής ζουν; Αν ζουν, να έρθουν να τους παραδώσω το σπίτι»».

Εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά την άτακτη φυγή των Ποντίων της Τραπεζούντας, ο γέρος Τούρκος θυμάται σαν σήμερα πώς έφυγαν και πώς του πρότειναν να μετακομίσει στο σπίτι τους για να μη ρημάξει. Απευθύνεται στον δισεγγονό του Παναή, τον Παναγιώτη Σελβιαρίδη, γεννημένο στο Χορτοκόπι Καβάλας, σήμερα αναπληρωτή καθηγητή Νευροχειρουργικής και διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ΑΧΕΠΑ, που το 1989 και ξανά το 1994 σε δύο συναισθηματικά ταξίδια πίσω στο χρόνο και στο χώρο, επισκέφθηκε τα τέσσερα σπίτια των παππούδων του, στα χωριά Δανίαχα και Καπίκιοϊ της Τραπεζούντας, και γνώρισε ανθρώπους που μέχρι σήμερα μνημονεύει. Τα ερείπια της μικρής εκκλησίτσας που είχαν κτίσει οι παππούδες του δίπλα στο σπίτι της γιαγιάς του στη Δανίαχα, η μεγάλη μαρμάρινη βρύση με την επιγραφή «αυτό το πηγάδι εκτίσθη παρά του κυρίου Χαραλάμπους Σελβιαρίδη το 1893» έξω από το σπίτι του παππού του στο Καπίκιοϊ, η γειτονιά που ξεπήδησε ανέπαφη μπροστά στα μάτια του ίδια με τη ζωγραφιά που είχε στα χέρια του, εικόνες και αναμνήσεις που πλέκονταν σε μια πραγματικότητα συγκινητική. Αλλά και οι άνθρωποι. Η Φατμέ που κατοικούσε στο σπίτι της γιαγιάς του κ. Σελβιαρίδη, που δεν γνώριζε την οικογένεια, αλλά σχεδόν τον περίμενε να τον φιλέψει με το δροσερό αϊράν.

Ο γέρος Σαλίχ από τη Λιβερά που σε άπταιστα και ανόθευτα από το χρόνο Ποντιακά έγινε ο ξεναγός του και φύλακας άγγελός του. Ο νεαρός που άκουσε το όνομα «θεία Μαργαρίτα» και αμέσως με περηφάνια τον πήγε στο σπίτι τής θείας να τον φιλέψει. Ο παππούς που, συγκινημένος από τα Ποντιακά, τον φίλεψε αχλάδια από τον κήπο του.

Ο οδηγός που τον συνεπήρε η χαρά του κ. Σελβιαρίδη όταν εντόπισε το σπίτι του παππού του άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Και τα πιτσιρίκια που έτρεχαν πίσω από τους «Γιουνάν» που «έψαχναν να βρουν τα σπίτια τους». Παλιοί φίλοι, γείτονες και γνώριμοι των δικών του, έπαιρναν σάρκα και οστά. «Φέτος, σκοπεύω να πάρω τον γιο μου και να πάμε στα χωριά», κατέληξε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ