ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ντροπή

Τέσσερις ημέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, κατέβηκα στην πορεία. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για πολλές πορείες μαζί -άλλες τα αριστερά κόμματα, άλλη οι συνδικαλιστικοί φορείς εργατών και υπαλλήλων-, σε διάφορα σημεία του κέντρου της Αθήνας. Πράγμα που εκείνον τον καιρό κόντευε να γίνει καθημερινή ρουτίνα.

Εντύπωση μου προκάλεσε η μαζική προσέλευση στα μπλοκ των αριστεριστών, μου θύμισε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και κάτι ακόμη από το παρελθόν: συνάντησα ένα σωρό παλιούς φίλους και γνωστούς, που είχαν κι εκείνοι αυθόρμητα κατέβει να διαδηλώσουν. Με κάποιον, μάλιστα, πρώην συμμαθητή και συναγωνιστή μου, ανηφορίσαμε τη Σταδίου, κάναμε για ώρα στάση στο Σύνταγμα, κατηφορίσαμε μετά την Πανεπιστημίου και χαζέψαμε για λίγο στα Προπύλαια. Ωσπου, όταν πίσω μας άρχισαν να πέφτουν τα πρώτα δακρυγόνα, προχωρήσαμε προς την Ομόνοια και σε κάποιο μαγαζάκι που παρέμενε ανοιχτό σταθήκαμε για έναν καφέ στο πόδι.

Μπροστά μας, στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, το περίπτερο ήταν επίσης ανοιχτό. Ο περιπτεράς, συνειδητοποιώντας ότι κατέφθαναν τρέχοντας διαδηλωτές και ότι λίγο πιο πάνω είχαν αρχίσει τα επεισόδια, σαν να ηλεκτρίστηκε. Βγήκε αστραπιαία από το κουβούκλιό του και σκέπασε με μεγάλους τσίγκους τα ψυγεία των αναψυκτικών, ασφαλίζοντάς τα με λουκέτα. Υστερα, με εξίσου αστραπιαίες κινήσεις, μάζεψε το εμπόρευμα από τα πλαϊνά του περιπτέρου, κατέβασε τα ρολά και εν ολίγοις το έκλεισε. Η αγωνία του να κρατήσει το περίπτερο ανοιχτό ώς την τελευταία στιγμή, διακινδυνεύοντας να του το σπάσουν, μήπως και πουλήσει τίποτα, ήταν κάτι περισσότερο από απλώς προφανής. Γενικά, η όλη στάση του είχε κάτι αντίθετο και ταυτόχρονα εναρμονισμένο με το πνεύμα της διαδήλωσης.

Είχαμε προλάβει να πληρώσουμε και βγαίναμε από το μαγαζί, όταν ο περιπτεράς χώθηκε στη στοά που βρισκόταν δίπλα στο καφενείο, η ιδιοκτήτρια του οποίου έσπευδε τώρα να κατεβάσει κι εκείνη τα ρολά. Αλλο ένα ρολό, τη φορά αυτή της στοάς, γλίστρησε μπροστά στον περιπτερά, εγκλωβίζοντάς τον στο εσωτερικό της, σαν πίσω από κάγκελα φυλακής. Φεύγοντας, τον είδα γαντζωμένο στο σιδερένιο πλέγμα να κοιτάζει έξω, το κλειστό περίπτερό του και τους διαδηλωτές που έτρεχαν στο έρημο από αυτοκίνητα οδόστρωμα της Πανεπιστημίου.

Περίμενε να τελειώσουν όλα, για να το ξανανοίξει; Μάλλον. Απέπνεε, πάντως, ολόκληρος μια τρομερή άνεση. Ούτε εκνευρισμένος ούτε πανικόβλητος, περίμενε με τη φυσικότητα κάποιου που κάνει απλώς τη δουλειά του. Και μολονότι στα επεισόδια όλων εκείνων των ημερών είδα -άλλοτε με τα μάτια μου κι άλλοτε στα μέσα ενημέρωσης- δεκάδες σκηνές που με ταρακούνησαν, η συγκεκριμένη με τον περιπτερά λες και τα συνοψίζει όλα. Εκτός από τους διαδηλωτές, στην προκειμένη περίπτωση είχαμε κι έναν εκπρόσωπο της Σιωπηλής Πλειοψηφίας, που με τη στωικότητα και την ανεκτικότητά του φαινόταν, εάν όχι να εγκρίνει, τουλάχιστον να κατανοεί το ξέσπασμα των νέων.

Τις μέρες που ακολούθησαν τις ταραχές του Δεκεμβρίου, συνήθιζα να ρητορεύω σε διάφορες παρέες. Φρόντιζα πρώτα να διηγηθώ τη σκηνή με τον περιπτερά με κάθε λεπτομέρεια και μετά κατέληγα στα σχόλια που προανέφερα. Για να προσθέσω εν είδει επιλόγου: «Το ίδιο πιστεύω ότι συνέβη με ένα μεγάλο μέρος της νεοελληνικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, οι δεκαπεντάχρονοι δεν θα μπορούσαν να έχουν κατέβει έτσι αθρόα στους δρόμους χωρίς την ανοχή, και ακόμη καλύτερα τη συγκατάθεση, των γονιών τους και γενικά των ενηλίκων. Τα παιδιά δεν είναι οι μόνοι εξεγερμένοι!».

Πού να ήξερα.

Πέρασαν μήνες και φτάσαμε αισίως στην Εβδομάδα των Παθών. Μεγάλη Δευτέρα μεσημέρι, κατά τις τρεις και μισή, ήμουν και πάλι καθισμένος στο ίδιο εκείνο καφενεδάκι τής Πανεπιστημίου πλάι στη στοά, με το γνωστό περίπτερο ορθάνοιχτο μπροστά μου. Δεν είχα ξανακαθίσει στο μαγαζί όλον αυτόν τον καιρό, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι το απέφευγα, συνειδητά τουλάχιστον. Αντιθέτως, περνούσα απέξω αρκετά συχνά, και κάθε φορά θυμόμουν ξανά τα πάντα, λες και είχαν συμβεί πριν από λίγο. Τι πιο φυσικό, όταν ευκαιρία έψαχνα για να τα διηγούμαι δεξιά κι αριστερά επί τόσους μήνες;

Είχα προσέξει και τον περιπτερά, είχα απομνημονεύσει τη φάτσα του. Και τώρα έβλεπα ότι μες στο κουβούκλιο -πίσω από το οποίο τη φορά αυτή δεν έτρεχαν διαδηλωτές, αλλά το μεταλλικό ποτάμι των τροχοφόρων- ήταν σφηνωμένος ένας νεαρός γύρω στα είκοσι, ίσως γιος του. Είτε ήταν συγγενής τού μικρού είτε αφεντικό του, ο τύπος που είχα πρωτοδεί τον Δεκέμβριο θα πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Και επειδή παρέλειψα να τον περιγράψω μέχρι τώρα: ήταν εξαιρετικά ισχνός και μαυριδερός. Οχι όμως σαν Πακιστανός, όχι τόσο μελαψός. Μια διευκρίνιση απαραίτητη, αφότου η Ελλάδα γέμισε με πραγματικούς Πακιστανούς μετανάστες.

Το διπλανό τραπέζι ήταν κατειλημμένο από μια παρέα τριών ατόμων, που κουβέντιαζαν σε πολύ έντονο ύφος, φωνάζοντας σχεδόν. Επιανα τα λεγόμενά τους θέλοντας και μη, κι ας τους είχα στραμμένη την πλάτη. Μιλούσαν για τις ταραχές των περασμένων Χριστουγέννων, αλλά και για το όργιο βίας και τρομοκρατίας που είχε ξεσπάσει έκτοτε, και ιδίως για τα σπασίματα των κουκουλοφόρων. Τα μόνα θέματα ικανά να επισκιάσουν ακόμη και την πρώτη είδηση της εποχής: την οικονομική κρίση. ΄Η μήπως η τελευταία κρυβόταν πίσω από την πρόσφατη επίδειξη μηδενισμού και καταστροφολαγνείας;

Ακουσα έναν τους να δηλώνει, με μια φωνή βραχνή σαν κρώξιμο, εις επήκοον όχι απλώς της παρέας του, είπαμε, αλλά λες και απευθυνόταν σχεδόν σε ολόκληρο το στενόχωρο καφενείο: «Ρε, στρατό, ρε συ! Αυτό τους χρειαζότανε! Να σου κατεβάσει το στρατό κανονικά, να βγάλει τους φαντάρους στο δρόμο, τους λοκατζήδες, και να τους ρίξει πάνω σ' αυτά τα τσογλάνια, να τα κάνουνε μαύρα στο ξύλο! Οχι όπλα, ούτε χημικά και μαλακίες! Ρε, φέρ' το στρατό, σου λέω! Τι να σου κάνει η αστυνομία; Ξύλο! Δεν φάγανε ποτέ τους ξύλο, τα κωλόπαιδα! Σπάσ' τους τα μούτρα πρώτα, και μετά τα λέμε! Τα κακομαθημένα τσουτσέκια! Που τ' αφήνεις να καίνε και να ρημάζουνε την περιουσία του καθενός. Ρε, σάπισ' τα, σκότωσ' τα στο ξύλο!»

Γύρισα πάνω απ' τον ώμο μου σαν αυτόματο, ενώ ταυτόχρονα άνθιζε μες στο μυαλό μου η υποψία. Και την ίδια στιγμή έβλεπα ότι ο τύπος με τη βραχνή φωνή ήταν, όντως, τρομερά αδύνατος και μελαχρινός, έστω και όχι σαν Πακιστανός. Ναι, ήταν ο ίδιος εκείνος περιπτεράς του Δεκεμβρίου, ο άνθρωπος που είχα χρίσει εκπρόσωπο της Σιωπηλής Πλειοψηφίας. Αυτός που, όπως συνήθιζα να λέω σε φίλους και γνωστούς, με τη στωικότητα και την ανεκτικότητά του φαινόταν, εάν όχι να εγκρίνει, τουλάχιστον να κατανοεί το ξέσπασμα των νέων. Ωστε, την ώρα που ο ίδιος έπινε καφέ με τους κολλητούς του, ο γιος του δούλευε το περίπτερο; Ο γιος του, που δεν ήταν κακομαθημένο κωλόπαιδο και δεν ήθελε ξύλο έως θανάτου;

Ενιωσα να με λούζει ένα κύμα ντροπής, που ανάλογή της στη ζωή μου δεν νομίζω ότι έχω ξανανιώσει. Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα και λύπη -αυτήν που φέρνουν η διάψευση και η κάθε μας μετάνοια, με ή χωρίς γονυκλισία-, αλλά για κάποιο λόγο η έννοια της ντροπής με εκφράζει καλύτερα. Ντράπηκα για τον περιπτερά, όχι μόνο για τις εμπαθείς φράσεις που τον είχα ακούσει να ξεστομίζει, αλλά και για την ιταμή, χυδαία έκφραση που αντίκριζα στο πρόσωπό του. Ντράπηκα και για τον εαυτό μου, για την αφέλεια που με έδερνε, για τις ακατανίκητες αριστερές προκαταλήψεις που με τύφλωναν, και πολύ φοβάμαι ότι θα εξακολουθήσουν να με τυφλώνουν ισοβίως.

Τέλος, ένιωσα και μια πιεστική παρόρμηση, θολή και αδιευκρίνιστη αρχικά, που λίγο αργότερα θα αποσαφηνιζόταν πλήρως. Η θεία φώτιση μου ήρθε τη στιγμή που ήμουν στο βαγόνι του μετρό, στριμωγμένος σαν σαρδέλα ανάμεσα στους συνεπιβάτες μου. Ενας τρόπος μόνο υπήρχε για να εξιλεωθώ, ένας τρόπος ταιριαστός με τις ημέρες του Πάσχα. Να εξομολογηθώ δημόσια την αμαρτία μου, εκθέτοντάς την εδώ.

Το διήγημα γράφτηκε από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο και εικονογραφήθηκε από τον Μανώλη Ζαχαριουδάκη, ειδικά για την πασχαλιάτικη έκδοση της «Κ».

Έντυπη