ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Από Κάλλας έως Ταντέι και Ντιμιτρόβα

Του Νικου Α. Δοντα

Σε ποιο θέατρο τραγούδησε η Μαρία Κάλλας τρεις από τους μεγαλύτερους ρόλους της, τη «Νόρμα», τη «Μήδεια» και την «Τόσκα», αλλά επίσης τον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν; Ποιου θεάτρου το κοινό είχε την τύχη να απολαύσει στην ίδια παράσταση τον Τζον Βίκερς ως Οθέλλο και τον Τίτο Γκόμπι ως Ιάγο στην εμπνευσμένη από τον Σαίξπηρ όπερα του Βέρντι; Σε ποια σκηνή τραγούδησε ο Τζουζέπε Ταντέι τον Φάλσταφ του ίδιου συνθέτη, σε ποιο θέατρο ο Κώστας Πασχάλης τον Μάκμπεθ και πού ο Τζον Μοδινός τον Ναμπούκο πλάι στη θηριώδη φωνή της Γκένας Ντιμιτρόβα; Πού πρωτάκουσαν οι Αθηναίοι όπερες του Μότσαρτ αλλά και των συγχρόνων Λίγκετι, Μενότι, Ρίχαρντ Στράους και Νταλαπίκολα; Για ποιο θέατρο σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο και για ποια σκηνή έχουν φιλοτεχνήσει σκηνικά ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Σπύρος Βασιλείου; Πού είχε εμφανιστεί ως χορευτής ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος;

Σε αυτά και άλλα τόσα ανάλογα ερωτήματα η απάντηση είναι η ίδια, γνωστή σε λίγους, απρόσμενη για τους περισσότερους: αυτά, λοιπόν, έχουν συμβεί στην Εθνική Λυρική Σκηνή, που φέτος συμπλήρωσε εβδομήντα χρόνια καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Ολα ξεκίνησαν στις 5 Μαρτίου 1940, στη σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, όταν παρουσιάστηκε η «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους, μία οπερέτα του γερμανόφωνου χώρου για ευνόητους λόγους, που συνδύαζε τραγούδι, χορό και πρόζα, ώστε να αξιοποιηθούν τραγουδιστές, ηθοποιοί και χορευτές. Πίσω από την υλοποίηση του εγχειρήματος βρισκόταν ο Κωστής Μπαστιάς, δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκείνη την εποχή γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του υπουργείου Παιδείας της κυβέρνησης Μεταξά, όπως επίσης γενικός διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου.

Ξεκίνημα με νέους ανθρώπους

Ο Μπαστιάς ήταν αποφασισμένος να δημιουργήσει έναν θίασο σύμφωνα με ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Τον ενδιέφεραν νέοι άνθρωποι με κέφι για δουλειά, απαλλαγμένοι από στερεότυπα του παρελθόντος και αναχρονιστικές ιδέες. Αποφάσισε ότι οι παλαίμαχοι πρωταγωνιστές του μελοδράματος, όσο και αν ήσαν σημαντικοί, δεν ήσαν κατάλληλοι γι' αυτό που είχε κατά νου. Επίσης, ήξερε ότι μόνος δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ετσι, συγκέντρωσε γύρω του μια ομάδα ικανών και έμπειρων ανθρώπων: τον Ρενάτο Μόρντο, ελληνικής καταγωγής Γερμανοεβραίο σκηνοθέτη από την Πράγα, τον αρχιμουσικό Βάλτερ Πφέφερ, που ήρθε στην Αθήνα από τη Λαϊκή Οπερα της Βιέννης, τη διευθύντρια χορωδίας Ελλη Νικολαΐδου, γεννημένη στη Ρωσία, τον διακεκριμένο Τσέχο χορογράφο Σάσα Μάχοφ, βασικό συνεργάτη του Εθνικού Θεάτρου της Πράγας. Ως καλλιτεχνική σύμβουλο επέλεξε την Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, Ισπανίδα τραγουδίστρια με διεθνή σταδιοδρομία και δασκάλα της Μαρίας Κάλλας, που ήδη το 1941 έκανε τα πρώτα της βήματα στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Ετσι διαμορφώθηκε το πρώτο σύνολο. Μετά την εναρκτήρια «Νυχτερίδα», η πρώτη παράσταση όπερας με την οποία εγκαινιάστηκαν ουσιαστικά οι δραστηριότητες της πρώτης καλλιτεχνικής περιόδου, ήταν η «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Πουτσίνι. Δόθηκε παρουσία του γιου του συνθέτη στις 25 Οκτωβρίου 1940. Τρεις ημέρες αργότερα, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα.

Ενα από τα βασικότερα προβλήματα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ήταν -και παραμένει- η έλλειψη ιδιόκτητου κτιρίου, η απουσία κατάλληλης αίθουσας. Το πρώτο σημαίνει ότι τεράστια ποσά δαπανώνται σε ενοίκια, το δεύτερο ότι το ρεπερτόριο του θιάσου προσδιορίζεται από τις περιορισμένες διαστάσεις της σκηνής και του χώρου για την ορχήστρα. Η αρχική συστέγαση με το Βασιλικό Θέατρο αποφασίστηκε από τον πρακτικό Μπαστιά, επειδή έλυνε βασικά προβλήματα τεχνικού εξοπλισμού αλλά και προσωπικού. Ομως, από την αρχή ο θίασος κάλυπτε ανάγκες όπερας, οπερέτας και χορού με αποτέλεσμα να χρειάζεται περισσότερες σκηνές. Με βασική έδρα από το 1958, το θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, στη θέση του παλαιότερου κτίσματος με το ίδιο όνομα, η Εθνική Λυρική Σκηνή διέθετε σχεδόν πάντοτε μία δεύτερη σκηνή για ελαφρύτερα θεάματα. Μάλιστα, το 1946 ιδρύθηκε ξεχωριστός θίασος οπερέτας που διατηρήθηκε ώς το 1958 και τα καλοκαίρια έπαιζε κάθε βράδυ στο θερινό θέατρο Μετροπόλιταν της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Αδιαφιλονίκητη βασίλισσά του η λαμπερή Ανθή Ζαχαράτου.

Η μικρή σκηνή δημιουργούσε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στο μπαλέτο, που χρειάζεται πολύ περισσότερο χώρο προκειμένου να αναπτυχθούν τα σύνολα και να χορέψουν οι καλλιτέχνες, ενώ, ταυτόχρονα, έχει τις ίδιες ανάγκες με την όπερα σε ό, τι αφορά την ορχήστρα. Ετσι, μέχρι πρόσφατα, κατά τους χειμερινούς μήνες το μπαλέτο της Λυρικής Σκηνής ήταν υποχρεωτικά υποβαθμισμένο, παρουσιάζοντας τις παραγωγές του με ηχογραφημένη μουσική, αφού ο χώρος της ορχήστρας καλυπτόταν προκειμένου να αποκτήσει βάθος η σκηνή.

Μερική λύση προσέφερε το Ηρώδειο. Εκεί η Εθνική Λυρική Σκηνή μπορούσε να παρουσιάζει συστηματικά κάθε καλοκαίρι τις πιο φιλόδοξες παραγωγές της. Οπερες όπως ο «Σικελικός Εσπερινός» και η «Αΐντα» του Βέρντι ή ο «Μπορίς Γκοντουνόφ» και η «Τουραντότ» του Πουτσίνι, όπως επίσης τα μεγάλα μπαλέτα του ρομαντισμού, παρουσιάζονται στο ρωμαϊκό ωδείο.

Η γόνιμη δεκαετία του '60

Ενα θέατρο είναι οι άνθρωποί του, και σαφώς τον τόνο δίνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής. Οταν επικεφαλής του θεσμού ήσαν άνθρωποι με φαντασία, ακόμα και το προβληματικό κτίριο δεν στάθηκε εμπόδιο για την παρουσίαση απαιτητικών ή πρωτοπόρων έργων. Ο Μπαστιάς επέστρεψε στο πηδάλιο του θεάτρου το 1959 και σε συνεργασία με τον αρχιμουσικό Ανδρέα Παρίδη έκαναν τη δεκαετία του 1960 μία από τις πιο γόνιμες, διευρύνοντας το ρεπερτόριο προς κάθε κατεύθυνση με έργα όπως ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» του Βέμπερ, ο «Τανχόιζερ» και ο «Λόενγκριν» του Βάγκνερ, η «Μανόν» του Μασνέ και ο «Φάουστ» του Γκουνό, η «Χοβάντσινα» του Μούσοργκσκι, ο «Πύργος του Κυανοπώγωνα» του Μπάρτοκ και ο «Ερωτας για τα τρία πορτοκάλια» του Προκόφιεφ. Οι «Διάλογοι Καρμηλιτισσσών» του Πουλένκ παρουσιάστηκαν μόλις τέσσερα χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη τους στη Σκάλα του Μιλάνου. Ταυτόχρονα, τιμώντας το όνομά της, η ΕΛΣ υποστήριξε συστηματικά τους Ελληνες συνθέτες.

Ιστορική μνήμη

Με στόχο την ολική ανάκτηση μνήμης και τη δημιουργία μιας σύγχρονης ηλεκτρονικής τράπεζας δεδομένων, τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια ώστε να συμπληρωθούν οι Αρχειακές Συλλογές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και να ολοκληρωθεί με ακρίβεια το μωσαϊκό της ιστορίας του θεσμού με χαμένες -και ξεχασμένες- ψηφίδες. Φωτογραφίες, δημοσιεύματα, προγράμματα, αλλά και ιδιωτικές ηχογραφήσεις που με δυσκολία συλλέγονται απ' όπου μπορούν να εντοπιστούν, δεν είναι απλώς τεκμήρια με συγκεκριμένη ιστορική αξία, αλλά επιπλέον μιλούν για τους ανθρώπους που δημιούργησαν την ιστορία της λυρικής τέχνης στην Ελλάδα κατά τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Ονόματα άγνωστα στους περισσότερους, όπως η Φανή Παπαναστασίου, η Τάνια Τσαχουρίδου, η Μαρία Κερεστετζή, η Σούλα Γλαντζή, η Κίτσα Δαμασιώτη, η Λουκία Χέβα, ο Λουδοβίκος Κουρουσόπουλος, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο Λύσανδρος Ιωαννίδης, ο Αντώνης Δελένδας, ο Μιχάλης Χελιώτης, ο Τάκης Σκαφίδας, ο Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, ο Τίτος Ξηρέλλης, ο Κώστας Δημητρακόπουλος, ο Πέτρος Χοϊδάς, στήριξαν επί δεκαετίες τις παραγωγές στο μέχρι σήμερα ιδιαίτερα αφιλόξενο μουσικό τοπίο της χώρας μας.

Απαντήσεις στο γνωστό ερώτημα

Στην Ελλάδα του 2010, αρκετοί (δήθεν) αναρωτιούνται ακόμα γιατί να ξοδεύεται έστω και ένα ευρώ για μία τέχνη που «δεν ανήκει στην παράδοσή μας». Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού αστικού πολιτισμού, μακράν του να είναι απλώς ένα πολυδάπανο είδος που ο στόχος του εξαντλείται στη διασκέδαση προνομιούχων ελίτ ή λαϊκών μαζών, η όπερα θέτει σε διάλογο εθνικούς πολιτισμούς και ψυχισμούς. Η πλατιά γεωγραφική της εξάπλωση και οι βαθιές της ρίζες στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, η γεμάτη εκπλήξεις εξελικτική της πορεία, αλλά και η εντυπωσιακή της αντοχή στο χρόνο, δείχνουν ότι ανταποκρίνεται σε θεμελιώδεις, πάγιες ανάγκες -αισθητικές, συγκινησιακές, ιδεολογικής αντιπροσώπευσης- που είναι κοινές σε όλους τους Ευρωπαίους. Επιπλέον, παρά τα αγεφύρωτα σύνορα γλώσσας, τα εθνικά ρεπερτόρια συμβαίνει συχνά να είναι το ίδιο δημοφιλή στη χώρα τους όσο και έξω από αυτές. Η όπερα αποδεικνύεται φορέας μηνυμάτων και συγκινήσεων που αναγνωρίζονται άμεσα από όλους όσοι μετέχουν του δυτικού πολιτισμού, ανεξαρτήτως συνόρων. Ως μοναδικό λυρικό θέατρο της χώρας, η ΕΛΣ συντήρησε με επιτυχία αυτή την πολύτιμη διεπαφή ανοιχτή και μάλιστα σε περιόδους αντίξοων συνθηκών, όταν στον δημόσιο λόγο κυριαρχούσαν παρατεταμένα η ευτέλεια και ο λαϊκισμός.

Έντυπη